Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

Ο Γέρων Ελπίδιος


Ο αξιομνημόνευτος γέρων Ελπίδιος ήτο δίδυμος αδελφός του Ιερομάρτυρος Φιλουμένου, του μαρτυρήσαντος προσφάτως εις την Παλαιστίνην υπό των Εβραίων, το δε άγιόν του λείψανον ευρίσκεται άφθαρτον εις τα Ιεροσόλυμα με εμφανή τα σημεία της αγιότητος εκ της υπερφυσικής ευωδίας και των θαυ­μάτων…
Εκ της νεαράς ηλικίας των μακαρίων αυτών ηνήφθη εις την ψυχήν των ο θείος πόθος και αντί άλλης α­πασχολήσεως είχον την μελέτην των πατερικών βιβλί­ων και την προσευχήν. Όταν κάποτε ανέγνωσαν τον βίον του οσίου πατρός ημών Ιωάννου του Καλυβίτου, τόσον πολύ εθέλχθησαν εκ του ηρωικού παραδείγμα­τος του επιγείου αυτού αγγέλου, ώστε αμέσως και οι δύο εκ συμφώνου έφυγον κρυφίως εκ των γονέων των δια την Ιεράν Μονήν Σταυροβουνίου, εις ηλικίαν μό­λις δεκατεσσάρων ετών.
Η Μονή αυτή ευρίσκετο τότε εις πνευματικήν άνθησιν, έχουσα ως πρότυπον την κοινοβιακήν ζωήν των αγιορείτικων μονών. Τότε έλαμπε εις αυτήν ως φωστήρ μεταξύ των πολλών άλλων και ο ακάματος παπα-Κυπριανός, ο πνευματικός γίγας, του οποίου το παράδειγμα και η διδασκαλία εφώτιζον και ελάμπρυνον τον πνευματικόν ορίζοντα εις όλην την Κυπρια­κήν Εκκλησίαν. Η γνήσια οσιοπατερική γραμμή του περιβάλλοντος αυτού έβαψε την πρώτην και ανεξίτηλον βαφήν της πατερικής γραμμής και παραδόσεως εις τας παιδικάς ψυχάς των νεαρών τότε δοκίμων.
Εις την Ιεράν αυτήν παλαίστραν έμεινον επί εξαετίαν όλην, κατόπιν δε έφυγον διά την Παλαιστίνην, δι­ότι έκλονίσθη επικινδύνως υγεία των λόγω του αυστηρού προγράμματος της Μονής. Ούτω παρέμεινον πλέον ως τακτικά μέλη της Αγιοταφιτικής Αδελφότητος. Κατά το 1937 ο π. Ελπίδιος εχειροτονήθη εις διάκονον και το 1940 εις πρεσβύτερον του εδόθη δε η ευκαιρία να τελείωση και το εκεί Γυμνάσιον. Έκτοτε υπηρέτησεν εις πολλάς θέσεις του Πατριαρχείου, ό­πως Ηγούμενος της Μονής του Προδρόμου, κατόπιν εις την Τιβεριάδα και ύστερον Πατριαρχικός Έξαρχος εις Ναζαρέτ. Εκεί έλαβε και το οφφίκιον του άρχιμανδρίτου, και εκεί τον συνηντήσαμεν κατά το Φθινόπωρον του 1946, ότε επεσκέφθημεν την Παλαιστί­νην. Θα μας μείνη αλησμόνητος η φιλοφροσύνη και η στοργή μετά της οποίας μας εξενάγησεν. Η συγκίνησίς μας δε έκορυφώθη, όταν κατά την ανάβασίν μας εις το Θαβώρειον Όρος έψαλλε μετά πάσης μελωδικότητος τα αρμόδια τροπάρια, καθώς και το συγκλονιστικόν «Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα και παραδοθήσεται ο υιός του ανθρώπου καθώς γέγραπται περί αυτού… ».
Τό 1947 προσελήφθη εις την υπηρεσίαν του Πατρι­αρχείου Αλεξανδρείας και απεστάλει εις Μοζαμβίκην όπου παρέμεινε μέχρι το 1952. Κατόπιν ήλθε εις Αθή­νας και ενεγράφη εις την Θεολογικήν Σχολήν του Πα­νεπιστημίου οπόθεν και απεφοίτησε το 1956. Το επόμενον έτος της αποφοιτήσεώς του μετέβη εις Λονδίνον, όπου ύπηρέτησεν ως προϊστάμενος του ναου των Αγίων Πάντων και συγχρόνως παρηκολούθησε μα­θήματα Ερμηνείας Καινής Διαθήκης και Εκκλησια­στικής Ιστορίας εις το Βασιλικόν Κολλέγιον. Το 1959 διωρίσθη υπό του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας Έξαρχος του Θρόνου, κατ’ αρχάς εν Οδησσώ Ρωσσίας και ακολούθως εν Ελλάδι. Κατόπιν προσκλήσεως και πολλών προτροπών μετέβη εις Κύπρον ως ιεροκήρυξ της Επαρχίας Πάφου και μετά Ηγούμενος της Μο­νής Μαχαιρά.
Μετά από τα έπίμοχθα αυτά διακονήματα επέ­στρεψε εις την Ελλάδα και ανέλαβε την εφημερίαν του θεραπευτηρίου του Ερυθρού Σταυρού. Εδώ πα­ρέμεινε επί εξαετίαν και προσέφερε με ακούραστον διάθεσιν και θείον ζήλον μεγάλην πνευματικήν υπηρεσίαν όχι μόνον εις τους πάσχοντας, αλλά και εις το όλον περιβάλλον του νοσοκομείου πράγμα, το οποίον όλοι μέχρι σήμερον μετ’ ευγνωμοσύνης αναπολούν. Κατόπιν μετετέθη εις τον ναόν της Άγιας Τριάδος Αμπελοκήπων, όπου και συνέχισε την καλήν του διακονίαν, εντεύθεν δε απεσύρθη πλέον διά παντός διά να άνευρη τόπον ήσυχον, όπως πάντοτε ένοστάλγη. Ενθυμούμαι, όταν τον συνήντησα εις την Ναζαρέτ το 1946, μετά πόσης νοσταλγίας μοι έξομολογήθη την δι­ακαή του επιθυμίαν να ζήση ως απλούς μοναχός εις τόπον ήσυχον και αμέριμνον! Και πάλιν αργότερον, ότε ευρίσκετο εις την χώραν μας, έκλεπτε ολίγον χρόνον δι’ ολιγοήμερον επίσκεψιν εις τον Άθω, διά τον ο­ποίον εθερμαίνετο η καρδία του, αναζητών τόπον κατάλληλον της μελλοντικής του καταπαύσεως. Ο λό­γος της παραμονής του εις τον κόσμον, και εν τη υπη­ρεσία πάντοτε της Έκκκλησίας δεν ωφείλετο εις την αναζήτησιν τιμών τας οποίας ίσως άλλοι να επιδιώ­κουν, άλλ’ εις οίκογενειακάς υποχρεώσεις, αι οποίαι μοιραίως του εκληροδοτήθησαν χωρίς να τας προσδοκά.
Όταν κάποτε με έπεσκέφθη εις την Νέαν Σκήτιν, εις την καλύβην των Άγιων Αναργύρων, με παρεκάλεσε να τον εγγράψω διά της κυριάρχου Μονής εις την Ιδικήν μου συνοδίαν, διά να έχη θέσιν, όταν συν Θεώ αποδεσμευθή εκ των εν τω κόσμω υποχρεώσεων του, να έλθη να ζήση ως μοναχός. Εγώ τον ενεθάρρυνον ότι δεν θα του αρνηθώ όταν θα ήρχετο εις τό μέλλον, πράγμα τό οποίον εν τέλει έγινε υπό άλλας συνθήκας και εις ετέραν καλύβην της Σκήτεως, την ο­ποίαν εκτίσαμεν σχεδόν εξ αρχής μόνοι μας.
Οι Γέροντες Ευστάθιος και Ελπίδιος
Ούτε οι τιμητικοί τίτλοι, ούτε αι αξίαι του κόσμου τούτου ηδυνήθησαν να σκιάσουν τον πρώτον ζήλον και πόθον τον οποίον εξ αρχής η θεία χάρις ενεφύτευσεν εις την αθώαν ψυχήν τόσον αυτού όσον και του αδελφού του Φιλουμένου, με τον οποίον ωμοίαζον καταπληκτικώς και εις την όψιν και εις τον χαρακτήρα και εις την γνώμην και εις την θέλησιν. Δικαίως λοιπόν οι πατέρες μας λέγουν ότι «η πρώτη βαφή ως εκ πορ­φύρας ουκ αποβάλλει». Η πρώτη βαφή της μοναχικής ιδέας, η οποία ως θείος έρως και ζήλος εσπάρη εις την παιδικήν των ψυχήν εις την Μονήν της πατρίδος των, εκαρποφόρησε τριάκοντα και εξήκοντα και εκατόν κατά τον λόγον του Κυρίου μας, και ουδείς παράγων ή αφορμή των τοσούτων κλυδωνισμών της ζωής ήδυνήθη να τους απόσπαση εκ του αρχικού των σκοπού. Ιδού ο λόγος διά τον οποίον επιμένομεν ότι πρέπει να διαπαιδαγωγούνται παιδιόθεν οι άνθρωποι εις την ευσέβειαν και την αρετήν, διά να γίνουν στερεά τα θεμέλεια της μετέπειτα ζωής των. Θα προσθέσω έν ακόμη ζωντανόν παράδειγμα περί τούτου προς διαπίστωσιν αυτής της πραγματικότητος.
Όταν ήσαν εις την Ιερουσαλήμ και παρηκολούθουν εις το εκεί Γυμνάσιον τα εγκύκλια μαθήματα, δεν παρημέλουν τα μοναχικά των καθήκοντα. Και όταν ακόμη εύρισκον αντιδράσεις, διέμενον κεκλεισμένοι εις τα δωμάτια των και εμελέτων και ανεγίνωσκον κά­τι εκ της νυχθημέρου των ακολουθίας, όπως συνήθιζον εις το μοναστήριόν των. Όταν νεώτεροι τρόφιμοι της εκεί άδελφότητος και συμμαθηταί των ήρχοντο ά­νευ λόγου διά να τους ενοχλήσουν, πράγμα σύνηθες εις τους νέους, αυτοί διά να απαλλαγούν από αυτούς επροφασίζοντο ότι τότε θα ανεγίνωσκον την εννάτην ώραν ή τον εσπερινόν και ήρχιζον την προσευχήν, πράγμα το οποίον βλέποντες οι απρόσκλητοι και αδι­άφοροι επισκέπται έφευγον αμέσως και ούτως απηλλάσσοντο οι φιλόσοφοι ερασταί της προκοπής και σω­τηρίας από τας άσκοπους και ματαίας συναντήσεις. Η φιλακόλουθος αυτή διάθεσις υπήρχε πάντοτε εις τους ευλαβείς αυτούς αδελφούς καθ’ όλον τό στάδιον της ζωής των έως αυτού του γήρατος, εξ όσων διεπιστώσαμεν και εκ της προσωπικής συναναστροφής και των όσων ηκούσαμεν από τους γνωρίζοντας αυτούς. Ο π. Ελπίδιος εσπούδασε και την Νομικήν. Ούτω με­τά των καθηκόντων του εφημερίου είχε και τα μαθή­ματα, και εδυσκολεύετο κάποτε να συμπληρώνη τα μοναχικά του χρέη, τα οποία όμως δεν ηννόει ποτέ να παράλειψη. Τότε, εν τη απλότητί του έβαλλε την αδελφήν του ή τους ανεψιούς του νά αναγινώσκουν ο καθείς από έν μικρόν μέρος της ακολουθίας του, π.χ. έν κάθισμα του ψαλτηρίου ή κανόνας εκ της Παρα­κλητικής και του Μηναίου, εις δε τα πνευματικά του τέκνα και ιδίως τας αδελφάς του νοσοκομείου, να του κάμουν ολίγας μετανοίας, διά να συμπληρωθή ο κα­νών του.
Εδώ πάλιν εις το Άγιον Όρος δεν άφηνε κάτι από τα καθήκοντά του, αλλά τα συνεπλήρωνε εις το κελλίον του μετά προσθήκης, διότι ανεγίνωσκε παρακλή­σεις δι’ όλον τον κόσμον, εξορκισμούς και ευχάς δι’ ό­λους τους μοναχούς της Σκήτεως και όλου του Άγιου Όρους. Όταν ήθελε να ταξιδεύση εις την Δάφνην και εμάνθανε ότι θα εταξίδευε και κάποιος γνωστός του από τους πατέρας της Σκήτεως, εφαίνετο λυπημένος, και όταν ηρωτάτο διατί αισθάνεται ούτως, απεκρίνετο : «Θα πάη και αυτός ο ευλογημένος μαζί μας εις την Δάφνην και δεν σιωπά καθόλου και δεν θα μας αφήση να πούμε καμμιά ευχή». Επόθει πάντοτε ο ευλογημένος αυτός γέρων την αποδέσμευσιν από τας έξωτερικάς υποχρεώσεις, δια να ζήση ησύχως ως αληθινός μοναχός, πράγμα το οποίον από παιδικής ηλικίας εξέλεξεν.
Εκείνο επίσης το οποίον τον απησχόλει ήτο η από Θεού πληροφορία εις ποίον τόπον να αποκατασταθή. Το Άγιον Όρος ήτο πάντοτε η εκλογή και η νο­σταλγία του, αλλά ήθελε να έχη και από μέρους της χάριτος πληροφορίαν και παρεκάλει πάντοτε την Δέ­σποινά μας Θεοτόκον, την οποίαν ιδιαιτέρως ηυλαβείτο, να τον όδηγήση. Ούτως, όταν κάποτε ησθένησε και εισήχθη εις το νοσοκομείον και ηγωνία διά την έκβασιν της υγείας του, είδε την Δέσποινάν μας εις τον ύπνον του και του είπε: «Μή φοβείσαι, θα γίνης καλά και θα έλθης στο περιβόλι μου». Ύστερον, όταν τον απησχόλει πάλιν πως θα πραγματοποιηθή το θέμα αυτό, όπως έλεγε εις τους πατέρας, του έδειξεν η χά­ρις από την κορυφήν του Άθωνος μίαν φωτεινήν α­κτίνα, όπως το ουράνιον τόξον, η οποία κατήρχετο ά­νωθεν της καλύβης του Ευαγγελισμού όπισθεν του Πύργου της Σκήτεώς μας, όπου και όντως αργότερον παρέμεινε.
Μας επληροφόρησαν επίσης πνευματικοί του α­δελφοί μετά τον θάνατον του ότι εγνώριζε μετά λεπτο­μέρειας το μαρτύριον του αδελφού του Φιλουμένου εις την Παλαιστίνην, ότι ήκουε τούς δαρμούς του και τον ίδιον να του φωνάζη, «αδελφέ μου, με σκοτώ­νουν!». Κάποτε πάλιν ευρισκόμενος εις μίαν πτωχήν οικογένειαν ευλόγησε την τράπεζαν της οποίας το φαγητόν ήτο πολύ ολίγον και δεν θα έφθανε· τους καθησύχασεν όμως, τους προέτρεψε να έχουν πίστιν και μετά την ευλογίαν έφαγον πλουσίως και επερίσσευσε και διά το δείπνον. Εις τον Έρυθρόν Σταυρόν, όπου ήτο εφημέριος, είς φίλος του ιατρός, επρόκειτο να κάμη έγχείρησιν εις τον οφθαλμόν του, ο οποίος έπασχε από γλαύκωμα και όταν ο πατήρ Ελπίδιος τού ηυχήθη εθεραπεύθη και δεν εχρειάσθη να γίνη εγχείρησις. Πολλοί μας είπον ότι τον είδον όταν ελειτούργει να ίσταται εις τον αέρα και άλλοτε να έχη εις την κεφα­λήν του φωτοστέφανον.
Άλλοτε πάλιν εις τας Αθήνας ενώ επήγαινε με αυτοκίνητον εις την Πλάκαν με μίαν ευλαβεστάτην κυρίαν, διά να προσκυνήσουν την κάραν του Αγίου Νεομάρτυρος Πολυδώρου του Κυπρίου, ο οδηγός εις μίαν στιγμήν εβλασφήμησε. Τότε ο γέρων, χωρίς να τον γνωρίζη προηγουμένως, του είπε: «Ε, Κώστα Κεφαλλονίτη, γιατί βρίζεις τα θεία;». Ο οδηγός εταράχθη όταν ήκουσε τον άγνωστον γέροντα να τον ελέγχη ονομαστικώς και εζήτησε συγγνώμην διά το λάθος του. Η κυρία όμως τον ηρώτησε: «Πως ξέρεις, γέροντα, το όνομά του;» και αυτός της είπε·«Ε, καϋμένη, είπα ένα όνομα έτσι στην τύχη και βγήκε αληθι­νό».
Πάντοτε ταπεινός ων είχε ως κύριον μέλημα του την άφάνειαν του εαυτού του και τίποτε δεν ήθελε να τον αποκαλύπτη, να τον κάμνη γνωστόν. Διά τον πλησίον του ήτο όλος αγάπη και συμπάθεια. Εδώ εις τήν Σκήτιν ποτέ κανείς εκ των Γερόντων δεν παρεπονέθη διά κάποιαν του παράλειψιν ή σκάνδαλον ή ταραχήν εις βάρος άλλου. Ως προς τον Θεόν, ήτο ευσε­βέστατος και ευλαβέστατος και ζηλωτής της άμωμου πίστεως και ιδίως εις την λεπτότητα της πατερικής πα­ραδόσεως.
Ημείς ολίγον τον εζήσαμεν εκ του εγγύς και ησθάνθημεν την θέρμην της πατρικής του στοργής και καλοσύνης. Προσεπαθήσαμεν, όσον το εξ ημών, να τον αναπαύσωμεν εις το γήρας του εκ του φόρτου των πολλών του ασθενειών, αι οποίαι έβάρυνον τον Σταυ­ρόν του, αλλά έγνώριζεν ό καρτερόψυχος γέρων το νόημα αυτών και μάλλον αυτός ανέπαυεν ημάς. Εκεί­νο όμως, το οποίον έμεινεν ως κενόν είναι ότι ολίγον τον εχάρημεν και διά πολύ ολίγον τον ανεπαύσαμεν.
Η Δέσποινα μας Κυρία Θεοτόκος, η κουροτρόφος του ιερού αυτού τόπου, τον έλαβε ενωρίτατα διά την πραγματικήν ανάπαυσιν εις τον κλήρον των δικαίων, εκεί όπου ο ομαίμων του αδελφός ως Όσιος και Ιε­ρεύς και Μάρτυς τον ανέμενε και τον εκάλει: «Δεύρο, αδελφέ μου, όπως ομού μονάσωμεν και την αντάμειψιν λάβωμεν αχώριστοι και ενωμένοι. Αμήν».

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2014

Η μοναχική ζωή (1o μέρος)


1.Τί είναι ο μοναχός και πώς μπορεί να καταλάβει κάποιος ότι του ταιριάζει η μοναχική ζωή;
«Πολύς ημίν ο λόγος και δυσερμήνευτος λέγειν επεί νωθροί γεγόνατε ταις ακοαίς» (Εβρ. 5,11). Αρχίζω την απάντηση δανειζόμενος τα λόγια του Παύλου. Ο Κύριος μας ερμηνεύει σαφέστατα ένα από τα κύρια καθήκοντά μας: «Έσεσθε τέλειοι ότι ο Πατήρ υμών τέλειος έστιν» (Ματ. 5,48). Και στον Ιουδαίο που ρώτησε πώς θα γίνει τέλειος απάντησε: «Ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δεύρο ακολούθει μοι αίρων τον σταυρόν σου» (πρβλ. Ματ. 19,21).
Έργο της Ελένης Τσερκάσοβα.
Είναι πολλά τα χωρία της Γραφής που μαρτυρούν το «κατ’ ευδοκίαν» θέλημα του Θεού για την τελειότερη «εν Χριστώ» ζωή. Περισσότερο όμως από κάθε εντολή και παραγγελία είναι το παράδειγμα του Κυρίου μας, ο οποίος χάραξε έμπρακτα τον τρόπο και το δρόμο της τελειότητας: «Ος ουκ αποτάσσεται πάσι τοις εαυτού υπάρχουσιν ου δύναταί μου μαθητής είναι» (Λουκ. 14,33) και εφαρμόζοντάς το ο ίδιος έλεγε: «αι αλώπεκες και τα πετεινά του ουρανού φωλεούς έχουσι, ο δε Υιός του ανθρώπου ουκ έχει που την κεφαλήν κλίνη» (Ματ. 8,20).
Οπαδός και εκφραστής αυτής της θέσεως και εκλογής είναι ο μοναχός. Μέσα και εργαλεία, που συνεργούν στην επιτυχία της μοναστικής ζωής, είναι η αποταγή, η ακτημοσύνη, η αμεριμνία, η περιεκτική φιλοπονία και το απερίσπαστο. Η αιτία όμως, που τα επιβάλλει, είναι η συντριβή της προσωπικότητας την οποία δημιούργησε η πτώση των πρωτοπλάστων. Μετά την πτώση αποκτήσαμε «εγκειμένην διάνοιαν επί τα πονηρά εκ νεότητος ημών» (πρβλ. Γέν. 8,21). Για να επιτευχθεί η επαναφορά και επιστροφή μέσω της μετάνοιας στο «πρώτον απλούν» της φύσεως μας, χρειάζεται απομάκρυνση από τα αίτια και τους παράγοντες που εμποδίζουν την επανόρθωση. Αυτήν την αποχή από τα πολλά αίτια επιδιώκει η μοναστική ζωή, για να επαναφέρει, με τη βοήθεια της χάριτος, την αξία της «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» θεοείδειας που χάσαμε.
Ο μοναχός τηρώντας τη «χρεία», και όχι την επιθυμία της σπατάλης, στις ανάγκες της ζωής, εφαρμόζει την αποταγή και την ακτημοσύνη. Έτσι αποφεύγει τα αίτια και τις ύλες, που προκαλούν και ερεθίζουν σε παράχρηση και ηδονή τις αισθήσεις. Η αποταγή, ως απομάκρυνση από τα παράλογα αίτια, απαλλάσσει το νου από τον άσκοπο περισπασμό και τον αφυπνίζει ώστε να αναθεωρήσει τις σκέψεις και τις πράξεις του, αφού ανεπαίσθητα απομακρύνθηκε από τον προορισμό του. «Άνθρωπος εν τιμή ων ου συνήκε· παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς» (Ψαλμ. 48,13). Ο νους, αφού επιστρέψει «εις εαυτόν» από την αποπλάνησή του, στρέφεται προς το Θεό με την προσευχή, δέχεται φωτισμό και αρχίζει την ανάπλαση του χαρακτήρα του, τοποθετώντας τις αισθήσεις στην εργασία των θείων εντολών. Τότε η θεία Χάρη, που προσβλήθηκε από την προηγούμενη εφάμαρτη ζωή, επανέρχεται σε λειτουργία και οδηγεί στην κάθαρση και τον αγιασμό, που είναι ο στόχος και ο σκοπός του προορισμού μας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι μεγάλοι μας πατέρες όριζαν ότι μοναχός είναι ο «νουν τηρών» (Μέγας Αντώνιος). Όλη λοιπόν η προσπάθεια και ο προγραμματισμός της μοναστικής διαγωγής είναι η τήρηση και προσοχή του νου, για να μη γίνονται παραχρήσεις των νοημάτων και ακολούθως καταχρήσεις των πραγμάτων, δηλαδή πρακτικές παραβάσεις και αμαρτίες.
Όποιος επιθυμεί να ακολουθήσει το μοναχικό βίο, είναι απαραίτητο να γνωρίζει έστω και από μέρους τα χαρακτηριστικά του και να κρίνει αν μπορεί να τα κρατήσει σ’ όλη του τη ζωή.
Αφού εισέλθει στη μονή υποβάλλεται σε δοκιμασία, συνεχή διδασκαλία και ερμηνεία των κανόνων του βιώματος. Σαν πρώτο στάδιο της δοκιμασίας είναι η υπακοή και υποταγή στους κανόνες της μονής με προνοητή και ρυθμιστή τον πνευματικό οδηγό ή και Ηγούμενο της αδελφότητας. Η δοκιμή εκτείνεται και στα δύο μέρη, τόσο αυτού που δοκιμάζεται σαν υποτακτικός όσο και της αδελφότητας και του προγράμματος της μονής.
Μετά από τη συμφωνία και των δύο μερών και την έγκριση του Ηγουμένου γίνεται η κουρά, η αλλαγή του ονόματος του δόκιμου μοναχού και η προσχώρησή του στη μοναχική αδελφότητα.
Πολλοί διερωτώνται γιατί είναι αναγκαία η υποταγή; Δεν αποτελεί αυτό κατάργηση της προσωπικότητας; Η υποταγή στα όντα που δημιουργήθηκαν από το Θεό δεν είναι υποβιβασμός, όπως συμβαίνει στους υποτελείς με τους προϊσταμένους και κυρίους τους, αλλά απεναντίας αποτελεί τη βάση και θέση της οντολογικής υποστάσεως των κτισμάτων στη σφαίρα του «είναι», αφού κανένα απ’ αυτά δεν είναι αυθύπαρκτο. Δίκαια ο Κύριος μας τονίζει ότι «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιω. 15,5). Αν και πάντοτε αυτό ήταν και είναι η υπόσταση της υπάρξεως και προεκτάσεως των όντων, μετά την πτώση έγινε οριστική αναγκαιότητα, γιατί μπήκε στη ζωή η φθορά και ο θάνατος. Δεν ήταν αίτιο της φθοράς και του θανάτου η κατάρα της αυτονομίας και της αποστασίας;
Ο ίδιος ο δημιουργός προείπε στον πρωτόπλαστο ότι οποία μέρα παραβείς την εντολή και διακόψεις την εξάρτηση θα πεθάνεις. Δεν είπε, θα σε σκοτώσω, αλλά μόνος σου θα αποκοπείς από την αυτοζωή, το δημιουργό σου. Τα αιτιατά δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς την επίδραση του αιτίου.
Άρα ο όρος της υπακοής και υποταγής είναι το δείγμα και η ρίζα της υπάρξεως και ζωής και δεν είναι επιβολή που προέρχεται από εξωτερικά στοιχεία. Απόδειξη σαφέστατη ο αναμορφωτής και ανακαινιστής μας, ο ίδιος ο Κύριος μας. Ως αναμάρτητος δεν είχε ανάγκη εξαρτήσεως και υποταγής. Για τη δική μας ανάπλαση υπέδειξε την αναγκαιότητά της: «Ου ζητώ το θέλημα το εμόν, αλλά το θέλημα του πέμψαντός με πατρός» (Ιω. 5,30). Και για να αποδείξει την ολοκλήρωση της επιταγής λέει: «Πάτερ, το έργον ετελείωσα ο δέδωκάς μοι ίνα ποιήσω» (Ίω. 17,4).
Δεύτερος όρος και νόμος της μοναστικής αγωγής είναι η περιεκτική φιλοπονία -φανέρωση της άρσεως του σταυρού-, που ο Κύριός μας θεωρεί απαραίτητη. «Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Ματ. 16,24). Η περιεκτική άρση του σταυρού είναι η εξάλειψη της ικανοποιήσεως, που δέχθηκε ο Αδάμ από τη γεύση του απαγορευμένου καρπού, αλλά και γενικά της περιεκτικής φιληδονίας την οποία παράλογα και παράνομα χρησιμοποίησε ο άνθρωπος.
Ο Κύριος μας, εξαιτίας της φιλανθρωπίας του, αναίρεσε την ηδονή, τη μητέρα του θανάτου, μέσω της φιλοπονίας του σταυρού και παρέδωσε και σε όσους τον ακολουθούν αυτόν τον κατάλληλο τρόπο. Αν κάθε παρακοής και παραβάσεως το αποτέλεσμα είναι η ικανοποίηση, δηλαδή η ηδονή, η αναίρεσή της είναι η φιλόπονη αντίσταση
2. Ποιός είναι ο αληθινός υποτακτικός;
Ο αληθινός υποτακτικός είναι αντίτυπο του αληθινού προτύπου, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποίος έγινε υπήκοος μέχρι θανάτου προς το Θεό Πατέρα και μετά χάρισε σε μας το θρίαμβο της Αναστάσεως. «Εδόθη μοι πάσα εξουσία» (Ματθ. 28,18), αποκαλύπτει ο τέλειος υποτακτικός, πράγμα που ο κάθε υποτακτικός δικαιούται, και θα το κληρονομήσει και «υπέρ εκ περισσού», γιατί ο Θεός «ουκ εν μέτρω δίδωσι». Αυτό για μας είναι ο αγιασμός, η υιοθεσία.
Ο μοναχός θα πετύχει τον υψηλό του σκοπό, αν με την πλήρη αποταγή απαλλαγεί «πάσι τοις εαυτού» και αν στη συνέχεια με την υποταγή νεκρώσει τον εαυτό του, ως προς τα πράγματα και τα νοήματα. Θα απελευθερωθεί από τον παλαιό άνθρωπο και με παρρησία θα πει: «Ιδού αφήκα πάντα και ηκολούθησά σοι» (πρβλ. Ματθ. 19,27). Θα ακούσει τότε από το αψευδές στόμα του Κυρίου ότι θα κληρονομήσει την αιώνια ζωή.
Ω μακάρια υπακοή, συ είσαι που άρπαξες από τους πατρικούς κόλπους «τον συνάναρχον τω Πατρί και Πνεύματι Θεόν Λόγον», την αυτούσια Παναγάπη, και επανέφερες στην ισορροπία την αταξία, που προκάλεσε η πρώτη παρακοή!
Η πλήρης και ολοκληρωτική απάρνηση νοημάτων, θελημάτων και πραγμάτων είναι ο στόχος και το τέρμα στον αγώνα κάθε υποτακτικού. Αν το κατορθώσει αυτό, η θεία Χάρη θα τον βραβεύσει. Θα του χαρίσει δε την απάθεια και την πραγματική ελευθερία. Γι’ αυτούς τους αθλητές ο ανακαινιστής της φύσεώς μας απευθυνόμενος -απαιτητικά κατά κάποιο τρόπο-, προς τον Πατέρα λέγει: «Θέλω ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ’ εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν» (Ίω. 17,24).
Εμπρός, λοιπόν, όσοι επιθυμείτε να γίνετε συγκληρονόμοι με τον Υιό, της αγάπης του Πατρός. Προτιμήστε και εφαρμόστε στη ζωή σας την μακαρία υπακοή. Αυτή συνοψίζει το νόημα της άρσεως του σταυρού, αυτή οδηγεί απρόσκοπτα στη βασιλεία των ουρανών
3.Τί είναι η αποταγή;
Αποταγή είναι η άρνηση όσων πραγμάτων ή νοημάτων δεν ανήκουν στην απόλυτη «χρεία» (ανάγκη) και συνέχεια της ζωής. Είναι γενικός κανόνας πλέον ότι αν κάτι δεν ανήκει στους ορούς της χρείας, ανήκει στο μέρος της επιθυμίας. Αυτή θα γεννήσει την πλεονεξία και τη φιλαυτία και έτσι θα ετοιμαστεί ο δρόμος για τη φιληδονία, τη μητέρα του θανάτου.
Τύπος αληθινής υποταγής έγινε ο Κύριός μας μετά το βάπτισμα, όταν αναχώρησε στην έρημο και, μέσω της πίστεως, παραδόθηκε στην πανσωστική πρόνοια του δημιουργού, που συνέχει και συντηρεί τα σύμπαντα. Το «επίρριψον επί Κύριον την μέριμνάν σου και αυτός σε διαθρέψει» (Ψαλμ. 54,23), του ψαλμωδού, φανερώνει το νόημα της απόλυτης αποταγής.
Μόνο οι βεβαιόπιστοι μπορούν να αποκτήσουν αυτήν την πανάρετη. Οι πατέρες που την εφάρμοσαν στη ζωή τους γεύτηκαν και το γλυκύ της καρπό, την απροσπάθεια. Αυτή είναι γέννημα της σταθερής πίστεως στη θεία πρόνοια και οδηγεί, κατά τους πατέρες, στην «πίστη της θεωρίας».
Οι πατέρες με την πείρα της θείας αντιλήψεως, που απέκτησαν όταν η θεία Χάρη τους παρηγορούσε ανάλογα με τους πειρασμούς που αντιμετώπιζαν, έφθασαν στην τέλεια πίστη προς το Θεό και έγιναν και έμειναν αμετάπτωτοι στους κλυδωνισμούς των πειρασμών.
Ξεκινούμε, λοιπόν, από την άποταγή και προχωρούμε στην απροσπάθεια, η οποία θα μας χαρίσει τη δύναμη να υπομένουμε τους πειρασμούς. Αυτές τις αρετές είθε να κατορθώσουμε και εμείς, χάριτι θεία. Γένοιτο.
4.Τί είναι οι λογισμοί, ποια αίτια τους προκαλούν, πώς επιδρούν στον άνθρωπο και πώς πολεμούνται; Είναι δυνατόν να σταματήσουν ποτέ;
Λογισμοί, με λίγα λόγια, είναι οι σκέψεις με τις οποίες ο νους επικοινωνεί με τους κόσμους του. Στην οθόνη της φαντασίας του νου, προβάλλεται σαν εικόνα μια σκέψη, η οποία παρουσιάζει ένα νόημα. Τότε ο νους ερευνά το νόημα με βάση τη λογική, αν ασφαλώς είναι ελεύθερος και υγιής.
Λογισμούς προκαλούν πολλοί παράγοντες. Ακόμα και ο ίδιος ο νους με τις σκέψεις του. Δέχεται ο νους λογισμούς και από τους κόσμους που τον περιβάλλουν καθώς και από τον τρισδιάστατο χρόνο, το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον.
Δέχεται όμως και από τον ανύσταχτό μας εχθρό, το σατανά. Μπορούμε να πούμε ότι οι περισσότεροι και δυσχερέστεροι προέρχονται απ’ αυτόν. Σκοπός του είναι να θανατωθούμε αιώνια, ό,τι και ο ίδιος έπαθε.
Η πρώτη παρουσία της σκέψεως-λογισμού λέγεται «προσβολή» και πλησιάζει το νου χωρίς εμπόδιο. Ο νους μοιάζει με ανοιχτό μάτι και ό,τι βρίσκεται στο οπτικό του πεδίο θα το δει χωρίς προσπάθεια και χωρίς να μπορεί να το αποφύγει. Μετά την προσβολή αυτής της σκέψεως αναλαμβάνει ο νους να ελέγξει τί είναι, ποιό σκοπό έχει και ποιό το αποτέλεσμά της. Στο νου ανήκει πλέον να ερευνήσει, να εγκρίνει ή να απορρίψει το λογισμό αυτόν. Κάθε λογισμός μόνο υπόμνηση προκαλεί. Ο νους αποφασίζει την αποδοχή ή την απόρριψη με βάση τη λογική του ικανότητα, τις υλικές ανάγκες και την πίστη του, όσον άφορα τον προορισμό του. Δεν επιβάλλεται βίαια στην ελευθερία της εκλογής, εκτός αν προηγήθηκαν κακές συνήθειες και πάθη, που έγιναν «έξεις», οπότε και ο διάβολος συμβάλλει σ’ αυτά. Ο τρόπος απαλλαγής από την αιχμαλωσία της κακής συνήθειας είναι η αποφυγή των αιτίων. Χρειάζεται βία και αντίσταση στην επανάληψη και συνεχής επίκληση της θείας Χάριτος, η οποία μπορεί να χαρίσει την ελευθερία. Μόνοι τους οι λογισμοί ούτε επιβάλλονται, ούτε σταματούν, αλλά κινούνται με βάση την προτίμηση του κυρίαρχου νου.
5. Τί είναι ο αόρατος πόλεμος;
Αφού είναι αόρατος δεν τον βλέπουμε. Μόνο οι πραγματικοί αγωνιστές τον γνωρίζουν από τις ενέργειες και τα αποτελέσματά του. Μάρτυρας αψευδής γι’ αυτό ο Απ. Παύλος: «Ου γάρ τα νοήματα αυτού αγνοούμεν» (Β’ Κορ. 2,11), λέγει μιλώντας για τις μεθοδείες του διαβόλου.
Αόρατος πόλεμος υπάρχει εξαιτίας της περιεκτικής διαστροφής, που αντιστέκεται στην τήρηση του θείου νόμου, του θείου θελήματος. Κάθε τι, που συνιστά και συνδέει τον παρόντα κόσμο, γίνεται με τη σκέψη, την απόφαση. Ακολουθεί η δράση και ενέργεια μετά από εκλογή και προτίμηση. Όλα αυτά γίνονται στο νου ο οποίος εκλέγει και αποφασίζει. Ο νόμος της διαστροφής, όπου εδρεύει το παράλογο, είτε μέσω των παθών, είτε μέσω των δαιμόνων, επιμένει στην αποπλάνηση του νου, για να γίνει η εμπαθής και παράλογη προτίμηση. Αυτό δεν είναι ορατή συμπλοκή και αισθητή πάλη, αλλά εσωτερική υποκίνηση για να επιτευχθεί η απόφαση, η συγκατάθεση και η πράξη.
Όλος αυτός ο δαίδαλος της αφανούς πάλης και μάχης εναντίον του παραλόγου, για την τήρηση του θείου θελήματος, της αρετής και της δικαιοσύνης, λέγεται αόρατος πόλεμος.
6. Ποιός είναι ο εσωτερικός αγώνας ενός μοναχού;
Αναφέρει ένα σχετικό με το θέμα μας ρητό: «Νους ορά και νους ακούει». Αυτό σημαίνει ότι ο νους είναι το κέντρο της ανθρώπινης σκέψεως, αποφάσεως και ενέργειας. Αυτόν το νου έχει σαν σκοπό και στόχο του ο μοναχός. Να τον ελέγχει, να τον υποτάσσει και να τον κατευθύνει στην τήρηση του θείου θελήματος. Έτσι θα ελέγχονται όχι μόνο οι εξωτερικές πράξεις και κινήσεις, αλλά θα υποταχθεί και «παν νόημα εις την υπακοήν του Χριστού» (Β’ Κορ. 10,5). Έχοντας σαν βάση του ο μοναχός το «ουκέτι εαυτοίς έσμεν, αλλά τω υπέρ ημών αποθανόντι και εγερθέντι Χριστώ» (πρβλ. Β’ Κορ. 5,15), μεριμνά να αποχωριστεί τα νοήματα και πράγματα του κόσμου της ματαιότητας. Και αν κατά το σώμα θα βρίσκεται στη γη, με τη σκέψη, τη θέληση και την ενέργεια, θα βρίσκεται στον ουρανό, όπου είναι και το κέντρο της αγάπης του.
Αυτό είναι το επίτευγμα του μοναχού. Και αφού γίνει ο ίδιος μέτοχος της αναστάσεως και της αιώνιας ζωής, προσπαθεί κατά το μέτρο της χωρητικότητάς του να υποδείξει στους ανθρώπους το δρόμο της αληθινής μετάνοιας, τον τρόπο της σωτηρίας.7. Ποιά η διαφορά του πολέμου, που αντιμετωπίζουν οι μοναχοί, από αυτόν των ανθρώπων, που ζουν στον κόσμο;

Για τον άνθρωπο που ζει μέσα στην κοινωνία η πάλη και ο αγώνας γίνεται στον κόσμο των αισθητών πραγμάτων, στον κόσμο που μας περιβάλλει. Για το μοναχό η μάχη βρίσκεται σε δύο μέτωπα. Και στα αισθητά πράγματα και στον κόσμο των νοημάτων.
Ο λαϊκός άνθρωπος, αν αποκόψει τα αισθητά πράγματα, ελευθερώνεται από την επίδρασή τους. Αντίθετα ο μοναχός κάνοντας το ίδιο δεν απαλλάσσεται από την επίδραση των νοημάτων και των σκέψεων, που επικρατούν σαν εικόνες από το παρελθόν και το μέλλον και δεν παύουν να υποκινούν τις επιθυμίες και τα πάθη. Το μοναχό δεν τον απασχολεί μόνο το να απαλλαγεί από την «κατ’ ενέργειαν» αμαρτία, αλλά στόχος του είναι η νέκρωση κάθε εμπαθούς κινήσεως και όλου του συστήματος του παλαιού ανθρώπου.
Το πρώτο εάν το κατορθώσει αποφεύγει την κατάκριση και την καταδίκη από τη θεία δικαιοσύνη. Το δεύτερο όμως, η καθαρότητα της καρδιάς δηλαδή, τον οδηγεί στην κληρονομιά της θείας επαγγελίας και της θείας υιοθεσίας. Τότε γίνεται κληρονόμος του Πατρός και συγκληρονόμος του Χριστού.
Το θέμα αυτό εκτείνεται σε μεγάλες διαστάσεις βάθους, πλάτους και ύψους. Εμείς εδώ μόνο κάποια σκιά, ας το πούμε έτσι, σημειώσαμε. Ευχόμαστε όμως, την -με αγώνα και προσπάθεια-, πρακτική κατάκτηση του βραβείου αυτού, σε όσους το επιζητούν και το θέλουν.8. Τί σημαίνει καθαρότητα «καρδίας» και πώς επιτυγχάνεται;

Ή λέξη «καρδία» δε σημαίνει το σαρκικό όργανο του σώματος. Στον ηθικό και πνευματικό τομέα καρδία χαρακτηρίζεται το σύνολο της ανθρώπινης προσωπικότητας. Άλλοτε ονομάζεται ψυχή και άλλοτε νους. Αυτά χαρακτηρίζουν τον κάθε άνθρωπο. Τί προτιμά, τί κατέχει και πού βρίσκεται.
Στο σύνολο της ανθρώπινης προσωπικότητας εδρεύει το «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν», που κατασκεύασε ο δημιουργός δείχνοντας ταυτόχρονα και την ευαρέσκεια του. Αυτού ζητά την κάθαρση ο Θεός, για να αποκαλυφθεί και ο ίδιος και όσα προέρχονται απ’ αυτόν. «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. 5,8). Ποιά άραγε είναι η ακαθαρσία της ψυχής, του νου και της «καρδίας», που απεχθάνεται και αποστρέφεται ο Θεός ώστε να επιβάλλεται η κάθαρση; Την ίδια ενοχή περιφέρουν και οι δαίμονες και δίκαια λέγονται ακάθαρτα πνεύματα. Αλλά ποιά ακαθαρσία μπορούν να έχουν τα άυλα, νοερά και ασώματα πνεύματα; Ακαθαρσία σ’ αυτά τα ασώματα όντα είναι η αμαρτία και το σύνολο του παραλόγου, του πονηρού και της κακοήθειας. Ο διάβολος σαν βάση και αρχή κάθε διαστροφής είναι η ρίζα και αφορμή κάθε κακού. Απ’ αυτόν πλανήθηκε ο άνθρωπος και αφού αποστάτησε από το Θεό έχασε τα χαρακτηριστικά της θεοείδειάς του, που είναι ο αγιασμός και απέκτησε το διαβολικό γνώρισμα της κακίας. Δίκαια έγινε και είναι ακάθαρτος στην ψυχή, το νου και την «καρδία».
Ο Θεός όμως, θέλει από την απέραντή του αγαθότητα και ευσπλαχνία να επαναφέρει τον άνθρωπο στην πρώτη του θέση και αξία. Τον προκαλεί, λοιπόν, να βγάλει από πάνω του την έννοια και διαστροφή του πονηρού και παραλόγου που «φόρεσε», επειδή δεν ανήκει σ’ αυτόν. Τότε τον ενδύει πάλι με τον αγιασμό, που έχασε, και τον κάνει μέτοχο σ’ όλη την πατρική κληρονομιά, που ο Χριστός μας με την παρουσία του μας χάρισε. Αυτή είναι η «καρδία» και ο ρύπος και η νέκρωσή της και αυτός ο τρόπος της καθάρσεως και του αγιασμού της.
Η Χάρη θα ελευθερώσει από την επίδραση του πονηρού φρονήματος, όποιον αφ’ ενός αντιστέκεται στην προσβολή και παρακίνηση κάθε αμαρτωλής έννοιας και πράξεως και αφ’ ετέρου σκέπτεται και εργάζεται καθημερινά τις αρετές και την καλοσύνη. Αυτό θα γίνει ακριβώς, γιατί φάνηκε νικητής της αμαρτίας και η μνήμη του κακού εξαλείφθηκε από τη σκέψη του. Σ’ αυτόν αρμόζει αυτό, που ο Κύριος μας λέει: «έρχεται ο ου κόσμου άρχων και εν εμοί ουκ έχει ουδέν» (Ιω. 14,30). Αυτοί είναι οι «καθαροί τη καρδία» και ως τέτοιοι μπορούν να βλέπουν το Θεό και να αισθάνονται τη Χάρη του, εφόσον η «βασιλεία του Θεού εντός ημών έστιν» (Λουκ. 17,21).
Κύριε Ιησού Χριστέ των δυνάμεων, συ που μας έλκυσες στη θεία σου επίγνωση και μας επέτρεψες να σε παρακαλούμε και να σε επικαλούμαστε, μη μας στερήσεις αυτήν την ευλογία σου, αλλά ενίσχυσε και κράτησέ μας κοντά σου και χάρισέ μας αυτήν τη δωρεά, σύμφωνα με την επαγγελία σου. Αμήν
πηγή: Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, «Συζητήσεις στον Άθωνα», Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 13, σ. 49-87

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

Ιωσήφ Βατοπαιδινός - Γέροντας Περί αποβολής του παλαιού ανθρώπου

Με τον τρόπο της μοναχικής μας διαγωγής είτε πρακτικής, είτε θεωρητικής, επιδιώκουμε να φθάσωμε στο ποθούμενο αποτέλεσμα. Και τούτο ποιό είναι; Ακριβώς, το να απεκδυθούμε τον παλαιό άνθρωπο πού είναι πάθη και επιθυμίες, καί, διά της Χάριτος, να ενδυθούμε τον νέο, τον «κατά Θεόν κτισθέντα» και να προκαλέσωμε την θεία Χάρι να έλθη μέσα μας. Όύ μόνον δέ, αλλά και αυτοί την απαρχήν του Πνεύματος έχοντες και ημείς αυτοί έν εαυτοίς στενάζομεν υιοθεσίαν απεκδεχόμενοι, την απολύτρωσιν του σώματος ημών». Αυτός είναι ο σκοπός μας. Οι Πατέρες για να μας οδηγήσουν σ’ αυτόν τον στόχο, μας έχουν δώσει διαφόρους τύπους και προγράμματα και τυπικές διατάξεις. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή μήπως αυτές οι διατάξεις των προγραμμάτων πού έχομε, δεν τεθούν σε όρθή βάση, και γίνουν αυτές σκοπός και στόχος, χωρίς να είναι, και χάσουμε ετσι την πραγματικότητα. Γι΄αυτό χρειάζεται πολλή φιλοσοφία και προσοχή από μέρους μας.
Δύο πτυχές της δικής μας ζωής πού μεταχειριζόμαστε όπως τις ξέρουμε και τις ζούμε κάθε μέρα, είναι η πρακτική και θεωρητική μορφή. Η πρακτική συνίσταται στα σωματικά έργα τα όποια έχουν ως σκοπό να μαράνουν τα σκιρτήματα της διεφθαρμένης παρά φύσιν ζωής του ανθρώπου. «Η έγκειμένη επί τα πονηρά έκ νεότητος ημών διάνοια», συνεχώς, σαν ένας άλλος νόμος της βαρύτητος, τραβάει τον άνθρωπο έξω από τους ηθικούς νόμους και τον μεταφέρει στην κατάσταση εκείνη την οποία περιγράφει ο Δαβίδ, όπου «παρεσυνεβλήθησαν τοις κτήνεσιν τοις ανοήτοις και όμοιώθησαν αυτοίς». Εάν ο άνθρωπος επιτύχη στο θέμα της πρακτικής, τότε θα τεθή σε ενέργεια το δεύτερο θέμα, το πνευματικό, το θεωρητικό, πού ο νούς, ελεύθερος πλέον από την επίδραση της αιχμαλωσίας των αισθητών, θα στραφή προς την θεωρία του Θεού· θα έλευθερωθή από την δική του αιχμαλωσία της λήθης και αναισθησίας και θα αίσθανθή την μακαριότητα της μελλούσης ευτυχίας. «Εμνήσθην, γάρ φησί, του Θεού και ευφράνθην». Εάν μόνο η μνήμη του Θεού προκαλή ευφροσύνη, πόσο μάλλον η θεωρία Του! Για να γίνη όμως αυτό, όπως είπα, πρέπει να προηγηθούν εύτακτα και κανονικά oi σωματικές πράξεις, αυτό πού στην γλώσσα των Πατέρων μας λέγεται πρακτική.
Για να μιλήσωμε πιο αναλυτικά, η πρακτική επιτυγχάνεται με την υπακοή, τον σωματικό κόπο, την διακονία, πού όλα αυτά αποτελούν την σπονδυλική στήλη της, λεγομένης από την γλώσσα των Πατέρων μας, φιλοπονίας. Μαζί μ’ αυτά ο αγωνιστής κρατάει και την περιεκτική εγκράτεια, την αγρυπνία και την προσευχή. Αυτά όλα μαζί ενωμένα, χωρίς να είναι ο σκοπός, οδηγούν στο ποθούμενο αποτέλεσμα, νεκρώνουν τις κτηνώδεις ορμές, τις παρά φύσιν κινήσεις, οι όποιες, όπως ερμήνευσα στην τράπεζα, είναι ο όρος της επιθυμίας μιας κτηνώδους καταστάσεως. Όπως ακριβώς στην φύση των ζώων δεν υπάρχει λογική, αλλά υπάρχει η όρμή. Το ζώο αισθάνεται μία ορμή πείνας η συνουσιασμού και ορμάει να την ικανοποΙηση. Πολλές φορές ορμώντας να την ικανοποίηση του στοιχίζει την ζωή του. Δεν το υπολογίζει όμως αυτό, διότι δεν υπάρχει λογική. Υπάρχει η οιστρηλάτηση της ορμής. Αύτη η κατάσταση λέγεται κτηνώδης και παρά φύσιν, επειδή δεν έχει λογική να σταθή εκεί πού πρέπει, αλλά εκεί πού έκαστο πάθος, εκάστη επιθυμία το σπρώχνει.
Είναι αλήθεια ότι μετά την πτώση χάσαμε τον προσανατολισμό μας, ξεχάσαμε ότι είμαστε «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν Θεού» πλασμένοι· ότι εδώ στον κόσμο είμαστε εξόριστοι και εντός ολίγου θα φύγωμε και θα επανέλθωμε στους χώρους της αιωνιότητος· αλλά ποιας αιωνιότητος; Αιωνιότης υπάρχει και στις δύο πλευρές. Αίωνιότης υπάρχει εκεί πού είναι η ευτυχία και η ευδαιμονία με τον Θεό. Αίωνιότης υπάρχει όμως κι εκεί πού είναι η κόλαση και η συμβίωση με τον διάβολο. Επομένως, ο άνθρωπος με σύνεση πρέπει να ρυθμίση εκείνα πού συντελούν για την ευτυχία του στην αιωνιότητα. Και αυτά μας τα απεκάλυψε ο Θεός με διαφόρους τρόπους, όπως βρίσκουμε στην Γραφή. Παλαιότερα μέν, διά των αγίων ανθρώπων, τών Προφητών, μεταγενέστερα δέ, διά του θριάμβου της ασύγκριτου Του ευσπλαχνίας, με την επιδημία του ενός προσώπου της μακάριας Τριάδος, «του Υιού και Λόγου του Θεού», ο όποιος εξεδήλωσε την παναγάπη Του, ειδικά προς τον άνθρωπο. Μας επισκέφθηκε όχι απλώς για να μας παρηγόρηση, αλλά φόρεσε την δική μας φύση, κοινώνησε με όλες τις αδυναμίες και ταλαιπωρίες της φύσεως μας, έκτος της αμαρτίας. Μας μίλησε προσωπικά και μας έδειξε πρακτικά τον τρόπο της επιστροφής από τα έργα του θανάτου στα έργα της ζωής. Αυτά όλα τα κατέχομε από την αποκάλυψη. Δεν είναι θεωρίες αφηρημένες· δεν είναι συμπεράσματα της ανθρωπινής γνώσεως, τα όποια οι άνθρωποι κάθε μέρα λέγουν και την επομένη τα ανατρέπουν. Εδώ δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ήλθε «ο της μεγάλης βουλής Άγγελος» και μας μίλησε προσωπικά! Μόνο μας μίλησε; Μπήκε μπρος και μας χάραξε τον δρόμο- τώρα, και με κλειστά τα μάτια, ο δρόμος είναι πλέον ανοικτός.
Όποιος θέλει να ανέβη στην ζωή, θ’ ανέβη πατώντας πάνω στα ίχνη «τα ημαγμένα» του αρχηγού της σωτηρίας μας και δεν πρόκειται να προσκόψη πουθενά.
Με αυτό το νόημα συνεχίζουμε τον αγώνα και δεν μας ενδιαφέρει, εάν μέσα στις τυπικές μας διατάξεις, μέσα στα εκκλησιαστικά μας τυπικά και τις παραδόσεις, υπάρχει κάτι πού δεν το συλλαμβάνομε με την πεπερασμένη μας γνώση. Είναι τόσο σαφής η παράδοση της αποκαλύψεως, πού είναι και ηλίου φαεινότερη. Βαδίζοντες «διά πίστεως» και όχι «διά συγκρίσεως και είδους», επιτυγχάνουμε την επίσκεψη της Χάριτος του Θεού. Θυμάστε σήμερα τί διαβάσαμε στο ευαγγέλιο; «Εκατοντάρχου τινός, ήσθένει ο δούλος», τον όποιο πολύ αγαπούσε και σεβόταν και έμαθε περί του Ιησού, και έβαλε μεσίτες να παρακαλέσουν τον Δεσπότη Χριστό να του θεραπεύση αυτόν πού τόσο αγαπούσε, γιατί του ήταν χρήσιμος. Και ο Κύριος μας, ο καρδιο-γνώστης πού ξέρει τα πάντα χωρίς να του τα πουν, ξεκίνησε να πάει αν και ήξερε τελικά ότι δεν θα φθάση εκεί, αλλά για να αποδείξη την δύναμη της πίστεως. Και όταν έμαθε ο έκατόνταρχος, πού δεν ήταν Ιουδαίος, αλλά εθνικός, ότι πηγαίνει ο δάσκαλος στο σπίτι του να θερα¬πεύση τον δούλο του, αισθάνθηκε την ταπεινότητα του, διότι αυτός πίστεψε σωστά, όχι σαν τους Ιουδαίους πού ποτέ δεν επίστεψαν, και είπε: «Πώς είναι δυνατόν να μπή στο σπίτι μου ένας τέτοιος μεγάλος, αφού εγώ είμαι ένας άνθρωπος αμαρτωλός;» Παρ’ όλο πού ήταν τόσο δίκαιος και έκανε τόσες αγαθοεργίες. «Δεν είναι ανάγκη να κάνη τον κόπο να έρθη. Αυτός δεν μπορεί παρά να είναι Θεός. Εφ’ όσον είναι Θεός, πώς θα μπή στο σπίτι μου; Και από δώ πού βρίσκεται μπορεί να τον θεραπεύση. Αφού είναι Θεός, είναι εξουσιαστής του παντός». Και άρχισε να φέρη σχετικά παραδείγματα και να λέη: «Κύριε μου, έχω κατανοήσει πέρα για πέρα ότι εσύ είσαι Θεός, και έχεις εξουσία, όπως έχω εγώ πού είμαι έκατόνταρχος και διατάζω τους στρατιώτες μου και άκούουν. Λέω στους υπηρέτες μου και υπηρετούν πόσο μάλλον εσύ πού είσαι Θεός εάν προστάξης την ζωή, δεν θα έρθη;» Και όταν το άκουσε ο Ιησούς, θαύμασε· στράφηκε πίσω και είπε στους άλλους: Όυτε μέσα στους Εβραίους, για τους οποίους επεδήμησα, δεν βρήκα τέτοια πίστη». Μ’ αυτήν ακριβώς την πίστη και εμείς βαδίζομε. Γι’ αυτό ακριβώς και «ο δίκαιος έκ πίστεως ζήσεται». Δεν βαδίζομε δι’ είδους. «Γιατί να μού πουν να κάνω υπακοή; Γιατί να με βάλουν να κάνω αγρυπνία; Γιατί να μού επιβάλουν νηστεία;». Πρέπει πάντοτε να έχωμεν ύπ’ όψιν μας ότι διά πίστεως ακολουθούμε την παράδοση των Πατέρων και της Εκκλησίας και πίσω από την πίστη μας θα μας δοθή το βραβείο της σωτηρίας. Βαδίζομε «διά πίστεως και όχι δι’ είδους». Είδος σημαίνει την απόδειξη, το θαύμα. Άλλά το θαύμα λέει ο Παύλος, είναι για τους απίστους και όχι για τους πιστούς.
Όταν ο Ιησούς μας μετά την ανάσταση Τον συνάντησε τον Απόστολο Θωμά, πού έδειχνε μια μορφή απιστίας στην ανάσταση Του, του τόνισε. «Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες». Τούτο το γεγονός σαφώς δείχνει ότι η πίστη είναι ανωτέρα της αποδείξεως. Και εμείς ακριβώς «διά πίστεως» βαδίζουμε. Δεν ερευνούμε γιατί η Εκκλησία μας, γιατί η παράδοση μας, γιατί οι Πατέρες μας, μας έχουν χαράξει ένα πρόγραμμα. Εφ’ όσον το θέλει αυτό ο Θεός, για μας είναι πλέον εντολή. Εμείς δεν ζούμε για κανέναν άλλο σκοπό σ’ αυτή την φυλακή της ζωής αυτής, αλλά στενάζομε κάθε μέρα στο πότε να σπάσουν τα τείχη και να βγούμε από το σκότος της φυλακής αυτής και να μεταφερθούμε στην αιωνιότητα, εκεί πού είναι το κέντρο της αγάπης μας και οι δούλοι Του, και οι φίλοι Του, και οι δικοί μας προστάτες Άγιοι. «Και γάρ έν τούτω στενάζομεν, το οίκητήριον ημών το έξ ουρανού επενδύσασθε επιποθούντες, εί γε και ένδυσάμενοι ού γυμνοί εύρεθησόμεθα. Και γάρ οι όντες έν τω σκήνει στενάζομεν βαρούμενοι έφ’ ω ού θέλομεν έκδύσασθαι, άλλ’ επενδύσασθαι, ίνα καταποθή το ύνητόν ύπό της ζωής». Δεν ερευνούμε στο γιατί μας είπαν να κάνωμεν μια διακονία, η να τηρήσωμε μιάν εντολή, επειδή ακριβώς προέρχεται από τον Ιησού μας. Αγαπώντες Αυτόν, ανταποκρινόμενοι στην δική Του αγάπη με τις πτωχές και μικρές μας δυνάμεις, ένα μόνο έχομε να δείξωμε. Να τηρήσωμε «τούς λόγους των χειλέων» Του καί, αν είναι τρόπος ακόμα, γι’ Αυτόν να «φυλάξωμεν οδούς σκληρός», όπως αναφέρει ο Προφήτης.
Γι’ αυτό όλοι μας με πίστη, χωρίς έρευνες, να ακολουθούμε την εκκλησιαστική μας παράδοση. Όχι γιατί αυτή τούτη η παράδοση θα μας χαρίση την σωτηρία. Την σωτηρία θα μας την δώση Εκείνος πού έδωσε τον νόμο. Εκείνος πού ίδρυσε την Εκκλησία. Εκείνος πού έδωσε τις εντολές. Και όταν τις φυλάξωμε, δεν είναι μακρυά η επιτυχία. «Ιδού ο ερχόμενος ήξει», και τότε κάθε ένας μας θ’ άκούση, «εύ δούλε, αγαθέ και πιστέ, εισελθε είς την χαρά του Κυρίου σου». Αμήν.

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014

Ο Γέρ. Νικόλαος της Κουτλουμουσιανής Σκήτης του Αγ. Παντελεήμονος

Ο Γέροντας Νικόλαος έζησε στην Σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος της Ιεράς Μονής Κουτλουμουσίου, με υποτακτικούς τους μοναχούς Μάξιμο και Σπυρίδωνα. Ο μακαριστός Γέροντας έφυγε από την Κύπρο για το Άγιο Όρος κοντά στο έτος 1890.
Πηγή: www.panoramio.com
Πηγή: www.panoramio.com
 Αξιοπρόσεκτη και αξιοθαύμαστη κρίνεται μια διήγηση που αναφέρεται στο Γέροντα, την οποία κατέγραψε ο Αγιορείτης μοναχός Μωυσής και την οποία ο συμπατριώτης μας μοναχός, συχνά έλεγε καλόκαρδα, στο μακαριστό Γέροντα Χερουβείμ. Η διήγηση σχετίζεται με τους καλύτερους «φίλους» του πατέρα Νικόλαου, που δεν ήταν άλλοι από τα ενοχλητικά έντομα κοριοί. Τα έντομα αυτά βρίσκονταν σχεδόν σε κάθε σπίτι και υποστατικό, τουλάχιστον στο γεωγραφικό χώρο της πατρίδας μας, μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, περίοδο κατά την οποία, άρχισε εντατικά η καταπολέμηση τους με εντομοκτόνα φάρμακα. Έλεγε ο καλοκάγαθος, ταπεινός Γέροντας, για τους κοριούς που τους θεωρούσε καλούς συντρόφους και συμπαραστάτες στο πνευματικό έργο του: Δεν μας αφήνουν να κοιμηθούμε περισσότερο από μισή ώρα. Γι’ αυτό τους χρεωστούμε ευγνωμοσύνη. Δεν μας αφήνουν ούτε μια νύκτα μόνους. Μας κάνουν μεγάλο καλό, διότι δεν επιτρέπουν να μας κυριεύσει ο ύπνος. Μας θυμίζουν ότι ο μοναχός πρέπει να βρίσκεται ενώπιον του Θεού, όσο το δυνατόν περισσότερες ώρες. Να λοιπόν που ο θετικός λογισμός μπορεί να μεταβάλει το κακό σε καλό, να αναπαύσει την ψυχή και να δυναμώσει το πνεύμα. Ο Γέροντας Νικόλαος έζησε στο περιβόλι της Παναγίας για πενήντα περίπου χρόνια και κοιμήθηκε γύρω στο 1940.
Πηγή: Περιοδικό Ορθόδοξη Μαρτυρία, Έκδοση Παγκυπρίου Συλλόγου Ορθοδόξου Παραδόσεως «Οι Φίλοι του Αγίου Όρους» τεύχος 5, Λευκωσία Μάϊος–Αύγουστος 1982.
Αναδημοσίευσις από: Κώστα Παπαγεωργίου, Κύπριον Πατερικόν Αγίου Όρους, Εκδόσεις Παλέττα, Κύπρος 2011.

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014

Ιερομόναχος Μακάριος Αγιορείτης (1812 – 10 Νοεμβρίου 1913)


Ο Καλύμνιος ασκητής και ιερομόναχος Μακάριος Κουλιανός μόναζε στο Άγιον Όρος επί δεκαετίες. Το 1899 επέστρεψε στο νησί του ο γαλήνιος αυτός άνθρωπος του Θεού, ο βιβλικός νηστευτής, σε ηλικία 87 ετών. Γιατί ο ηλικιωμένος αυτός Αγιορείτης άφησε το Περιβόλι της Παναγίας; Απάντηση δίνει μία σύντομη βιογραφία του. «Εγκατέλειψε το πνευματικό μεγαλείο του Αγίου Όρους υπακούων σε επαναλαμβανόμενη επί πενταετίαν υπόδειξη της Υπεραγίας Θεοτόκου». Η Παναγία λοιπόν επανειλημμένα του είπε ν’ αφήσει το Περιβόλι της. Φοβούμενος καμία καλοστημένη δαιμονική παγίδα επί μία πενταετία προσευχόταν θερμά, αν είναι θείο θέλημα να εξέλθει στον κόσμο. Η Παναγία τον βεβαίωσε σίγουρα γι’ αυτή την έξοδο.
Ο μακάριος Γέροντας Μακάριος, ο μεγάλος Καλύμνιος ασκητής
Ο μακάριος Γέροντας Μακάριος, ο μεγάλος Καλύμνιος ασκητής
Ο Γέροντας έκειρε τη μοναχή Μακαρία († 1952) το 1899. Την ακολούθησαν δέκα ευλαβείς νέες, που ίδρυσαν τη μονή της Αγίας Αικατερίνης. Σύστησε και την αδελφότητα της Αγίας Σοφίας. Τον έστειλε λοιπόν η Παναγία στην Κάλυμνο, για να συστήσει τον μοναχισμό της.
Την ίδια εποχή ένας άλλος Αγιορείτης έφθασε στην Κάλυμνο, ο ιερομόναχος Κύριλλος, που είχε την καταγωγή από τη γειτονική Κω και είχε ασκηθεί επί αρκετά έτη στον ιερό Άθωνα. Υπήρξε αφιλάργυρος, ελεήμων και φιλόστοργος πνευματικός πατήρ. Διετέλεσε Πνευματικός της μονής Ευαγγελίστριας Άργους Καλύμνου, με πρώτη ηγουμένη τη λίαν ενάρετη Γερόντισσα Μαγδαληνή, που εκοιμήθη σε ηλικία 105 ετών το 1952. Εμείς γνωρίσαμε την ευλαβέστατη διάδοχό της, που με μεγάλη συγκίνηση μιλούσε για τη Γερόντισσά της, και παρότι είχαν περάσει πενήντα χρόνια από την κοίμησή της, αναφερόταν σαν να είχε κοιμηθεί χθές.
Στο αγίασμα του αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου, (φωτ. π. 1890).
Στο αγίασμα του αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου, (φωτ. π. 1890).
Ο μακάριος Γέροντας Μακάριος ειχε οσιακό τέλος. «Ο αγωνοθέτης Κύριος κάλεσε κοντά του τον δοκιμασμένο και θεοφόρο Γέροντα Μακάριο για να τον ανταμείψη για την επί γης άθλησή του. Ικανοποιημένος για την ταπεινή προσφορά του στον γυναικείο Μοναχισμό της Καλύμνου με συγκίνηση επανέλαβε τα λόγια του Θεοδόχου Συμεώνος: “Νύν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα…” και παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια του Σωτήρος του την 10η Νοεμβρίου 1913».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αγνής Μαγκλή, Το Γεροντικό της Καλύμνου, στον τόμο Κάλυμνος Ελληνορθόδοξος ορισμός του Αιγαίου, Αθήνα 1994, σσ. 460-467.
 
Πηγές: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Α΄– 1901-1955,  §
Ιερομόναχος Μακάριος Αγιορείτης (1812-1913), σελ. 110-112, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

"Τί πρέπει νά κάνουμε, ὅταν ἡ πίστη ἐξασθενήσει;



ΠΑΤΗΡ ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΠΑΠΑΤΣΙΩΚ

Εάν ευρίσκεσαι σέ κατάσταση πνευματικής εσωτερικής οπισθοχωρήσεως, σίγουρα η πίστις αδυνατεί. Πώς να μην κλονισθή η πίστις! Ακόμη και στους άγιους διαπιστώνει κανείς περιπτώσεις ταλαντεύσεως στην πίστη, αναβάσεως και καταβάσεως. Γιατί σε εγκαταλείπει η Χάρις; Για να μην υπερηφανεύεσαι, να μη λέγεις: «Να, κοίταξε εγώ που έφτασα»! Οπότε σε εγκαταλείπει η Χάρις για να ταπεινωθείς. Αλλά σ’ αυτές τις περιόδους της ζωής σου, να μή χάσης και την πίστη σου. Συ πρέπει να είσαι πάντοτε εν εγρηγόρσει.

Διότι δεν φέρεις αποτέλεσμα έστω και με πολλή προσευχή, αν κάνης, όση με την Χάρι του Θεού, εφ’ όσον σύ θέλεις με κάθε τρόπο την βοήθεια του Θεού.
Είναι αλήθεια ότι ο σατανάς έρχεται να σου αρπάξει τον νου, αλλά εσύ δεν πρέπει να ξαφνιάζεσαι, ούτε να αδημονείς, διότι αυτός (ο σατανάς) δεν ησυχάζει να σε ενοχλεί. Ο Θεός γνωρίζει τί θέλεις. Μή φοβάσαι καθόλου και συνέχιζε την προσευχή σου. Εάν λέγεις την ευχή: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό», μη φοβήσαι πλέον τον διάβολο. Διότι δεν μπορεί να ακούει και να υποφέρει την δύναμη του Ονόματος του Χριστού. Βλέπεις;
Υπάρχει έλλειψης εσωτερικού αληθινού βιώματος και όχι λογικής. Θα πρέπει να καταλαβαίνεις σίγουρα αυτά τά θέματα.
Όσον αφορά την ταλάντευση πού είχαν και οι Άγιοι υπάρχει ένας λόγος του Αποστόλου Παύλου πού λέγει: «Μνημονεύετε των ηγουμένων υμών, οιτινες ελάλησαν υμίν τον λόγον τον Θεού, ων αναθεωρούντες την εκβασιν της αναστροφής μιμείσθε την πίστιν» (Έβρ. 13,7). Δηλαδή στο τέλος της ζωής τους τελειοποιήθηκαν και έχουν δυνατό και αληθινό διδακτικό λόγο. Επομένως ημείς πού είμεθα σε μάχη , μας βοηθεί τώρα η Χάρις του Θεού. Μάχη όμως είναι  ολόκληρη η ζωή μας και πειραζόμεθα από τον διάβολο συνεχώς.
Πρέπει να  να προσευχώμεθα μόνον, όταν πειραζώμεθα από τον διιάβολο;Όχι! Πρέπει να προσευχώμεθα και όταν δεν έχουμε  πειρασμούς. Εάν όμως μας πειράζει και αυτό του το επιτρέπει ο Θεός, είναι μία επιπλέον ευκαιρία ν αγωνιστούμε για να λάβουμε στεφάνους και δεν θα μας κυριεύση το δυστυχισμένο αυτό θηρίο (διάβολος).
Έχουμε ανάγκη από μια κατάσταση συνεχούς εσωτερικής εγρηγόρσεως και  τότε η Χάρις του Θεού θα μας βοηθη. Διότι, χωρίς -την Χάρι του Θεού, δεν μπορούμε να σωθούμε. Είναι αδύνατο να σωθείς, όσο και μέγας ασκητής να είσαι, ελπίζοντας στα καλά σου έργα και όχι στην Χάρι του Θεού. ’Άκουσε τι είπε στον άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη ο Χριστός: -<<Κράτησε τον νου σου στον άδη και μην απελπίζεσαι», δηλαδή δεν του είπε ότι θα σωθείς με τά έργα σου. Και ποιος ήτο ο Μέγας Αντώνιος, όλοι γνωρίζουμε. Δεν σώζεται ο άνθρωπος από τά έργα του, αλλά από την Χάρι του Θεού λέγει ο Σωτήρ: «Τά αδύνατα παρ ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεώ εστί» (Λουκ. 18,27). Τον ρώτησε ο Απόστολος Πέτρος: «Και τί θα κάνουμε, Κύριε, ποιός μπορεί να σωθεί»; (Πρβλ. Ματθ. 19, 25). Συνεπώς δεν μάς σώζουν τά έργα μας, αλλά το έλεος του Θεού, αρκεί εμείς να έχουμε εσωτερική εγρήγορση και προσευχή. Δεν αξίζεις να λάβεις χαρίσματα, παρά μόνο, όταν ζεις με βαθειά εσωτερική ταπείνωση.
Βλέπετε τον άγιο Κήρυκο με την μητέρα του, την αγία = Ιουλίττα, οι όποιοι βασανίσθηκαν από τους ειδωλολάτρες. ' Ο μικρός Κήρυκος έφθανε την μητέρα του μέχρι τά γόνατά της και είπε στον τύραννο: Κι εγώ πιστεύω στον Χριστό. Και ο τύραννος τον κτύπησε με την μπότα του στην κοιλιά, τον πέταξε στον τοίχο και τον σκότωσε επί τόπου. Και συναριθμήθηκε το παιδάκι αυτό στην χορεία των μαρτύρων της πίστεώς μας. Τά Λείψανα αυτού του αγίου νηπίου, τά βαστάζει με ευλάβεια ιερεύς και τά προσκυνούν οι πιστοί χριστιανοί μας.
Βλέπετε ότι μέσα σέ ένα ομολογιακό λόγο κρύβεται η σωτηρία μας; Μια εσωτερική κατάστασης αγάπης για τον Χριστό, έστω με επώδυνο τέλος, έφερε τον άγιο Κήρυκο στην Βασιλεία των ουρανών. Ανέστη ο Χριστός! Είμεθα βαπτισμένοι, έχουμε φύλακα άγγελο, ο Θεός μας διδάσκει: «Ζητείτε και ευρήσετε.,.ή τις εστίν εξ υμών άνθρωπος, ον εάν αίτηση ο υιός αυτού άρτον, μη λίθον επιδώσει αύτω;» (Ματθ. 7, 9). Κι Εγώ δεν θα σάς δώσω άρτο, ολιγόπιστοι Χριστιανοί μου; Αυτή είναι η αδυναμία της πίστεως. Δοκιμάσθε, μη παραιτήσθε από το να ζητήτε! Ανάλογα με το μέτρο της πίστεώς σας.
Μένετε ευχαριστημένοι με τά μικρά δώρα του Δημιουργού σας, μή ζητείτε τά μεγαλύτερα. Γνωρίζει Εκείνος αν είσθε και πότε θα είσθε άξιοι για να σας δώσει τά μεγαλύτερα χαρίσματά Του. Ένα μικρό δώρο πού έχεις, μη το βλέπεις μικρό- είναι αυτό πού σου χρειάζεται.  Αλλά ο άνθρωπος, επειδή έχει απερίσκεπτη επιθυμία και υπερηφάνεια, θέλει σέ μια στιγμή ολόκληρο τον ουρανό! Όχι! όλος ο ουρανός είναι δικός σου, εάν είσαι ταπεινός και βιώνεις μέσα στην καρδιά σου βαθειά την Χάρι του  Αγίου Πνεύματος. Χωρίς την ταπείνωση δεν γίνεται τίποτε. Να το ξέρετε!
Υπάρχει ένα βιβλίο με τίτλο: «Ο Βίος του άγιου Νήφωνος». Αυτόν τον άγιο τον χαρακτηρίζει ιδιαιτέρως η ταπείνωσης. Και τί αποκαλύψεις είχε από τον Θεό, δεν μπορείτε να φαντασθείτε. Στον θάνατό του ήλθαν οι Όσιοι, οι
Μάρτυρες να τον πάρουν, ήλθε ακόμη και ο Σωτήρ. Διότι ο όσιος του είπε: «Κύριε πόσο ευτυχής θα ήμουν να είσαι κι Εσύ στον θάνατό μου»! Τον πήραν από την γη και τον έφεραν όλοι οι Άγιοι με τον Χριστό στην ουράνια κατοικία του.
Όλα αυτά τά έργα τα πραγματοποιεί η ταπείνωσης. Αυτή είναι η μοναδική οδός. Όμως μή πιστεύετε ότι είναι αδύνατον να ζήσετε αυτά τά πράγματα πού είδε και έζησε ο άγιος Νήφων. Όχι! Προσπαθήστε και σεις στο μέτρο των δυνάμεων σας. Ο Χριστός μας λέγει: «Η βασίλεια των ουρανών βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν...» (Ματθ. 11,12). Σ’ ένα αγώνισμα τρέχουν πολλοί εκείνος όμως πού τρέχει ειλικρινά, δεν τρέχει μάταια. Όποιος πηγαίνει στο αγώνισμα, να μή πιστεύει ότι δεν θα κερδίσει• στο τέλος όλοι κερδίζουν, όσοι έτρεξαν με τιμιότητα, αλλά μόνον μερικοί παίρνουν τά βραβεία.
Υπάρχει το μικρό ποτήρι, το μεγάλο και το μεγαλύτερο. Όλα είναι γεμάτα νερό. Το μικρό ποτήρι δεν στενοχωρείται, διότι δεν χωρεί μέσα του όσο νερό είναι στο μεγαλύτερο ποτήρι. Το μικρό ποτήρι είναι ικανοποιημένο ότι είναι κι αυτό γεμάτο. Ένας στο μέτρο τών δυνάμεών του, έλαβε το βραβείο, πού είναι το μικρό ποτήρι γεμάτο νερό.
 Άλλος, αγωνίστηκε περισσότερο και πήρε βραβείο το μεγαλύτερο ποτήρι. Όλα αυτά τά βραβεία εξαρτώνται από την Χάρι πού δίδεται δωρεάν στους ταπεινούς τη καρδία. Ό άνθρωπος πού είναι ειλικρινής και ταπεινός, είναι γεμάτος με το δικό του το ποτήρι. Είναι ευχαριστημένος και δεν βασανίζεται με τον λογισμό του ότι ο άλλος είναι πιο ευχαριστημένος απ’ αυτόν, διότι έχει πιο πολλή Χάρι στο δικό του ποτήρι.
Ακούσατε για τον άγιο Ιωάννη τον Ευαγγελιστή, τον όποιον αγαπούσε ο Ιησούς. ’Άραγε δεν αγαπούσε ο Ιησούς τούς άλλους Μαθητές; Τούς αγαπούσε, αλλά ο άγιος Ιωάννης είχε μεγαλύτερη δύναμη να εγκολπώνει μέσα του την Αγάπη. Ο Χριστός έπρεπε να τον κρατά πάντα κοντά Του, διότι ήτο ποτήρι πρώτου μεγέθους. Όμως όλους ο Χριστός τούς αγαπούσε και όλοι ήσαν γεμάτοι, έκαστος κατά το μέτρο της δυνάμεως της αγάπης του προς αυτόν. Και τότε δεν δικαιολογείται η ταλαίπωρη ζήλια μεταξύ τους. Διότι έχει διαπιστωθεί ότι ουδέποτε σέ ταλαιπωρεί κάποιος πού έχει ασθενέστερο πνευματικό βίωμα από σένα στη ζωή του. Ακόμη και μεταξύ των λαϊκών και μοναχών. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει για τον μοναχισμό, ότι αυτός είναι ο δρόμος προς τον όποιο πρέπει να φθάσουν όλοι ως προς τα βιώματά του. 'Όλοι δεν μπορούν να υπάγουν στο μοναστήρι. Δεν πειράζει. Παραμένουν εκεί πού ευρίσκονται και ανάλογα με τον αγώνα τους, φθάνουν στην τελειότητα. Γεμίζουν το δικό τους ποτήρι με θεία Χάρι. Δεν σώζονται μόνον οι μοναχοί. Αυτοί προσπαθούν να εφαρμόσουν τον υψηλό λόγο πού είναι η κορυφή της Γραφής: «εάν θέλης τέλειος είναι...» (Ματθ. 19, 21).
 Οπότε αυτοί είναι προσκαλεσμένοι για αυτήν την ζωή. Διότι οι εντολές είναι εντολές πού σέ σώζουν και είναι και ευαγγελικές συμβουλές πού σέ προσκαλούν σέ μια τελειότερη ζωή. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος πού έχει γυναίκα δεν σώζεται. Όποιος σώζεται είναι μακάριος, είναι άγγελος. Αλλά υπάρχουν ουρανοί και ουρανοί, τόποι και τόποι. Υπάρχουν τέλειοι άγιοι, όπως ο Μέγας Αντώνιος, ο Ιωάννης ό Χρυσόστομος, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι και οι μαθητές τους δεν είναι μακάριοι, οι όποιοι κι αυτοί σώθηκαν διότι όποιος σώζεται είναι ένας άγγελος.

Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης Μεγάλες προσωπικότητες του Αγιορείτικου Νεοησυχασμού

Ένας σπουδαίος εργάτης της νοεράς προσευχής υπήρξε ο Γέροντας Βαρνάβας Αγιοβασιλειάτης (+1905). Οι αγρυπνίες του ήταν συχνές και ολονύκτιες και μόνο με το κομποσχοίνι. Ακόμα μεγαλύτερος βιαστής ήταν ο Γέροντας του Ναθαναήλ. Σε συμβουλές του προς μοναχό ησυχάζοντα κατά μόνας, μεταξύ άλλων σπουδαίων, γράφει: «Όταν ενεργήσει η ευχή, έρχονται τα δάκρυα, η χαρά, η κίνησις και ο ανακαινισμός της καρδίας. Αλλά μη τα έχης διά τίποτε, ούτε να τα καταφρονής, αλλά με απλότητα λέγε «Κύριε Ιησού Χριστέ…» καθότι φωτισμός είναι ο Θεός … Όταν δε κάθησαι εις την ευχήν και ο νους σου φεύγει και δεν δύνασαι να κάμης ευχήν, σήκω από το κάθισμα σου και μη λυπηθής πώς δεν δύνασαι να κάμης ευχήν, αλλά μάλιστα να είσαι χαρούμενος. Εάν πάλιν το πονηρόν πνεύμα σε δέση και δεν δύνασαι να κάμης διόλου ευχήν, κάμε άλλην πνευματικήν εργασίαν, και εάν δεν δύνασαι κάμε σωματικήν υπηρεσίαν, και να έχης προσοχήν εις τον εαυτόν σου και να μη συγχύζεσαι ποτέ, πάντοτε χαρούμενος να είσαι και όχι λυπημένος, διότι όλοι οι άγιοι με την πραότητα εβάδισαν. Διάβαζε και εξακολούθησον καθώς σε είπον και θέλει περνά η ημέρα σου χωρίς να την καταλαμβάνης…».
Μεγάλος αγωνιστής υπήρξε και ο Γέροντας του γνωστού παπα Σάββα του Πνευματικού του Μικραγιαννανίτη (+1908) Γέρων Ιλαρίων ο Γκουρτζής (+1864), πού από μικρός ήταν ασκητής στην πατρίδα του την Γεωργία. Στο Άγιον Όρος έζησε στις μονές Ιβήρων και Διονυσίου και στην έρημο. Πολλές σπηλιές έγιναν κατοικία του. Πότιζε τα βράχια με δάκρυα και τηρούσε ακριβή σιωπή. Είχε πολλές δαιμονικές επιθέσεις, οι όποιες όμως τον άφησαν απτόητο. Η προσευχή του θαυματουργούσε. Οι μακρές νηστείες του τον άφηναν ημιθανή. Αγαπούσε πολύ την ησυχία και την αδιάλειπτη προσευχή και με την ευλογία του Πνευματικού, για ένα μεγάλο διάστημα διετέλεσε έγκλειστος. Στα γεράματα του χρησιμοποιούσε αλυσίδες ως κρεμαστήρες για τις πολύωρες αγρυπνίες του. Οι επιθανάτιοι λόγοι του ήταν: «Δόξα τω Θεώ! Ήθελα μαρτυρικό θάνατο, αλλά ο Κύριος δεν με αξίωσε. Μου έστειλε όμως ασθένεια, πού μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από μαρτύριο, αν την υπομείνω με καρτερία και πίστη στο θείο θέλημα». Μετά την εκταφή του τα οστά του ευωδίασαν.
 
Ο όσιος Αντίπας ο Μολδαβός (+1882) από νέος είχε θείες εμπειρίες στην προσευχή του και έτσι αποφάσισε να γίνει μοναχός, διερχόμενος από μεγάλους και πολλούς πειρασμούς. Με τις συμβουλές αγίων Γερόντων και διάφορους ασκητικούς πόνους καλλιέργησε συστηματικά τη νοερά προσευχή. Έζησε για τρία έτη στη μονή Εσφιγμένου και μετά αποσύρθηκε στην βαθύτατη έρημο. Είχε Ιδιαίτερη αγάπη στην Παναγία, όπως κι όλοι οι ησυχαστές. Ο ζήλος του ήταν πάντοτε συνετός. Το αθωνικό τυπικό διατήρησε σ΄ όλη του τη ζωή κι όταν βρέθηκε μακρυά από το προσφιλές του Άγιον Όρος. Καρπός της νήψεώς του ήταν μία γλυκύτητα πού πάντα είχε, κατά τον αββά Ισαάκ τον Σύρο. Αγαπούσε τη μόνωση, την ησυχία, τη σιωπή και την ευχή κι όταν ήταν μετοχάρης στον κόσμο. Τις αποφάσεις και τις μετακινήσεις του προετοίμαζε με μεγαλύτερη άσκηση και προσευχή. Καταλήγοντας στη μονή Βαρλαάμ δόθηκε όλος στη φίλη του προσευχή. Την απερίσπαστη προσευχή του συνόδευαν πυκνά και θερμά δάκρυα. Η ταπείνωση, η αυτομεμψία, η υπομονή, η ανεξικακία τον στόλιζαν και τον χαρίτωναν. Μόνη του περιουσία η αθωνίτικη εικόνα της Παναγίας. Αναχώρησε της παρούσης ζωής προσευχόμενος στη Θεοτόκο.

Ο διάσημος ασκητής του Άθωνα Χατζηγιώργης (+1886) ο Καππαδόκης από μικρός κι αυτός αγάπησε εγκάρδια την άσκηση και την προσευχή, όπως και την Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία πολύ τον βοήθησε. Στο Άγιον Όρος πρωτοήλθε στη μονή Γρηγορίου. Αργότερα πήγε στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων, υπό την έμπειρη διδαχή του συμπατριώτη του πνευματικού Νεοφύτου (+1860), ο οποίος του έδωσε κανόνα να ζει παρά την σπηλιά του οσίου Νήφωνα. Κατόπιν πήγαν στην Κερασιά και καθιέρωσαν συνεχή, πολυετή, αυστηρή νηστεία με παντοτινό αλάδωτο φαγητό. Η σιωπή, η υπακοή, η ασιτία, η ευχή, η ταπείνωση, η αγάπη, τον κοσμούσαν. Για ν΄ αποφεύγεται η φλυαρία στη συνοδεία του, όταν ήταν όλοι μαζί σε κάποιο διακόνημα, έλεγε δυνατά την ευχή. Η ζωή τους ήταν μια συνεχόμενη Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Η χαρμολύπη τους χαρακτήριζε. Η διακριτική αγάπη του Χατζηγιώργη βοήθησε πολλούς. Φάρμακα είχαν τα θεία μυστήρια. Η αλουσία του, τα βρώμικα και κουρελιασμένα ρούχα του έκρυβαν μία καθαρή καρδιά, πού αγαπούσε τη νήψη. Εκοιμήθη μόλις μετέλαβε των άχραντων μυστηρίων.

Ο μακάριος παπα Χαρίτων ο Πνευματικός (+1906) έγινε μοναχός στα Μετέωρα, κατόπιν πήγε στο Σινά και μετά στην έρημο του Αγίου Όρους. Κοιμόταν λίγο και στο στασίδι, έτρωγε μια φορά την ήμερα, και λάδι μόνο το Σαββατοκύριακο. Αγαπητοί του τόποι τα σπήλαια των αγίων της μείζονος περιοχής των Καυσοκαλυβίων. Επρόκειτο για ησυχαστή, σιωπηλό, φιλήσυχο, εγκρατή, ταπεινό και φιλομαθή. Μελετητής και μιμητής αγίων, υμνογράφος και συναξαριογράφος. Έγραφε: «Την αγρυπνίαν αγάπα, νηστείαν, δάκρυα, εύχάς και ψαλμωδίας, και Γραφών την μελέτην, γενού ταπεινόφρων και γαληνός, και τον τύφον απόρριπτε, μη σε νικήση ο φθόνος και των παθών, ακρασία η ψυχόλεθρος». Ο πόλεμος του πειρασμού νικιόταν με την επίκληση της Παναγίας. Σπάνια εξήρχετο στα τέλη του βίου του του κελλιού του. Έχοντας διαρκή τη μνήμη του θανάτου, τη μνήμη του Θεού, αναχώρησε για το ανεπίστροφο ταξείδι των ουρανών, καθώς έγραφε, προσευχόμενος.