Τετάρτη 12 Ιουλίου 2017

Όσιος Γρηγόριος ο θαυματουργός



Πατερικό των σπηλαίων του Κιέβου
Διηγήσεις από τη ζωή και τα κατορθώματα των οσίων πατέρων
Της Κίεβο Πετσέρσκαγια Λαύρας.

Όσιος Γρηγόριος  ο θαυματουργός

ΔΕΝ ΚΑΥΧΙΕΤΑΙ μόνο η Νεοκαισάρεια για τον ένδοξο Ιεράρχη της Γρηγόριο το θαυματουργό, αλλά και η αγία Λαύρα των Σπηλαίων για τον ομώνυμό του, θαυματουργό όσιο.
Ο μακάριος Γρηγόριος ήρθε στον όσιο Θεοδόσιο όταν εκείνος έχτιζε το μοναστήρι των Σπηλαίων. Αφού έλαβε το μοναχικό σχήμα, διδάχτηκε από τον όσιο την ακτημοσύνη, την εγκράτεια των παθών, την υπακοή και τις άλλες αρετές. Ο φιλόθεος Γρηγόριος όμως έδειξε ιδιαίτερη κλίση και αγάπη στην καλλιέργεια της προσευχής.Έτσι, με την ακρίβεια της μοναχικής του βιοτής, τους κόπους και τα πνευματικά παλαίσματα, από πολύ νωρίς στολίστηκε με τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και αξιώθηκε να επιτελή ποικίλα θαύματα στο όνομα του Χριστού, χάρη στα οποία αποκλήθηκε θαυματουργός. Ιδιαίτερο χάρισμα του έδωσε ο Θεός εναντίον των πονηρών πνευμάτων, που τα επιτιμούσε και τ' απομάκρυνε από τους ανθρώπους με προσευχές κι εξορκισμούς. Συχνά του έφερναν δαιμονισμένους για να τους θεραπεύσει. Γνωρίζοντας οι δαίμονες τη δύναμη του Χριστόφορου οσίου, φώναζαν από μακριά:— Αλίμονο μας, Γρηγόριε! Θα μας διώξεις με την προσευχή σου!
Και πράγματι, σε λίγο εξαφανίζονταν ουρλιάζοντας σαν πληγωμένοι από τα φλογισμένα βέλη της πύρινης προσευχής του μακαρίου.Ο επίβουλος διάβολος δεν μπορούσε ν' ανεχθεί τους συνεχείς εξευτελισμούς του από τον άνθρωπο του Θεού. Αλλά και δεν μπορούσε να τον βλάψει, γιατί ήταν ασφαλισμένος με τα τείχη της δικής του ταπεινώσεως και της χάριτος του Κυρίου

.
Έστειλε τότε εναντίον του δυο κακοποιούς, που βάλθηκαν να ληστέψουν τα λιγοστά υπάρχοντά του.
Αλλά τι είχε ο όσιος στο κελί του; Τίποτε άλλο εκτός από τα βιβλία που μελετούσε νύχτα και μέρα, στα διαστήματα ανάμεσα στις προσευχές του. Οι κακοποιοί θέλησαν να κλέψουν αυτά τα βιβλία και να τα πουλήσουν. Ήρθαν αθόρυβα μια νύχτα, πιστεύοντας πως ο άγιος κοιμάται και κρύφτηκαν μέσα στο σκοτεινό κελί του. Περίμεναν να πάει ο γέροντας στην εκκλησία για τον όρθρο κι έπειτα να γδύσουν το κελί με την ησυχία τους.
Ο όσιος, που ήταν γονατισμένος μες στο σκοτάδι και ξαγρυπνούσε προσευχόμενος, αντιλήφθηκε την παρουσία τους. Ούτε κινήθηκε όμως, ούτε μίλησε. Τους άφησε να «κρυφτούν» και μετά, θέλοντας να τους οδηγήσει σε συναίσθηση και μετάνοια, προσευχήθηκε δυνατά:
— Κύριε μου, κοίμισε τους δούλους σου που ήρθαν μάταια εδώ, κάνοντας το θέλημα του εχθρού σου διαβόλου.


Και τότε, ω του θαύματος! Οι κλέφτες έπεσαν αυτοστιγμεί σε βαθύ ύπνο. Έμειναν εκεί, σε μια γωνιά του κελιού του οσίου Γρηγορίου, κοιμισμένοι για πέντε μέρες! Τότε ο όσιος κάλεσε όλους τους αδελφούς και μπροστά τους απευθύνθηκε στους ληστές:
—Μα καλά, ως πότε θα παραφυλάτε για ν' αρπάξετε τα πράγματα μου; Άντε, καιρός είναι να πηγαίνετε στα σπίτια σας. Στο όνομα του Κυρίου μου Ιησού Χριστού ξυπνήστε και φύγετε!


Αμέσως εκείνοι ξύπνησαν. Ήταν ανίκανοι όμως να σηκωθούν. Όχι τόσο από την έκπληξη και το φόβο, όσο από εξάντληση, εξαιτίας της αναγκαστικής πενταήμερης ασιτίας.


Ο όσιος τους έδωσε καλοσυνάτα άφθονη τροφή, τους περιποιήθηκε και τους άφησε να φύγουν.


Το περιστατικό εκείνο έγινε γνωστό και στο Κίεβο. Όταν το πληροφορήθηκε ο ηγεμόνας, έδωσε εντολή να φυλακίσουν τους επίδοξους κλέφτες. Ο φιλάνθρωπος Γρηγόριος πολύ λυπήθηκε γι' αυτό. Πήγε αμέσως ο ίδιος στον άρχοντα, του δώρισε μερικά από τα βιβλία του και τον παρακάλεσε να ελευθερώσει για χάρη του τους δυο φυλακισμένους. Έτσι κι έγινε. Άλλα και τα υπόλοιπα βιβλία του τα πούλησε ο όσιος και μοίρασε το αντίτιμό τους στους φτωχούς. Κράτησε μόνο τα απολύτως απαραίτητα.


—Ο Θεός θα οικονομήσει τη σωτηρία μου και χωρίς τα βιβλία, είπε στους αδελφούς. Τα πούλησα για να μη βάζω τους ανθρώπους
Κατάπληκτοι οι κλέφτες από την αγάπη του οσίου Γρηγορίου και τη θαυματουργική του δύναμη, μετανόησαν κι έμειναν στη μονή των Σπηλαίων, όπου βοηθούσαν τους πατέρες στις αγροτικές εργασίες. Κι εκείνοι τους έδιναν την αμοιβή του τίμιου κόπου τους, με την οποία έτρεφαν από τότε τις οικογένειές τους.


Μετά από καιρό ήρθαν άλλοι κλέφτες, μπήκαν στο μικρό λαχανόκηπο, όπου ο όσιος καλλιεργούσε λαχανικά και οπωρικά και γέμισαν τα σακιά τους με τους καρπούς των κόπων του. Όταν όμως θέλησαν να φύγουν, δεν μπόρεσαν να κουνηθούν από τη θέση τους. Κόλλησαν εκεί, φορτωμένοι με τα σακιά κι έμειναν έτσι δυο μερόνυχτα. Τότε ήρθαν σε μετάνοια κι άρχισαν να θρηνούν και να ικετεύουν:
 Πάτερ Γρηγόριε! Άγιε του Θεού! Ελευθέρωσέ μας, σε παρακαλούμε! Δεν αντέχουμε άλλο! Μετανοούμε για τις αμαρτίες μας! Ποτέ πια δεν θα κλέψουμε!
Τους άκουσαν μερικοί μοναχοί που δούλευαν μακρύτερα κι έτρεξαν κοντά τους. Όσο κι αν προσπάθησαν όμως, δεν μπόρεσαν να τους ξεκολλήσουν από τη γη.
 Πως βρεθήκατε εδώ; ρώτησαν απορημένοι τους κλέφτες.
 Δυο μερόνυχτα είμαστε εδώ πέρα, αποκρίθηκαν εκείνοι.
 Μα εμείς κάθε μέρα ερχόμαστε και καλλιεργούμε αυτή τη γη. Εσάς όμως δεν σας είδαμε.
 Ούτε κι εμείς εσάς. Αν σας βλέπαμε, θα σας παρακαλούσαμε να μεσιτεύσετε στον άγιο γέροντα να μας συγχωρήσει και να μας λυτρώσει απ' αυτό το μαρτύριο. Έχουμε αποκάμει μέχρι θανάτου.


Τότε φάνηκε να έρχεται ο όσιος Γρηγόριος. Χωρίς περιστροφές είπε αμέσως στους κλέφτες:
 Επειδή είστε τεμπέληδες και ζείτε άκοπα με την κλοπή των ξένων περιουσιών, τώρα θα καταδικασθείτε να μείνετε εδώ αργοί, μέχρι το τέλος της ζωής σας!


Με γοερούς θρήνους απάντησαν οι κλέφτες στην παιδαγωγική απειλή του οσίου.
Όχι, πάτερ. Λυπήσου μας. Σου δίνουμε την υπόσχεση ότι ποτέ πια δεν θ' ασχοληθούμε με τέτοιες πονηρές δουλειές.
Αν αποφασίσατε πράγματι να ζήσετε στο μέλλον από τον κόπο των χεριών σας, θα παρακαλέσω τον Κύριο να σας ελευθερώσει.
Δίνουμε τώρα όρκο ιερό ενώπιον του Θεού ότι δεν θα σε παρακούσουμε.


Αφού προσευχήθηκε ο όσιος, στράφηκε πάλι στους κλέφτες:
Ας είναι ευλογητός ο Θεός που σας φώτισε και σας βοήθησε. Από τώρα θα εργάζεστε στους κήπους της μονής μαζί με τους αδελφούς κι απ' αυτούς θα παίρνετε ό,τι χρειάζεστε για να ζήσετε εσείς και οι οικογένειές σας.


Αμέσως οι κλέφτες ξεκόλλησαν από τη γη κι έπεσαν κάτω, ζητώντας συγγνώμη από τον όσιο και δοξάζοντας το όνομα του μεγαλοδύναμου Θεού.


Μιαν άλλη φορά ήρθαν στο μακάριο Γρηγόριο τρεις άγνωστοι άνθρωποι. Είχαν συνεννοηθεί να τον εξαπατήσουν για να τους δώσει πράγματα αξίας. Έδειχναν λοιπόν οι δύο απ' αυτούς τον τρίτο κι έλεγαν στον όσιο με υποκριτική απελπισία:
 Πάτερ, ο φίλος μας αυτός καταδικάστηκε σε θάνατο! Δώσ' του κάτι για να εξαγοράσει την ποινή του.
Δεν χρειαζόταν ιδιαίτερο χάρισμα για ν' αντιληφθεί κανείς το χονδροειδές ψέμα των κουτοπόνηρων χωρικών. Ο όσιος δάκρυσε και είπε σιγανά:
Συμφορά στον άνθρωπο αυτό! Έφτασε η μέρα της καταστροφής του...
Οι άλλοι όμως δεν κατάλαβαν το νόημα των λόγων του και επέμειναν:
Πάτερ, αν εσύ του δώσεις ό,τι έχεις, θα γλιτώσει το θάνατο.
Και να σας δώσω δεν θα γλιτώσει. Πέστε μου όμως, σε τι θάνατο καταδικάστηκε;
Θα τον κρεμάσουν από ένα δέντρο.
Καλά το είπατε, είπε ο προορατικός όσιος. Αύριο θα γίνει αυτό!


Χωρίς να πει άλλο λόγο, κατέβηκε βαθιά στο σπήλαιό του, εκεί όπου συνήθως προσευχόταν και διάβαζε με το κερί. Σε λίγο ανέβηκε κρατώντας λίγα πολύτιμα βιβλία. Ήταν τα τελευταία που του είχαν μείνει. Πάρτε τα, είπε. Κι αν δεν σας χρειαστούν, να μου τα επιστρέψετε.
Τα πήραν και βγήκαν κρυφογελώντας.
Τι έλεγε ο καλόγερος; Να του τα επιστρέψουμε; Άσ’ τον να περιμένει! Θα πιάσουμε καλά λεφτά σαν τα πουλήσουμε.
Τυφλωμένοι όμως από την απληστία οι τρεις απατεώνες δεν αρκέστηκαν στα βιβλία. Βγαίνοντας είδαν το περιβόλι του οσίου γεμάτο καρπούς.
— Να 'ρθουμε τη νύχτα να τους κλέψουμε, συμφώνησαν στα γρήγορα, χωρίς πολλή συζήτηση.
Και πράγματι, σαν έπεσε η νύχτα, ήρθαν πάλι. Την ώρα εκείνη ο θεομακάριστος Γρηγόριος ήταν στο βάθος του σπηλαίου και προσευχόταν. Πλησίασαν αθόρυβα κι ασφάλισαν απ' έξω την πόρτα, φυλακίζοντας τον όσιο μέσα. Ανενόχλητοι κατόπιν ρίχτηκαν στη λεηλασία του κήπου. Οι δύο μάζευαν από κάτω, ενώ ο τρίτος — ο δήθεν καταδικασμένος σε θάνατο — ανέβηκε σ' ένα ψηλό δέντρο κι έκοβε τους καρπούς του.
Ξάφνου όμως το κλαδί που πατούσε έσπασε. Κι ο κλέφτης, πριν προλάβει να κρατηθεί, έπεσε κατακόρυφα με το κεφάλι. Ο θόρυβος και οι σπαρακτικές φωνές του έκαναν τους άλλους να τρομάξουν και να το βάλουν στα πόδια. Ο ίδιος όμως — αλίμονο!  βρήκε οικτρό τέλος: Καθώς έπεφτε, το κεφάλι του πιάστηκε σε μια διχάλα και πνίγηκε.


Το πρωί οι αδελφοί δεν είδαν τον όσιο Γρηγόριο στην εκκλησία. Παραξενεμένοι πήγαν μετά την ακολουθία στο κελί του για να δουν αν ήταν άρρωστος. Τότε είδαν με φρίκη τον κρεμασμένο πάνω στο δέντρο.


Σε λίγο διαπίστωσαν ότι ή σπηλιά του οσίου ήταν μανταλωμένη απ' έξω. Άνοιξαν και τον ελευθέρωσαν.


Στο μεταξύ είχαν μαζευτεί εκεί γύρω πολλοί αδελφοί και λαϊκοί, που πληροφορήθηκαν για το φρικτό θάνατο του κρεμασμένου. Ανάμεσά τους ο όσιος Γρηγόριος διέκρινε και τους δύο φίλους του νεκρού, που είχαν επιστρέψει δειλάδειλά και κοίταζαν από μακριά το αιωρούμενο πτώμα του συντρόφου τους.


 Βλέπετε πως πραγματοποιήθηκε το άθλιο ψέμα σας; τους είπε αυστηρά ο όσιος.

Ο «θεός ου μυκτηρίζεται». Αν δεν με κλειδώνατε μέσα, θα έτρεχα να τον βοηθήσω και θα γλίτωνε. Αλλά ο φίλος σας διάβολος, που σας δίδαξε την απάτη και το ψεύδος, είναι ο αίτιος του πνευματικού και του σωματικού θανάτου. Κι από τότε που υποταχθήκατε σ' αυτόν, το έλεος του Θεού σας εγκατέλειψε.


Τρέμοντας από το φόβο τους οι δυο χωρικοί έπεσαν στη γη και ζήτησαν με δάκρυα συγχώρηση για την πράξη τους. Και ο όσιος τους πρόσταξε να κερδίζουν στο εξής το ψωμί τους, με τον τίμιο ίδρωτα τους.


Ας έρθουμε τώρα στη μαρτυρική τελείωση του φιλόθεου και θαυματουργού Γρηγορίου.
Κάποτε συνέβη να μολυνθεί το άγιο ποτήριο της εκκλησίας από ακάθαρτο ζώο. Ο όσιος κατέβηκε μέχρι το Δνείπερο ποταμό για να φέρει πεντακάθαρο νερό και να καθαρίσει το Ιερό σκεύος.
Στις όχθες του πόταμου συναντήθηκε με τους πρίγκιπες αδελφούς Ροσπσλάβο και Βλαδίμηρο Β' Βσεβολόντοβιτς. Κατευθύνονταν προς τη μονή για να προσκυνήσουν και να πάρουν τις ευλογίες των πατέρων, πριν εκστρατεύσουν κατά των επιδρομέων Πολόφτσων.
Μερικοί αδιάντροποι υπηρέτες του Ροσπσλάβου, θέλησαν να διασκεδάσουν με τον άκακο γέροντα. Άρχισαν λοιπόν να γελούν σε βάρος του χλευαστικά και να του πετούν αισχρά υπονοούμενα.
Ο ταπεινός όσιος δεν ταράχτηκε. Τους άκουγε ήρεμος και αμίλητος. Τα προορατικά του μάτια όμως, είδαν τον επικείμενο θάνατο των χλευαστών του.
— Αχ, παιδιά μου! είπε λυπημένα. Γιατί ασεβείτε κατά του Θεού στο πρόσωπο ενός γέρου μοναχού σαν κι εμένα; Εσείς τώρα χρειάζεστε πολλή προσευχή. Κλάψτε για το χαμό σας και μετανοήστε για τις αμαρτίες σας. Για σας θα 'ρθη πολύ γρήγορα Η κρίση του Κυρίου. Όλοι σας θα πνιγείτε μέσα στο νερό μαζί με τον πρίγκιπά σας!


Ο Ροστισλάβος, ενώ τόση ώρα άκουγε τους υπηρέτες του χωρίς να επεμβαίνει, τώρα έγινε έξω φρενών με τα λόγια του οσίου. Τα πήρε όχι σαν προειδοποίηση, μα σαν κατάρα.


—Έμενα απειλείς, παλιοκαλόγερε; φώναξε στο φιλόχριστο Γρηγόριο κόκκινος από την οργή. Το ξέρεις ότι δεν με φτάνει κανείς στο κολύμπι; Αλλά θα σου δείξω εγώ! Θα χαθείς εσύ μ' αυτό το θάνατο!


Και αμέσως ο ανόσιος πρίγκιπας, διέταξε να δέσουν τον όσιο χειροπόδαρα, να του κρεμάσουν μια πέτρα στο λαιμό και να τον πετάξουν στο πιο βαθύ σημείο του πόταμου. Η διαταγή του εκτελέστηκε χωρίς αργοπορία. Σε λίγο τα νερά του Δνείπερου κατάπιαν το τίμιο σώμα του θαυματουργού.


Ο θηριώδης Ροσπσλάβος, μετά το φόνο του οσίου, γύρισε κι έφυγε συγχυσμένος και αμετανόητος, χωρίς να πάει στο μοναστήρι. Ο αδελφός του όμως Βλαδίμηρος πήγε εκεί και ζήτησε την ευλογία των πατέρων για την αντιμετώπιση των βαρβάρων Πολόφτσων.
Η μάχη έγινε κοντά στην Τρίπολη, στις όχθες του πόταμου Στούγκνα. Οι Ρώσοι ηττήθηκαν από τους βαρβάρους και ό Ροσπσλάβος πνίγηκε μ' ολόκληρο σχεδόν το στράτευμά του. Ο Βλαδίμηρος όμως, χάρη στην ευλογία των αγίων της Λαύρας, σώθηκε.


Στο μεταξύ, οι αδελφοί έψαχναν δυο μέρες τον όσιο, μα δεν τον εύρισκαν.

Την τρίτη μέρα μπαίνουν στο κελί του και τι να δουν! Το νεκρό σώμα του βρισκόταν εδώ, με δεμένα τα χέρια και τα πόδια και με την πέτρα στο λαιμό! Το ένδυμα του ήταν μουσκεμένο, ενώ το πρόσωπο φωτεινό και ιλαρό. Το σώμα του ήταν ζεστό και εύκαμπτο, σαν ζωντανό.


Όλοι θαύμασαν για το ολοφάνερο σημείο της αγιότητας του μακαρίου αδελφού τους. Ποτέ δεν έμαθαν πως βρέθηκε το σώμα του μέσα στο κελί.

Δόξασαν το μεγάλο Θεό, τον «θαυμαστόν εν τοις Αγίοις Αυτού», σήκωσαν το σεπτό σκήνωμα και το τοποθέτησαν με προσευχές και ψαλμωδίες στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου.

Εκεί παραμένει μέχρι σήμερα, άφθορο και δοξασμένο, κηρύττοντας σιωπηλά στους ανθρώπους τη δύναμη της πίστεως και την παντοδυναμία του Θεού, του «ποιούντος θαυμάσια».



Όσιος ΗΣΑΪΑΣ ο θαυματουργός, επίσκοπος Ροστώφ




Ο ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ησαΐας, γεννήθηκε στη γη του Κιέβου από ευγενείς και φιλόχριστους γονείς, που του έδωσαν χριστιανική αγωγή.
Από τα νεανικά του χρόνια αγάπησε το Χριστό, περιφρόνησε όλες τις κοσμικές απολαύσεις και ήρθε στη μονή των Σπηλαίων για να γίνει μοναχός. Ηγούμενος ήταν τότε ο όσιος Θεοδόσιος, που διείδε με τη χαρισματική του διάνοια τη μελλοντική εξέλιξη του νέου και τον έντυσε με το μοναχικό ένδυμα.


Από τότε ο Ησαΐας δόθηκε «ψυχή τε και σώματι» στο Νυμφίο Χριστό και άρχισε μιαν αυστηρή ασκητική ζωή.

Ήταν απλός, ταπεινός, υπάκουος, αφιλάργυρος, Φιλάδελφος, γνήσιος ενσαρκωτής της αγγελικής ζωής. Με την εγκράτεια και την υπομονή του νέκρωσε σύντομα τα πάθη και τις επιθυμίες της σάρκας. Στολισμένος έτσι με σοφία, διάκριση, ανδρεία και σωφροσύνη, έγινε από τη ζωή αυτή ένας ουρανοπολίτης, που βάδιζε γοργά για την άνω Ιερουσαλήμ. Και επειδή «ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη», η φήμη των αρετών και της αγιότητάς του διαδόθηκε σ` όλη την κιεβική χώρα κι έφτασε μέχρι τα` αυτιά του μεγάλου ηγεμόνα Ιζιασλάβου Παροσλάβιτς.


Άρχισε τότε εκείνος να παρακαλεί επίμονα τον όσιο Θεοδόσιο να δώσει την ευλογία του για να τοποθετηθεί ο Ησαΐας, ηγούμενος στο μοναστήρι του αγίου Δημητρίου, μια και ο μακάριος Βαρλαάμ είχε κοιμηθεί εν Κυρίω.

Ο θεοφώτιστος Θεοδόσιος πληροφορήθηκε εσωτερικά από το Πανάγιο Πνεύμα ότι ήταν θέλημα Θεού ν' αναλάβει ο υποτακτικός του τη διακονία του ηγουμένου. Έτσι έδωσε τη συγκατάθεση και την ευλογία να γίνει ο Ησαΐας ηγούμενος. Κι εκείνος, μη θέλοντας να παρακούσει, σήκωσε με πόνο το βαρύ φορτίο κι έγινε «ο ποιμήν ο καλός» των μοναχών της νέας μονής του.

Ούτε ο τρόπος της ζωής του άλλαξε, ούτε το ταπεινό φρόνημά του αλλοιώθηκε από το αξίωμα που ανέλαβε. Ο νους του ήταν πάντοτε προσκολλημένος στη μνήμη του Θεού και του θανάτου, της κρίσεως και της βασιλείας των ουρανών. Γι' αυτό συνέχιζε, με περισσότερο τώρα ζήλο, τις ασκήσεις και τους αγώνες του και γινόταν ζωντανό παράδειγμα αγγελικής βιοτής για τους υποτακτικούς του, καλώντας τους στις κορυφές των αρετών και εκπληρώνοντας πάντοτε πρώτος εκείνο που ζητούσε από τους άλλους.


Ο ηγεμόνας Ιζιασλάβος χαιρόταν κι ευγνωμονούσε το Θεό και τον όσιο Του Θεοδόσιο, που έστειλαν στη μονή του αγίου Δημητρίου ένα τέτοιον «έμψυχο αδάμαντα». Αλλά περισσότερο ο Κύριος δόξασε τον πιστό δούλο Του, τιμώντας τον με το υψηλό και θείο αρχιερατικό αξίωμα. Μετά τη μακάρια κοίμηση του θεοφιλούς Λεοντίου, επισκόπου του Ροστώφ, ο όσιος Ησαΐας, με κοινή βουλή Θεού και ανθρώπων, αναδείχθηκε επίσκοπος σ' εκείνη την επαρχία.


Όταν ήρθε στη θεόσωστη γη του Ροστώφ, ο όσιος ποιμενάρχης βρήκε πολλούς χριστιανούς, πρόσφατα βαπτισμένους αλλά αστερέωτους στην πίστη. Είχαν κρατήσει πολλές παλιές ειδωλολατρικές συνήθειες και διέπρατταν από άγνοια σοβαρά αμαρτήματα. Άρχισε τότε ο όσιος ένα δύσκολο και κοπιαστικό ποιμαντικό αγώνα, για τη διαφώτιση και τη στήριξη του ποιμνίου του στην πίστη και τη διδασκαλία του Χριστού.


«Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε», φώναζε στα κηρύγματά του προς το λαό. Γι` αυτό μόνο στο Χριστό να πιστεύετε. Μόνο το Χριστό ν` ακολουθείτε. Μόνο τη διδασκαλία Εκείνου και τις διδαχές των ποιμένων Του να εφαρμόζετε στη ζωή σας. Ν' απαλλαγείτε από τις πλάνες των ειδώλων και τις απάτες των δαιμόνων για να μη βλασφημείται, αλλά να δοξάζεται με τη ζωή και τα έργα σας το όνομα του Θεού!


Περιόδευε ακατάπαυστα ο όσιος στις πόλεις και τα χωριά της περιοχής Ροστώφ και Σουζντάλ και κατηχούσε, κήρυττε, νουθετούσε, δίδασκε, διέλυε τις πλάνες, κατέλυε τα προπύργια του νοητού εχθρού.


Όπου έβλεπε να υπάρχουν ακόμα είδωλα ή ειδωλολατρικοί ναοί, έδινε εντολή να κατεδαφιστούν ή να παραδοθούν στη φωτιά, κι έπειτα δίδασκε στους κατοίκους την ορθόδοξη πίστη στην Αγία και Ομοούσιο Τριάδα. Όσοι από τους αβάπτιστους Ρώσους πίστευαν, βαπτίζονταν από τον όσιο Ιεράρχη στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Κι όσοι δεν πίστευαν με την κατήχηση και το κήρυγμα, πείθονταν με τα υπερφυσικά θαύματα και σημεία που επιτελούσε ο όσιος με τη δύναμη του παντοδύναμου Θεού.

Αλλά και τις πιο σκληρές καρδιές τις λύγιζε η αγάπη, η ευσπλαχνία, η ακακία και η μακροθυμία του μακαρίου Ησαΐα.

Ήταν παρηγορητής των θλιβομένων, τροφός των πεινασμένων, προστάτης των χηρών και ορφανών, βοηθός των φτωχών, υπερασπιστής των αδικούμενων. «Οφθαλμός ην τυφλών, πους δε χωλών», όπως ο δίκαιος Ιώβ, έτσι που όλοι χαίρονταν και δόξαζαν τον Κύριο, γιατί τους χάρισε ένα τέτοιο πατέρα και διδάσκαλο.


Ο όσιος Ιεράρχης Ησαΐας, αξιώθηκε να παρευρεθεί και στα εγκαίνια του πάνσεπτου ναού της Λαύρας, καλεσμένος από άγγελο Κυρίου, όπως είδαμε στη σχετική διήγηση.


Μετά τα εγκαίνια, έζησε εννέα μήνες ακόμη.

Στις 15 Μαΐου του 1090, αφού μετέστρεψε στην αληθινή πίστη πολλές ψυχές που ζούσαν «εν σκότει και σκιά θανάτου» και αφού ευαρέστησε τον Κύριο με την ενάρετη ζωή του, εκοιμήθη ειρηνικά και παρέδωσε την αγία ψυχή του στα χέρια των αγγέλων, που τη μετέφεραν στον ουρανό.




Όσιος ΙΕΡΕΜΙΑΣ, ο προορατικός.



ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ το μεγάλο προφήτη του Ισραήλ Ιερεμία, που έλαμψε στη γη της Παλαιστίνης στα χρόνια του Νόμου, ο Θεός ανέδειξε έναν αντάξιο χαρισματούχο συνώνυμό του, στη γη της Ρωσίας, στα χρόνια της χάριτος.

Είναι ο όσιος Ιερεμίας ο προορατικός.

Ο όσιος Ιερεμίας ήρθε στη μονή των Σπηλαίων σε βαθιά γεράματα και αξιώθηκε να λάβει το άγιο μοναχικό σχήμα από τους οσίους Αντώνιο και Θεοδόσιο.

Για τη ζωή του, δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα.

Ξέρουμε μόνο ότι, παρά τα χρόνια του, με τόσο ζήλο και αυταπάρνηση μιμήθηκε την ισάγγελη ζωή των δύο αγίων χειραγωγών του, ώστε ο δωρεοδότης Κύριος, τον δόξασε σε πολύ λίγο χρόνο, με το μέγα χάρισμα της γνώσεως των μελλοντικών γεγονότων και των μυστικών διαλογισμών των ανθρώπων.


Ο όσιος Ιερεμίας, σαν σοφός και πιστός οικονόμος της δωρεάς του Χριστού, τη χρησιμοποίησε για τη δόξα Εκείνου και για την οικοδομή των αδελφών του.

Αν διάβαζε κάποια κακή σκέψη ή διέκρινε αμαρτητική διάθεση σε κάποιον αδελφό, τον έπαιρνε ιδιαιτέρως και τον συμβούλευε σοφά, πως ν' αποκρούσει την επίθεση του πονηρού και πως να φυλάγεται από τις επιβουλές του.


Με ιδιαίτερη προσοχή και με πολλή αγάπη, πλησίαζε τους αδελφούς εκείνους που με απάτη του διαβόλου σκέπτονταν ν' αφήσουν το μοναστήρι και να γυρίσουν στον κόσμο.

Σ' αυτές τις περιπτώσεις ο φωτισμένος Ιερεμίας, σαν πατέρας κι αδελφός μαζί, πήγαινε στον πειραζόμενο μοναχό, τον παρηγορούσε, τον νουθετούσε και με περισσή σοφία και διάκριση ξεσκέπαζε τους λογισμούς του και την πλεκτάνη του σατανά. Ύστερα τον προέτρεπε πειστικά να κάνη υπομονή και ν' αντιστέκεται γενναία στον ακατάπαυστο πόλεμο «του κοσμοκράτορος του σκότους του αιώνος τούτου».

Συνήθως, τόσο πολύ ενίσχυαν τα άγια και θεόπνευστα λόγια του τους κλονιζόμενους αδελφούς, ώστε ποτέ πια στο μέλλον δεν είχαν παρόμοιο πόλεμο λογισμών.


Ακόμη ο διακριτικός Ιερεμίας έλεγε από πριν στους αδελφούς, αν κάποια ενέργεια ή απόφασή τους ήταν σωστή ή λαθεμένη, σύμφωνη με το θέλημα του θεού ή αποτέλεσμα απάτης του διαβόλου και ποια θα ήταν η έκβασή της.

Οι Λόγοι και οι προβλέψεις του έβγαιναν πάντοτε αληθινοί.


Ο όσιος Ιερεμίας, αφού πολλαπλασίασε το τάλαντο που του έδωσε ο Κύριος, άφησε σε βαθύ γήρας αυτή τη γη και πορεύτηκε στην άλλη, την «καινή», για να ζήση μακάρια την άμεση ενατένιση της Θείας Σοφίας, της Ζωαρχικής Τριάδος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου