Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016

Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος, Ἡ ὄντως Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας


  Ἡ ὄντως Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
 Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου
Ὅσο προχωροῦµε πρός τήν σύγκληση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τόσο καί γράφονται διάφορα κείµενα, αὐξάνεται τό ἐνδιαφέρον τῶν Χριστιανῶν γιά τά ὅσα πρόκειται νά γίνουν σέ αὐτήν καί κυρίως γιά ὅσα θά ἀποφασισθοῦν.
Προσπαθῶ νά δῶ τά θέµατα αὐτά µέ ψυχραιµία, νηφαλιότητα καί κυρίως µέσα ἀπό τήν καθολική πείρα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἤδη ἔχω συντάξει καί δηµοσιοποιήσει διάφορα κείµενα καί πρόκειται νά διατυπώσω τίς ἀπόψεις µου προφορικῶς καί γραπτῶς, κατά τήν Συνεδρίαση τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία πρόκειται νά συνέλθη κατά τόν Μάϊο γιά νά λάβη σαφεῖς ἀποφάσεις ὡς πρός τήν στάση πού θά τηρήση ἡ Ἐκκλησία µας στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, πού θά συνέλθη στήν Κρήτη τόν Ἰούνιο.
Ἐµεῖς, οἱ Ἐπίσκοποι, ὅπως καί οἱ Κληρικοί παντός βαθµοῦ, µοναχοί, θεολόγοι καί γενικά Χριστιανοί, µποροῦµε καί πρέπει νά καταθέτουµε τίς σκέψεις µας στά Συνοδικά ὄργανα τῆς Ἐκκλησίας καί νά ἐνηµερώνουµε τούς Χριστιανούς. ∆υστυχῶς ὅλη αὐτή ἡ συζήτηση γίνεται καθυστερηµένα, γιατί ἔπρεπε νά γίνη πρίν ὑπογραφοῦν τά κείµενα αὐτά κατά τήν Σύνοδο τῶν Προκαθηµένων στό Σαµπεζύ τῆς Γενεύης τόν παρελθόντα Ἰανουάριο. Εὐθύνονται δέ ὅλοι ἐκεῖνοι πού κρατοῦσαν τά κείµενα αὐτά «ὑπό τό µόδιον» καί δέν δίνονταν στήν δηµοσιότητα γιά εὐρύτερη συζήτηση οὔτε κἄν στούς Μητροπολίτες τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας µας γιά νά λάβουν γνώση. Αὐτή εἶναι µιά λυπηρά ἱστορία πού δέν περιποιεῖ τιµή σέ ἐκείνους πού τήν σχεδίασαν ἤ τήν ἐφάρµοσαν.
Ἐπιφυλασσόµενος νά ἐκφράσω τίς ἀπόψεις µου κατά τήν Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, θά καταγράψω ἐδῶ µερικά σηµεῖα πού µποροῦν νά ὠφελήσουν ὅσους ἔχουν καλή διάθεση.
   1. Ἡ βάση τοῦ ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύµατος εἶναι συνοδική, πού σηµαίνει γίνεται συζήτηση, ἀνταλλάσσονται ἀπόψεις καί ἐξάγονται τά συµπεράσµατα. «Ἔδοξε γὰρ τῷ Ἁγίῳ Πνεύµατι καὶ ἡµῖν», ὅπως ἀπεφάνθη ἡ Ἀποστολική Σύνοδος στά Ἱεροσόλυµα, κατά τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων (Πράξ. ιε΄, 28). Τό συνοδικό, ὅµως, πολίτευµα δέν λειτουργεῖ οὔτε ἐκφράζεται µόνον µεταξύ τοῦ Σώµατος τῶν Ἐπισκόπων, ἀλλά καί σέ ὅλα τά ἄλλα ἐπίπεδα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, καί γενικά στίς συζητήσεις µεταξύ Κληρικῶν, µοναχῶν καί λαϊκῶν, ὅσων τελικά τό ἐπιθυµοῦν. Ἔτσι, ἀποφεύγεται ἡ Κληρικοκρατία καί ἡ λαϊκοκρατία.
Τό ἐκκλησιαστικό πολίτευµα σέ ὅλα τά ἐπίπεδα λειτουργίας του εἶναι συνοδικῶς ἱεραρχικό καί ἱεραρχικῶς συνοδικό. Ἑποµένως, δέν πρέπει νά ἐνοχλοῦν οἱ ἀπόψεις-θέσεις πού διατυπώ- νονται ἀπό Κληρικούς, µοναχούς, θεολόγους, λαϊκούς, ὡσάν αὐτές οἱ ἀπόψεις νά κλονίζουν τόν Συνοδικό θεσµό. Μιά τέτοια ἄποψη εἶναι ἐκτροπή ἀπό τό ἐκκλησιαστικό φρόνηµα, ἐκφράζει δέ παπική ἀντίληψη. Στό σηµεῖο αὐτό θά παρατεθῆ ἕνα χαρακτηριστικό κείµενο τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι: «Ἡ Ἐκκλησία εἶναι µιά συνέλευσις, πού οὐδέποτε διακόπτεται. Μέ ἄλλους λόγους, ἡ ὑπερτάτη αὐθεντία –καί ἡ ἱκανότης πρός διάκρισιν τῆς ἀληθείας εἰς τήν πίστιν– εἶναι ἐµπιστευµένη εἰς τήν Ἐκκλησίαν, πού εἶναι πράγµατι «Θεῖος θεσµός» κατά τήν ὀρθήν καί στενήν ἔννοιαν τῆς λέξεως, ἐνῶ οὐδεµία Σύνοδος ἤ «Συνοδικός θεσµός» εἶναι de jure Divino, παρά µόνον ὅταν ἀποτελῆ ἀληθῆ εἰκόνα ἤ φανέρωσιν τῆς ἰδίας τῆς Ἐκκλησίας.
Εἰς τό σηµεῖον αὐτό φαινόµεθα νά ἔχωµεν ἐµπλακῆ εἰς φαῦλον κύκλον. Ἴσως αὐτό εἶναι ἀληθές, ἐάν ἐπιµένωµεν δι’ ἐπισήµους ἐγγυήσεις εἰς τά δογµατικά ζητήµατα. Ἀλλά προφανῶς τοιαῦται «ἐγγυήσεις» δέν ὑφίστανται οὔτε εἶναι δυνατόν νά προσαχθοῦν καί µάλιστα προκαταβολικῶς. Ὡρισµέναι «Σύνοδοι» εἰς τήν πραγµατικότητα ὑπῆρξαν ἀποτυχίαι, τίποτε περισσότερον ἀπό conciliabula, πού βεβαίως διέπραξαν λάθη. ∆ι’ αὐτόν δέ τόν λόγον µεταγενεστέρως ἀπεκηρύχθησαν. Πολύ διδακτική ἐπί τοῦ προκειµένου εἶναι ἡ περίπτωσις τῶν Συνόδων τοῦ τετάρτου αἰῶνος. Αἱ ἀποφάσεις τῶν Συνόδων ἐγένοντο δεκταί ἤ ἀπερρίπτοντο ἀπό τάς Ἐκκλησίας ὄχι διά λόγους τυπικούς ἤ «κανονικούς», ἡ δέ ἐτυµηγορία τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξεν ἄκρως ἐκλεκτική. Ἡ Σύνοδος δέν εὑρίσκεται ὑπεράνω τῆς Ἐκκλησίας, αὐτή ἦταν ἡ ἄποψις τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας».
   2. Ἡ Πεντηκοστή εἶναι τό κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί αὐτή δέν εἶναι µία ἑορτή πού πανηγυρίζεται ἐξωτερικά, ἀλλά ἡ µετοχή στήν θέωση, κατά διαφόρους βαθµούς.
Τό ὅτι ἐπελέγη ἡ Πεντηκοστή γιά τήν σύγκληση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι σηµαντικό, γιατί δείχνει ὅτι οἱ Προκαθήµενοι πιστεύουν ὅτι πρέπει ἡ Σύνοδος αὐτή νά ἐκφράζει τήν ζωή τῆς Πεντηκοστῆς. Αὐτό σηµαίνει ὅτι ὅσοι θά συµµετάσχουν στίς συνεδριάσεις τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου πρέπει νά ἔχουν ἀποστολικό καί πατερικό φρόνηµα καί ζωή, νά µετέχουν, κατά διαφόρους βαθµούς, στήν µέθεξη τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοπτικῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, νά προσεύχωνται –ὅσο καί ἄν ἀκούγεται αὐτό παράξενα– νά διακατέχωνται ἀπό τήν συνείδηση πού διαπότιζε τούς ἁγίους Πατέρας στίς Οἰκουµενικές καί Μεγάλες Συνόδους τῆς Ἐκκλησίας.
Τά κείµενα πού θά ψηφισθοῦν πρέπει νά εἶναι κείµενα προσευχῆς καί ὄχι κείµενα κοσµικῶν συµβιβασµῶν καί σκοπιµοτήτων· πρέπει νά εἶναι κείµενα πού θά συντονίζωνται στήν ὅλη παράδοση τῶν Ἁγίων Πατέρων, νά ἔχουν ὀργανική σχέση µέ τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουµενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων καί γενικά τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί, ἄν δέν ὑπάρχη ἡ προσωπική πνευµατική ἐµπειρία, τοὐλάχιστον νά ὑπάρχη ἡ σαφής συνείδηση πού ἐκφράζει ἡ φράση «ἑπόµενοι τοῖς ἁγίοις πατράσι», ὅπως γράφεται στά Πρακτικά τῶν Οἰκουµενικῶν Συνόδων. Τελικά, οἱ Σύνοδοι βασίζονται στούς µεγάλους Πατέρες πού παρευρέθηκαν σέ αὐτές, καί ἑορτάζουν οἱ ἅγιοι Πατέρες πού συνεκρότησαν τίς Οἰκουµενικές Συνόδους.
Μιά πρόχειρη ἀνάγνωση τῶν Πρακτικῶν τῶν Οἰκουµενικῶν Συνόδων θά ἀποδείξη ὅτι ἡ βάση καί ἡ ὑποδοµή τῶν ἀποφάσεών τους εἶναι ἡ διδασκαλία τῶν ἐµπειρικῶν Πατέρων, µέ τήν ὀρθόδοξη ἔννοια τῆς λέξεως. Γιά παράδειγµα, στόν «ὅρο πίστεως» τῆς ∆΄ Οἰκουµενικῆς Συνόδου γράφεται: «…τήν δέ ἀπλανῆ τῶν Πατέρων ἀνανεωσάµενοι πίστιν…». Ἐπίσης, στά Πρακτικά τῆς Συνόδου αὐτῆς συναντᾶµε τήν φράση: «πανταχοῦ τοῖς τῶν ἁγίων Πατέρων ὅροις ἑπόµενοι». Καί στόν «ὅρο πίστεως» τῆς ΣΤ΄ Οἰκουµενικῆς Συνόδου γράφεται ὅτι ἡ Σύνοδος ἀκολουθεῖ «τῇ τῶν ἁγίων καί ἐγκρίτων Πατέρων ἀπλανῶς εὐθείᾳ τρίβῳ…». Ὑπάρχουν καί πολλά ἄλλα παραδείγµατα ἀπό τά Πρακτικά τῶν Οἰκουµενικῶν Συνόδων, ἀπό τά ὁποῖα συνάγεται ὅτι ἡ διδασκαλία τῶν θεοφόρων Πατέρων προηγεῖται καί ἀκολουθοῦν οἱ ἀποφάσεις τῶν Συνόδων.
  Ὅσοι ἔχουν τήν ἄποψη ὅτι ἡ Σύνοδος ὁµοιάζει µέ ἕνα ἐπιστηµονικό Συνέδριο ἀκαδηµαϊκῶν θεολόγων σφάλλουν. Ἄλλωστε, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἔδειξαν ὅτι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία εἶναι ἐµπειρία, ὅπως φαίνεται στίς Συνόδους τοῦ 14ου αἰῶνος, πού πρωτοστατοῦσε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαµᾶς. Ἐλπίζω δέ ὅτι ἔστω καί τήν τελευταία στιγµή θά διατυπωθῆ γραπτῶς στά κείµενα πού θά ἐκδοθοῦν ὅτι ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος εἶναι συνέχεια τῶν µεγάλων ἡσυχαστικῶν Συνόδων τοῦ 14ου αἰῶνος, κυρίως τοῦ ἔτους 1351, πού ἔδειξαν ὅτι ἡ πραγµατική µεθοδολογία τῶν δογµάτων στίς Οἰκουµενικές καί Τοπικές Συνόδους εἶναι ἡ νηπτική παράδοση καί ζωή. Ἄν δέν γίνει αὐτό, τότε θά ἀποδειχθῆ περίτρανα ὅτι ἐπιλέγεται ἡ «ἰδεολογοποίηση» τήν ὁποίαν µερικοί ἐπιθυµοῦν νά ἀποφύγουν.
  3. Παρατηρώντας τήν σύγχρονη ἐκκλησιαστική κατάσταση διαπιστώ- νουµε ὅτι κινεῖται µέσα στίς «γεωπολιτικές στρατηγικές», σέ ἐθνικιστικές σκοπιµότητες, στήν «ψυχρή πολεµική» µεταξύ Ἀνατολῆς καί ∆ύσεως.
Ὄντως ὑφίσταται µιά τέτοια πραγµατικότητα, ἀφοῦ ἡ θεολογία, δυστυχῶς, ἀπό ἀδιάκριτους καί ἀθεολόγητους Κληρικούς ἐµπλέκεται µέ τήν πολιτική καί τήν διπλωµατία. Αὐτό τό ἐπεσήµανα καί σέ ἄλλο κείµενό µου, χρησιµοποιώντας καί ἐνδεικτικό παράδειγµα. Γιά νά ἀποφευχθῆ αὐτή ἡ ἐκκοσµικευµένη τακτική, θά πρέπει ὅσοι συµµετάσχουν στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας νά στηριχθοῦν πάνω στήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, νά ἔχουν καθαρό ἐκκλησιαστικό φρόνηµα. Μόνον µέ τήν ὀρθόδοξη θεολογία µποροῦµε νά ἀποµα- κρυνθοῦµε ἀπό τέτοιες κοσµικές νοοτροπίες. ∆έν ἐπαρκοῦν τά σκληρά λόγια καί οἱ ἐπιθετικές ἐπισηµάνσεις γιά νά ἀποφευχθῆ αὐτός ὁ ὑπαρκτός κίνδυνος. Τελικά, εὐθύνονται ὅσοι, µέ τήν κοσµική νοοτροπία τους εἰσάγουν ἤ ἐπιτρέπουν νά εἰσάγεται µέσα στήν Ἐκκλησία ἡ «γεωπολιτική στρατηγική», νά συνδέεται, δηλαδή, ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας µέ πολιτικές καί ἐθνικιστικές σκοπιµότητες. Πρόκειται γιά κατάπτωση.
   4. Ἡ ἀλήθεια ἐπικρατεῖ µέ τήν µέθεξη καί τήν µαρτυρία τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, µέ ἐµπνευσµένο λόγο καί θεοειδῆ ἀγάπη, µέ νηφαλιότητα κάι ψυχραιµία, µέ εἰρηνικό καί θεοφιλῆ τρόπο. Ἀντίθετα, τά ἐπιθετικά συνθήµατα, οἱ καλοστηµένες «ταµπέλες», ὁ «ξύλινος θεολογικός λόγος», τά δηλητηριώδη ὑπονοούµενα, ὁ στιγµατισµός ἐγωϊστικῶν καταστάσεων µέ «παπική» νοοτροπία, ἡ ὑποτίµηση ἄλλων 5 ἀδελφῶν, ἡ καταπολέµηση τοῦ συντηρητισµοῦ µέ ἕναν ἄλλον συντηρητισµό καί φιλελευθερισµό καί πολλά ἄλλα δέν συνιστοῦν ἔκφραση καί συνείδηση ἀληθείας, ἀλλά µᾶλλον ἐκδήλωση πανικοῦ! Γενικά, ἡ ἀλήθεια γιά νά ἐπικρατήση χρειάζεται τήν πνοή τοῦ Παρακλήτου, τήν ἀτµόσφαιρα τῆς Πεντηκοστῆς, τό εἰρηναῖο πνεῦµα, τήν ἀποµάκρυνση τῆς πυορροοῦσας πληγῆς τῶν παθῶν.
Ἡ ὑποστήριξη τῆς ἀληθείας µέ πάθη, µέ ὑπερηφάνεια καί ἐπιθετικότητα, µέ φανατισµούς καί µισαλλοδοξίες, τήν ἀποδυναµώνει ὁλοκληρωτικά. Ἐµπαθεῖς Κληρικοί πού δέν ἀπαντοῦν σέ θεολογικές προκλήσεις µέ θεολογικά ἐπιχειρήµατα, ἀλλά µέ ἐπιθετικά «ἰδεολογικά σχήµατα» δέν προσφέρουν ἀπολύτως τίποτε στόν θεολογικό καί ἐκκλησιαστικό διάλογο, τόν ὁποῖον δῆθεν ἐπιδιώκουν καί ὑποστηρίζουν. Εἶναι γνωστός ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Μαξίµου τοῦ Ὁµολογητοῦ «δαιµόνων θεολογία προδήλως ἡ τῶν ἐπ’ αὐτῇ διά φιλοδοξίαν µέγα φυσώντων δίχα πράξεως γνῶσις», καθώς ἐπίσης εἶναι γνωστός ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου γιά «τήν νῦν γλωσσαλγίαν καί τούς αὐθηµερινούς σοφούς καί τούς χειροτονητούς (αὐτοδίδακτους-αὐτοχειροτόνητους) θεολόγους».
    5. Εὐχόµαστε πραγµατικά, ὅσοι ἀγαποῦµε τήν Ἐκκλησία, ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, πού θά συνέλθη τήν περίοδο τῆς Πεντηκοστῆς, νά ἀρθῆ στό ὕψος τῶν περιστάσεων. Τά κείµενα τά ὁποῖα τελικά θά καταρτίση καί κυρίως τό µήνυµα πού θά ἐκπέµψη, πρέπει νά εἶναι καθαρά, χωρίς ὑπονοούµενα καί ὑποσηµειώσεις, αὐθεντικά, ἀληθινά, ὅπως τό Ἅγιον Πνεῦµα εἶναι «πνεῦµα ἀληθείας». Αὐτό σηµαίνει ὅτι πρέπει νά ἀναδύεται ἀπό αὐτά τά κείµενα ἡ εὐωδία τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας, ἡ συνείδηση τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἡ προσευχή τῶν Ἐπισκόπων, ἀλλά καί τῶν ἐρηµιτῶν καί τοῦ εὐσεβοῦς λαοῦ, µέ ἄλλα λόγια νά εἶναι κείµενα προσευχῆς καί ὀρθοδόξου θεολογίας. Βέβαια, ὅλοι µας στόν καθηµερινό λόγο πίπτουµε σέ θεολογικά λάθη ἤ ἀβλεψίες ἤ ἀκόµη δεχόµαστε ἀθελήτως ἐπιρροές ἀλλότριες, ἀλλά τά Συνοδικά κείµενα πρέπει νά εἶναι καθαρά.
Ἡ Ἐκκλησία ὅταν ἀποφασίζη Συνοδικῶς δέν φιλοσοφεῖ, δέν φλυαρεῖ, δέν ἐπιτίθεται, δέν διακρίνεται ἀπό βερµπαλισµό, ἀλλά ἐκφράζει µέ καθαρούς ὅρους τήν ἀλήθεια, χωρίς νά κρύπτη διφορούµενες ἔννοιες. Μέ αὐτήν τήν προοπτική ἔγραψα τό περί ἀντικαταστάσεως τοῦ ὅρου «ἀνθρώπινο πρόσωπο» ἀπό τόν ὅρο ἄνθρωπος. ∆έν ἔχω πρόβληµα µέ τόν ὅρο πρόσωπο, ὅπως τόν χρησιµοποιεῖ ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, ἀλλά µέ τίς 6 παρερµηνεῖες διαφόρων συγχρόνων θεολόγων, πού ἐκφράζουν ἀντορθόδοξες ἀπόψεις. Ἀπό πολυχρόνια µελέτη διαπίστωσα ὅτι σήµερα ὁ ὅρος πρόσωπο περισσότερο ἐκλαµβάνεται µέ τήν σχολαστική καί ὑπαρξιακή νοοτροπία, µέ τίς ἀπόψεις τοῦ γερµανικοῦ ἰδεαλισµοῦ µέ ἕναν οὑµανιστικό βολονταρισµό, καί γενικά µέ τόν δυτικό περσοναλισµό, ὁ ὁποῖος ὑπονοµεύει ὅλη τήν ἐκκλησιαστική παράδοση περί τοῦ προσώπου στόν Θεό, στόν Χριστό καί τόν ἄνθρωπο, ἀφοῦ συνδέει τήν φύση µέ τήν ἀνάγκη καί τήν βούληση µέ τό πρόσωπο, ὅπως ἔκαναν ὅλοι οἱ ἀρχαῖοι αἱρετικοί.
Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖον ζήτησα νά γίνη αὐτή ἡ ἀντικατάσταση καί δέν πρέπει νά δίνωνται ἄλλες ἑρµηνεῖες πού ἀδικοῦν τήν λογική ἀρτιότητα αὐτῶν πού τίς ἐκφράζουν. Γενικά, δέν ἔχω πρόβληµα µέ τήν λέξη πρόσωπο, ἀλλά µέ τίς σύγχρονες φιλοσοφικές καί κοινωνιολογικές ἀναλύσεις περί τοῦ προσώπου, ὅπως δείχνουν οἱ φράσεις «ὀντολογία τοῦ προσώπου», «ἀξιοπρέπεια τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου» κλπ., πού διαστρέφουν ὅλη τήν ἐκκλησιαστική παράδοση. Γιά νά περατώσω αὐτές τίς σύντοµες ἐπισηµάνσεις, τονίζω ὅτι ἡ µέλλουσα νά συνέλθη Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος, στήν ὁποία θά παραστῶ, «ἐκτός ἀπροόπτου», ἐπιθυµῶ νά ἐµπνέεται ἀπό τό ∆οξαστικό τῶν Ἁγίων Πατέρων, πού παραθέτω, τό ὁποῖο ψάλλουµε µεγαλοπρεπῶς στούς Ἱερούς Ναούς, καί µάλιστα αὐτήν τήν περίοδο τῆς Πεντηκοστῆς, τήν Κυριακή πρό τῆς Πεντηκοστῆς, πού θά συνέλθη ἡ Σύνοδος.
Ὅλα ὅσα λέγονται στήν Ἀκολουθία τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων, πρέπει νά ἔχουν ἀντίκρυσµα στά µέλη τῆς Συνόδου αὐτῆς. Ψάλλουµε στό τροπάριο:
«Τῶν Ἁγίων Πατέρων ὁ χορός,
 ἐκ τῶν τῆς οἰκουµένης περάτων συνδραµών,
 Πατρός καί Υἱοῦ καί Πνεύµατος Ἁγίου
 µίαν οὐσίαν ἐδογµάτισε καί φύσιν,
 καί τό µυστήριον τῆς θεολογίας τρανῶς παρέδωκε τῇ Ἐκκλησίᾳ·
 οὕς εὐφηµοῦντες ἐν πίστει µακαρίσωµεν λέγοντες.
 Ὦ θεία παρεµβολή, θεηγόροι ὁπλῖται, παρατάξεως Κυρίου·
 ἀστέρες πολύφωτοι τοῦ νοητοῦ στερεώµατος·
τῆς µυστικῆς Σιών οἱ ἀκαθαίρετοι πύργοι·
 τά µυρίπνοα ἄνθη τοῦ Παραδείσου·
τά πάγχρυσα στόµατα τοῦ Λόγου·
Νικαίας τό καύχηµα· οἰκουµένης ἀγλάϊσµα,
 ἐκτενῶς πρεσβεύσατε ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡµῶν».
Ἔτσι ἐπιθυµοῦµε νά εἶναι τά µέλη ἤ τοὐλάχιστον ἡ πλειοψηφία τῶν µελῶν τῆς Συνόδου αὐτῆς.
Ὅποιος ὑπερασπίζεται τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἄς καθρεπτισθῆ στό πνεῦµα αὐτοῦ τοῦ ∆οξαστικοῦ, γιά νά συµµετάσχη στήν δόξα τῶν Πατέρων καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. –
http://aktines.blogspot.gr/2016/05/h.html#more

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου