Σάββατο 19 Απριλίου 2014

Ο Γέρων Πορφύριος





Ο Γέρων Πορφύριος
Αποστολέας Christos στις Sunday, July 14 @ 22:12:42 CDT



Του +Γεωργίου Παπαζάχου (Επ. Καθηγητής Καρδιολογίας)

“Γράφω αυτη την επιστολή από μιά εσωτερική πίεση να μιλήσω για τον Γέροντα Πορφύριο, που κοιμήθηκε πρίν από 40 μέρες. Έζησα τόσα γεγονότα 14 χρόνια κοντά του, σάν ένας από τούς γιατρούς του, που δεν πρέπει να το κρύψω από τούς αδελφούς μου. Θά διηγηθώ μερικά περιστατικά, που παρουσιάζουν το Γέροντα σάν άρρωστο και σάν γιατρό.

Συγχωρέστε μου τα προσωπικά στοιχεία, που αν αφαιρεθούν αλλοιώνουν τα γεγονότα. Ασφαλώς, άλλοι έζησαν άλλες συγκινήσεις κοντά του. Καί δεν πρέπει να χαθούν, γιατί αποτελούν σημάδια της αγίας βιοτής του, αποδείξεις της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος στή ζωή μας και υποθήκες για ολόκληρη τή γενιά μας.



Ο Γέροντας και η αρρώστια του

Ήταν πραγματικά άρρωστος. Μέ πλήθος αρρώστιες επάνω του. Τά περισσότερα συστήματα έπασχαν. Προσωπικά διεπίστωσα: έμφραγμα μυοκαρδίου (προσθιοδιαφραγματικό με πλαγία ισχαιμία), χρονία νεφρική ανεπάρκεια, έλκος δωδεκαδακτύλου (με επανειλημμένες γαστρορραγίες), χειρουργηθείς καταρράκτης (με αποβολή του φακού και τύφλωση), έρπης ζωστήρ στο πρόσωπο, σταφυλοκοκκική δερματίτιδα στο χέρι, βουβωνοκήλη (με συχνή περίσφιγξη), χρονία βρογχίτιδα, αδένωμα της υποφύσεως στο κρανίο.

Καί η υπομονή του ιώβειος. Όταν είχε τον έρπητα σε έξαρση και όλο το δεξιό του πρόσωπο (τριχωτό κεφαλής, παρειά, αυτί, σαγόνι) ήταν μιά ανοιχτή πληγή, τον ερώτησα πόσο έντονο πόνο αισθάνεται’ μού απάντησε: “Σάν να ακουμπάω το δεξί μου μάγουλο σε τηγάνι με ζεματιστό λάδι”. Καί ήταν απόλυτα ήρεμος. Δέν άφηνε ούτε υποψίες ότι υποφέρει, ούτε ένα βογγητό.

Πολλές φορές, ενώ βρισκόμουν στο κελλί του και κουβεντιάζαμε, συνέβαινε περίσφιγξη της βουβωνοκήλης του, πάντα επώδυνη. Δέν ζητούσε βοήθεια. Αγωνιζόταν να την ανατάξη μόνος του κάτω από τις κουβέρτες του.. Κανείς δέ μιλούσε, ενώ από τα χείλη του ακουγόταν ψιθυριστά, με μιά ανεπανάληπτη γαλήνη, το “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησέ μας”.

Μερικοί τον παρεξήγησαν κάποτε που φίλησαν το χέρι του καλυμμένο με μιά γάζα, νομίζοντας ότι σιχαίνεται. Ήταν η εποχή που εμείς το καλύψαμε, γιατί είχε την σταφυλοκοκκική δερματίτιδα και ήταν ολόκληρο εξελκωμένο.
Αλλ’ η κουβέντα μας ένα βράδυ, μετά την καρδιολογική εξέταση και το τυπικό ηλεκτροκαρδιογράφημα, με συνεκλόνισε. Ούτε φαντάσθηκα ποτέ ότι θα μπορούσε ένας άνθρωπος να αντιμετωπίση έτσι την αρρώστια του. Μού είπε: “Θά σού εξομολογηθώ κάτι, αλλά να μείνη μυστικό. Έχω καρκίνο στην υπόφυση. Ήδη αισθάνομαι τή γλώσσα μου μεγαλωμένη και δεν γυρίζει καλά μέσα στή στοματική κοιλότητα”.

Ύστερα μού ανέλυσε ιατρικά και σωστά τή λειτουργία των ενδοκρινών αδένων και κατέληξε: “Πρέπει να ξέρης ότι, όταν ήμουν καλογεράκος -ίσως 16 χρονών- στο Άγιο Όρος αισθανόμουνα τόσο ευτυχισμένος, ιδίως μετά τή Θεία Κοινωνία, ώστε έβγαινα στο δάσος και με δάκρυα φώναζα: Δόξα Σοι, Κύριε! Ήρθες ολόκληρος μέσα μου’ σε μένα τον αμαρτωλό’ Εσύ ο Χριστός μου, που σταυρώθηκες και πόνεσες για μένα και σήκωσες τις αμαρτίες μου.

Κι εγώ τί κάνω για σένα; Ποιόν πόνο υποφέρω για σένα; Κύριε, στείλε μου έναν καρκίνο! Χριστέ μου, χάρισέ μου έναν καρκίνο, να υποφέρω και γώ μαζί Σου! Αυτή την προσευχή την έκανα συνέχεια και μετά το εξομολογήθηκα στόυς Γεροντάδες μου. Εκείνοι μού σύστησαν να μήν την επαναλάβω, γιατί εκπειράζω τον Θεό. Ξέρει εκείνος τί θα κάνη. Δέν την ξανάκανα αυτή την προσευχή.

Αλλά τώρα, Γιωργάκη μου, μού τον έστειλε τον καρκίνο! Καταλαβαίνεις την ευεργεσία; Έστω και αργά, θα υποφέρω λίγο μαζί Του”. Έμεινα ενεός. Πρώτη φορά στην ιατρική σταδιοδρομία μου άκουγα τή φράση: “Δόξα τώ Θεώ, έχω καρκίνο!”. Είχα ξεχάσει ότι μπροστά μου δεν βρισκόταν άνθρωπος κοινός’ ήταν ο Γέροντας Πορφύριος.

Ωστόσο ποτέ δεν αρνήθηκε την ιατρική βοήθεια των πολλών γιατρών-πνευματικών του παιδιών. Μάλιστα μιά μέρα τον ερώτησα: “Γιατί πολλοί πνευματικοί άνθρωποι, κυρίως μοναχοί, αρνούνται την ιατρική βοήθεια, πιστεύοντας ότι θα τούς βοηθήση κατ’ ευθείαν η Παναγία;”. Μού απάντησε: “Είναι εγωϊσμός -πονηρή ενέργεια- να νομίζης ότι ο Θεός θα κάνη, κατ’ εξαίρεση από τούς πολλούς, θαυματουργική επέμβαση για σένα. Ο Θεός κάνει θαύματα και τώρα, αλλά εσύ δεν πρέπει να το προσδοκάς για σένα. Είναι εγωϊστική εξαίρεση. Άλλωστε και μέσω των γιατρών ο ίδιος ο Θεός ενεργεί.

“Ιατρούς και φάρμακα Κύριος έδωκεν”, λέει η Αγία Γραφή”.

Δεχόταν δέ μόνο την κλασσική ιατρική, πολλά κεφάλαια της οποίας γνώριζε άριστα. Μέ την εμπειρία του από τη μακρά θητεία στην Πολυκλινική Αθηνών και με το θεϊκό “χάρισμά” του έβλεπε βαθύτερα την αρρώστια και πολλές φορές μάς στρίμωχνε με σαφώς επιστημονικές ερωτήσεις.

Ο Γέροντας θεραπεύει

Ειδικότητά του η “τηλε-διαγνωστική”! Έβλεπε με καταπληκτική ακρίβεια αλλαγές στον εαυτό του και σε άλλους’ συχνά και στούς γιατρούς του.
Ο ίδιος μού διηγήθηκε ότι διέγνωσε υπογοναδισμό σε έναν νέο μόνο κοιτάζοντάς τον, κάταγμα σπονδύλου σε μιά μοναχή που βρισκόταν σε άλλη πόλη. Είναι ίσως χιλιάδες αυτοί που δέχθηκαν τή διαγνωστική του ενέργεια και επιβεβαιώθηκε η νόσος αργότερα και επιστημονικά.


Εδώ θα αναφέρω μιά αυτοδιάγνωσή του. Διεπίστωσε μεταβολές στο ηλεκτροκαρδιογράφημά του, χωρίς καρδιογράφο.
Ένα βράδυ μού τηλεφώνησε ανήσυχος: “Έλα, έστω και αργά, και θα δής αλλοιώσεις στο καρδιογράφημα. Πονάω σήμερα, πολλές φορές, και ο πόνος είναι στηθαγχικός”. Διαπίστωσα πράγματι ισχαιμικές μεταβολές (στις απαγωγές v3-v6) και τον ρώτησα σε ποιό stress βρέθηκε σήμερα. Άρχισε να κλαίη και με διακοπές να μού περιγράφη λεπτομερώς σκηνές από τις οδομαχίες στή Ρουμανία.

Ήταν η ημέρα της εξεγέρσεως του λαού κατά του Τσαουσέσκου και με το “χάρισμά” του έβλεπε τούς πυροβολισμούς και τούς θανάτους στις πλατείες, όπως τις δημοσίευσαν οι εφημερίδες τις επόμενες ημέρες. Συνέχισε να κλαίη και τον παρεκάλεσα να ζητήση από τον Θεό να του αφαιρέση για λίγο αυτή την “όραση”.

Η καρδιά του βρισκόταν σε κίνδυνο από την ένταση. Θά μπορούσε να κάνη επέκταση του εμφράγματός του. Στήν ίδια ένταση βρισκόμουν κι εγώ, βλέποντας την ευαισθησία της “άλλης” καρδιάς ενός αγίου. Έκρυψα τα μάτια μου με το καρδιογράφημα και σκεφτόμουν: Τί σημασία έχουν, Γέροντα, για σένα τα νιτρώδη αντιστηθαγχικά φάρμακα που ετοιμάζομαι να σού δώσω; Εσύ δεν είσαι εκ του κόσμου τούτου. Η καρδιά σου χτυπά στον Ωρωπό και ζή στην Ρουμανία. Στό ηλεκτροκαρδιογράφημα η καρδιά φαίνεται με ισχαιμική “κατάσπαση” του Sε διαστήματος, αλλά στην πραγματικότητα βρίσκεται σε μεγάλη “ανάσπαση” προς τον ουρανό. Έφυγα αργά με τον τρόμο ότι είδα λίγο από το φώς ενός αγίου.
Εγώ πήγαινα στο κελλί του σάν διαγνώστης γιατρός, αλλά πολλές οι φορές που εκείνος έκανε διαγνώσεις για μένα. Θά αναφέρω δύο: Είχα χειρουργηθή από τον καθηγητή κ. Βασ. Γολεμάτη (δύο βουβωνοκήλες ταυτόχρονα) και ενώ ήμουν στή φάση της αναρρώσεως, πήγαμε με τή γυναίκα μου στον Ωρωπό. Δέν ξέρω αν είχε μάθει από φίλους ότι ήμουν χειρουργημένος, αλλά μόλις μπήκαμε με κοίταξε επίμονα για πολλή ώρα στην κοιλιά και μού είπε: “Βλέπω ότι δεξιά έγινε καλή εγχείρηση, αλλά αριστερά αριστοτεχνική’ γιατί περιποιήθηκε τόσο εκεί;”.

Η γυναίκα μου μού έκανε νόημα: “Τί λέει ο Γέροντας;”. Δέν είχα πεί ούτε σε εκείνη ούτε σε άλλον ότι ο χειρουργός είχε εφαρμόσει την μέθοδο Soudaice αριστερά, επειδή ήταν μεγάλη.

Ο Γέροντας το “είδε”.
Τόν Δεκέμβριο του 1990 ήμουν στο κρεβάτι με την πολλοστή γαστρορραγία μου. Σέ κάποια στιγμή έντονου προβληματισμού μου αν πρέπη να χειρουργηθώ ή όχι, χτύπησε το τηλέφωνο. Μεταφέρω αυτούσια τα λόγια του Γέροντα: “Αυτές τις μέρες σε επισκέπτομαι συχνά και με το “χάρισμα”, που μού έδωσε ο Θεός ενεργώ θεραπευτικά. Ποτέ δεν είχα μπεί στο σπίτι σου τόσες πολλές φορές σε λίγες μέρες.....Κάτι μού λέει να μήν το χειρουργήσης τώρα, αλλά να αλλάξης τρόπο ζωής, να χαλαρώσης.
Άφησε το χειρουργείο να το σκεφθούμε αργότερα. Τί κάνω εγώ τώρα το γιατρό στο γιατρό; (γελάει). Νά ξεκουράζεσαι περισσότερο, γιατί σε αγαπάει ο κόσμος. Μού έφαγες τή δόξα (γελάει)”. Φαντάζεσθε πώς ένοιωσα κάτω από αυτή την προστατευτική του παρουσία!

Αγαπούσε τόσο πολύ όλους τούς ανθρώπους που τον πλησίαζαν και, φυσικά, και τούς γιατρούς του, ώστε να ενεργοποιή για μάς το θεραπευτικό χάρισμά του. Όσοι τον πλησίαζαν ανεπιτήδευτα έχουν παρόμοιες εμπειρίες. Πολλές φορές έπαιρνα μαζί μου φιλικά ή συγγενικά πρόσωπα, που εξεπλήσσονταν, όταν άρχιζε να μιλάη για το πρόβλημά τους, χωρίς εγώ να τον ενημερώσω εκ των προτέρων. Κάποια κυρία, φεύγοντας, ήθελε να δώσω όρκο ότι δεν του μίλησα για κείνη πρίν πάμε στον Ωρωπό.

Τό χάρισμά του τον έκανε περισσότερο ευαίσθητο απέναντι στον ανθρώπινο πόνο. Ένα σούρουπο διέκοψαν την καρδιολογική εξέταση οι μοναχές, γιατί έξω είχαν συγκεντρωθεί πολλοί άνθρωποι και περίμεναν να πάρουν την ευχή του πρίν νυχτώση. Βγήκα έξω από το κελλί και οι επισκέπτες φίλησαν απλώς το χέρι του. Ήταν κουρασμένος και δέ μίλησε σε κανέναν.

Η τελευταία κυρία βγήκε κλαίγοντας. Όταν ξαναμπήκα βρήκα τον Γέροντα να κλαίη. “Αυτά παθαίνω πάντα, μού είπε. Είδα τώρα αυτή τή μητέρα να τή δέρνη αύριο ο ναρκομανής γιός της, για να του δώση χρήματα. Καί η καημένη ασφαλώς θα σκανδαλίστηκε που έχει τέτοιο πρόβλημα και έφυγε χωρίς βοήθεια... Τί μπορείς εσύ να κάνης , φτωχέ Πορφύριε... Κύριε Ιησού...”. Καί επανέλαβε πολλές φορές ψιθυριστά τή λέξη “Ιησού”.

Ήταν τόσο απλός και γλυκός άνθρωπος, ώστε να μή κωλύεσαι να του απευθύνης οποιαδήποτε ανόητη ερώτηση. Έτσι μιά μέρα τον προκάλεσα αδιάκριτα: “Πώς ξέρεις, Γέροντα, ότι αυτό το προορατικό σου χάρισμα είναι από τον Θεό και όχι από τον Διάβολο;”. Γέλασε καλοκάγαθα και μού είπε: “Τό δοκίμασα. Είναι εκ Θεού, γιατί δεν λανθάνει. Νά σού δώσω παράδειγμα; Η νεωκόρος στην Πολυκλινική πόναγε στο δεξιό άνω γομφίο και κράταγε το δεξιό μάγουλό της. Τής είπα ότι είναι χαλασμένος ο αριστερός γομφίος. Εκείνη επέμενε, αλλά όταν γύρισε από τον οδοντίατρο μού είπε ενθουσιασμένη ότι είχα δίκαιο. Στήν ακτινογραφία η βλάβη ήταν αριστερά, αλλά αισθανόταν τον πόνο δεξιά, επειδή ήταν στο ίδιο νευροτόμιο. Άν, λοιπόν, ήταν από τον πονηρό, αυτή η προόραση θα βασιζόταν στο αίσθημα του ασθενούς και θά’ βγαινε λανθασμένη. Τού Θεού η ενέργεια δεν σφάλλει”.
Ο Γέροντας σάν γιατρός μου δεν “έβλεπε” μόνο τις σωματικές μου ασθένειες. Φρόντιζε και για τις πολλές πνευματικές ατέλειές μου. Προσπάθειά του να βρώ την ταπείνωση. Ένα απόγευμα μού τηλεφώνησε στο ιατρείο, ακριβώς μετά την υπερβολική εκδήλωση αγάπης ενός ζεύγους ασθενών μου που περιποιήθηκα. Μεταφέρω τα λόγια του: “Γιωργάκη, είμαι ο Γέροντας. Εμείς οι δυό θα πάμε μαζί στην κόλαση. Θά ακούσουμε: Άφρον, άφρον, ταύτη τή νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σού...

Τά αγαθά σου εν τή ζωή σου απήλαυσες, ά δέ ητοίμασας τίνι έσται;”. Τόν διέκοψα: “Τί απολαύσαμε, Γέροντα, σ’ αυτή τή ζωή; Τό σαράβαλο αυτοκίνητο, το άδειο βιβλιάριο ή τον ανύπαρκτο ύπνο μας;”. Απάντησε απότομα: “Τί είναι αυτά που λές; Δέ σού λέει ο κόσμος: Τί καλός γιατρός που είσαι; Μάς αγαπάς, μάς φροντίζεις, δέ μάς γδέρνεις. Καί σύ τα αποδέχεσαι, τα χάφτεις. Έ! Τόν έχασες το μισθό σου. Τό ίδιο παθαίνω και εγώ. Μού λένε πώς έχω “χαρίσματα”, πώς μπορώ να τούς ακουμπήσω και να κάνω θαύματα, πώς είμαι άγιος. Καί τα χάφτω, ο ανόητος και αδύναμος.

Έ! Γι’ αυτό σού είπα ότι μαζί θα πάμε στην κόλαση!”. “Άν είναι να πάμε μαζί”, του απάντησα, “πάμε και στην κόλαση!”. Κι εκείνος έκλεισε το τηλέφωνο, λέγοντας: “Εγώ σού μιλάω σοβαρά και σύ πάντα αστειεύεσαι. Καλή μετάνοια και στούς δυό μας”.

Άλλη μέρα ήμουν βαρύθυμος, σκεπτόμενος ότι έφυγαν τα περισσότερα χρόνια μου άκαρπα μέσα από άχρηστες καθημερινές λεπτομέρειες. Τηλεφώνησε ο Γέροντας και με αναπτέρωσε με δυό-τρείς φράσεις του: “Άκουσες ποτέ, γιατρέ, το “ου μή γεύσονται θανάτου”; Μπορούμε, αν θέλουμε, να αποφύγουμε την πεθαμενίλα. Αρκεί να αγαπήσουμε τον Χριστό. Καί σύ “εξ όλης της καρδίας σου”, κύριε καρδιολόγε” (γελάει).

Ο Γέροντας δεν ήταν μόνο γιατρός. Ήταν και κτηνίατρος. Αγαπούσε τα ζώα. Εξημέρωσε επιθετικούς παπαγάλους και τούς έμαθε την Ευχή.

Εξεπλάγην όταν άκουσα μέσα στο κελλί τον παπαγάλο να επαναλαμβάνη την ευχή. “Είναι πιό πνευματικός από μένα”, είπε. “Εγώ αποκάμνω και κοιμούμαι, αλλ’ αυτός αγρυπνεί”. Τελευταία προσπαθούσε να εξημερώση έναν αετό. Κάποιο Σαββατοκύριακο, στή βόρειο Εύβοια που ησύχαζε, συνέβη το εξής, που μού διηγήθηκε ο ίδιος: “Μιά τσομπάνισσα παρακάλεσε να διαβάσω μιά ευχή στο κοπάδι της, γιατί αρρώσταιναν τα γίδια της.

Συμφώνησα και έφεραν όλο το κοπάδι κοντά στο εκκλησάκι που έμενα. Στάθηκα μπροστά στο κοπάδι, σήκωσα τα χέρια μου ψηλά και είπα διάφορες προσευχές από ψαλμικούς στίχους που αναφέρονται στην κτίση. Επικρατούσε απόλυτη σιωπή στα ζώα. Κανένα δεν κουνιόταν. Ύστερα κατέβασα τα χέρια μου και ο τράγος κινήθηκε μόνος του. Ήρθε κοντά, μού φίλησε το χέρι και υποχώρησε ήρεμα... Τά λέω σωστά Πηνελόπη;” φώναξε στην ανηψιά του, που στεκόταν πιό πέρα. “Ναί, Γέροντα. Ακριβώς έτσι έγιναν. Εγώ ήμουν εκεί”.

Κάθε φορά που πήγαινα στον π. Πορφύριο με συνείχε φόβος μήπως αυτή είναι η τελευταία φορά που τον εξετάζω. Έτσι φρόντιζα να κάνω ψηλάφηση καρδιακής ώσεως και καρωτίδων για αρκετή ώρα, με την βεβαιότητα ότι ψηλαφώ το σώμα ενός αυριανού αγίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Όταν έπαιρνα το χέρι μου από το προκάρδιο επανελάμβανε το “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησε τον κόσμο σου”. Πόσα να οφείλη άραγε αυτός ο κόσμος, η γενιά μας, σ’ αυτές τις προσευχές του Γέροντα Πορφυρίου! Καί πόσα του οφείλω εγώ προσωπικά!

Φεύγοντας, έσκυβα να πάρω την ευχή του και άλλοτε μού έδινε χαστούκι (ήταν η άκρα εκδήλωση της χαράς του) ή άλλοτε έσφιγγε το κεφάλι μου στα δυό του χέρια, λέγοντας την ευχή (ήταν το δικό του ηλεκτροεγκεφαλογράφημα).

Τώρα εξηγώ γιατί ο Θεός φύτεψε μέσα μου την επιθυμία να σπουδάσω ιατρική σε μεγάλη ηλικία και να γίνω καρδιολόγος. Ήθελε να γνωρίσω και να ψηλαφήσω από κοντά τον απλό, προσηνή και χαρισματικό άγιο Γέροντα Πορφύριο Μπαϊρακτάρη.
Κάποια μέρα μού είπε: “Όταν θα φύγω θα είμαι πιό κοντά σας. Μετά θάνατον καταργούνται οι αποστάσεις”. Ελπίζω τώρα να μπαίνη ευκολότερα στα σπίτια μας και στις καρδιές μας.

Ανναδημοσίευση από το περιοδικό “Σύναξη”

ΟΙ ΥΠΟΜΕΝΟΝΤΕΣ ΤΟΥΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΥΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΛΟΓΙΖΟΝΤΑΙ

ΟΙ ΥΠΟΜΕΝΟΝΤΕΣ ΤΟΥΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΥΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΛΟΓΙΖΟΝΤΑΙ

Αναρτήθηκε: 15/04/2014
agiaanna 
Στην Καλύβα «Αγία Τριάς» της Αγίας Άννας, ασκητικά ζούσανε πέντε αδέρφια κατά σάρκα, οι οποίοι γίνανε Μοναχοί, και πήρανε τα ονόματα : Αθανάσιος, Γρηγόριος, Αρτέμιος, Φιλάρετος, και Μακάριος.
Στην αρχή ζούσανε ομόφωνα με ειρήνη και αγάπη, υπακοή και σεβασμό προς το σχήμα και την Καλογερική, σύμφωνα με τις υποσχέσεις του Μοναχισμού.
Με την πάροδο όμως του χρόνου, ξεθύμανε εκείνη η πρώτη ευλάβεια και λίγο το αδελφικό θάρρος, λίγο το θέλημα που με τέχνη και πολλή μαστοριά βάνει ο διάβολος, άρχισαν να κάνει ο καθένας ό,τι ήθελε, χωρίς να ρωτάει τον άλλον.
Έτσι μπήκε ανάμεσά τους, χωρίς να το καταλάβουν, η ψύχρα, ακολούθησε η γκρίνια και φιλονικίες, οι οποίες καταλήγανε σε σοβαρά επεισόδια, μαλώματα, φωνές, χειροδικίες και έντονα χτυπήματα τόσο, που ο ένας έσπαγε το κεφάλι, το χέρι, το πόδι ή ό,τι άλλο μπορούσε του άλλου αδερφού, ώσπου να τον υποτάξει στη δική του θέληση. Δε σεβόταν ο μικρός το μεγάλο, ούτε ο μεγάλος υπολόγιζε το μικρό αδελφό.
Οι καυγάδες και τα άσχημα επεισόδια συνεχίζονταν σχεδόν κάθε  μέρα, ήταν σπάνιο πράγμα να πέρναγε ημέρα και να μην ακούνε, οι γειτονικοί ασκητές, τους αδελφούς αυτούς να καυγαδίζουν και να χτυπιούνται. Όποιος από τους γείτονες ή από τους άλλους Πατέρες τολμούσε να επέμβει για να τους χωρίσει, ή να μεσολαβήσει να ειρηνεύσουν και να μη μαλώνουν, έφευγε ξυλοδαρμένος κι έτσι κανείς δεν μπορούσε να βοηθήσει τα αδέρφια αυτά.
Πέρασαν σαράντα χρόνια μαρτυρικής ζωής, που τα πέντε αυτά αδέρφια καθημερινά μάλωναν. Οι Πατέρες της Σκήτης είχαν συνηθίσει στις καθημερινές αυτές φωνές και λέγανε : «Οι ταραχοποιοί αδελφοί πάλι μαλώνουν και σκοτώνονται».
Μετά από το χρονικό αυτό διάστημα των 40 χρόνων, πέρασε μια μέρα, πέρασε δεύτερη και τρίτη μέρα και από τ΄ αδέρφια αυτά δεν ακούστηκαν οι συνηθισμένες φωνές τους, αλλά στην Καλύβα τους επικρατούσε άκρα σιγή.
Στους Πατέρες φάνηκε περίεργο που δεν άκουγαν να μαλώνουν, αλλά κανείς δεν τολμούσε να πάει για να ιδεί τί συμβαίνει.
Την τρίτη προς την τέταρτη ημέρα, στον ύπνο του Δικαίου της Σκήτης παρουσιάστηκε η Αγία Άννα και του είπε: «Πηγαίνετε με τους Πατέρες να θάψετε, με δόξα και τιμές, τους πέντε Μάρτυρες του Χριστού, τα πέντε αδέρφια, που για την αγάπη του Κυρίου γίνανε Καλόγεροι και από φθόνο του διαβόλου μαλώνανε χωρίς αιτία και παρά τη θέλησή τους, το βράδυ όμως κάθε ημέρα μετά το Απόδειπνο, συγχωρούσε από την καρδιά του ο ένας τον άλλον και δεν βάστηξε ποτέ η κακία μέσα τους ούτε μια ολόκληρη ημέρα, διότι εφάρμοζαν με ακρίβεια το ρητό που λέγει: «Μή επιδύετω ο ήλιος επί τω παροργισμώ υμών, οργίζεσθε, και μη αμαρτάνετε» (Εφεσίους 4, 24).
Ο Δίκαιος άμα άκουσε αυτά από την Αγία Άννα, αμέσως κάλεσε τους Πατέρες σε Γεροντική Σύναξη και πήγαν όλοι στην Καλύβα, που ζούσαν τα πέντε αδέρφια, βρήκαν την πόρτα ανοικτή, μπήκαν μέσα και βρήκαν σε στάση που βάνουμε μετάνοια μετά το Απόδειπνο μέσα στην Εκκλησία και τους πέντε πεθαμένους, να εκπέμπουν άρρητη ευωδία και επληρώθη σ΄ αυτούς το ρητό της Αγίας Γραφής που λέγει: «Μή κρίνετε, ίνα μή κριθήτε. Εν ω γαρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε……… »(Ματθαίος Ζ΄, 1 – 2).
Τότε όλοι οι Πατέρες, αφού πήραν ένα μάθημα ανεξικακίας από τους Μοναχούς αυτούς, με τιμές και θυμιάματα συνόδευσαν τους Μάρτυρες του Χριστού και κήδευσαν τα σώματά τους στο κοινό κοιμητήρι με τους άλλους Πατέρες και δόξασαν το Θεό, που με κάθε τρόπο οικονομεί τη σωτηρία των ανθρώπων.
ΠΗΓΗ : ΑΝΔΡΕΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ, τομ. Α΄, ΑΘΗΝΑΙ 1980, σσ. 53 – 54.

Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

Γέροντας Παΐσιος -Ποια είναι η γνήσια αγάπη;

Γέροντας Παΐσιος -Ποια είναι η γνήσια αγάπη;


 

ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΕΟ
 

Κατ’ εμέ η αγάπη είναι τριών ειδών: η σαρκική αγάπη, η οποία είναι γεμάτη πνευματικά μικρόβια, η κοσμική αγάπη, η οποία είναι φαινομενική, τυπική, υποκριτική, δίχως βάθος, και η πνευματική αγάπη, η οποία είναι αληθινή, η αγνή, η ακριβή αγάπη. Αυτή η αγάπη είναι αθάνατη!

Να έχετε το νου σας συνέχεια στο Θεό. Να λέτε την ευχή, να μιλάτε με το Θεό. Όταν ο άνθρωπος κάνει αυτήν την εργασία, κατ’  αρχάς νιώθει λίγο την αγάπη του Θεού και αργότερα, όσο προχωράει, την νιώθει όλο και πιο πολύ. Ο νους του βρίσκεται μόνιμα πλέον στον Θεό, και δεν τον συγκινεί τίποτα πλέον το γήινο και το μάταιο. Στην καρδιά του φουντώνει η αγάπη προς το Θεό, γεμίζει και δε θέλει πια να σκέφτεται τίποτα άλλο εκτός από τον Θεό. Αδιαφορεί για όλα τα του κόσμου και σκέφτεται συνέχεια τον Ουράνιο Πατέρα. Βλέπεις, όσοι ασχολούνται με εφευρέσεις, απορροφούνται από την επιστήμη. Πού είναι όμως η δική μας απορρόφηση από τον Χριστό;
Όταν ανάψει η πνευματική αγάπη, φλογίζεται όλο το στήθος. Όλο το στήθος γίνεται μια φλόγα. Καίγεται ο άνθρωπος από τη μεγάλη γλυκιά φλόγα της αγάπης του Θεού, πετάει, αγαπάει με αγάπη πραγματική, μητρική. Αυτή η εσωτερική φλόγα, την οποία ανάβει ο ίδιος ο Χριστός με την αγάπη Του, θερμαίνει  το σώμα πολύ περισσότερο  από την αισθητή φωτιά και έχει τη δύναμη να καίει κάθε σκουπίδι, κάθε κακό λογισμό καθώς και κάθε κακή επιθυμία και άσχημη εικόνα. Τότε η ψυχή αισθάνεται και τις θείες ηδονές που δεν συγκρίνονται με καμιά άλλη ηδονή!
Τι μεγάλο κακό κάνουμε οι περισσότεροι άνθρωποι να μη θέλουμε να δώσουμε την αγάπη μας στον Χριστό, αλλά να την χαραμίζουμε σε γήινα, φθηνά και μάταια πράγματα! Μια ζωή ακόμη και χιλίων ετών, και χιλιάδες καρδιές να έχει κανείς, δεν φθάνουν για να τις δώσει στον Χριστό για την μεγάλη αγάπη που μας έδειξε και που μας δείχνει συνέχεια: μας συγχωρεί, μας ανέχεται και καθαρίζει τις βρώμικες ψυχές μας με το θεϊκό του αίμα.
Κανείς δεν μπορεί να συλλάβει πόσο αγαπάει ο Θεός τον άνθρωπο! Η αγάπη Του δεν συγκρίνεται με τίποτε! Δεν έχει όρια! Είναι τόσο μεγάλη που, κάτι ελάχιστο αν αισθανθεί ο άνθρωπος από την αγάπη αυτήν, η πήλινη καρδιά του δεν μπορεί να την αντέξει∙ διαλύεται, γιατί είναι πηλός.
Όταν δώσει κανείς την καδιά του στον Θεό, όλα τα αγαπάει∙όχι μόνο όλους τους ανθρώπους. Αλλά και τα πουλιά και τα δένδρα, ακόμη και τα φίδια.
Αν μεθύσει ο άνθρωπος πνευματικά με το ουράνιο κρασί, η ζωή του εδώ στη γη γίνεται μαρτυρική, με την καλή όμως έννοια. Αχρηστεύεται για τον κόσμο, αδιαφορεί για καθετί γήινο και όλα τα θεωρεί «σκύβαλα». Η ουράνια μέθη είναι καλή, αλλά πρέπει να είναι κανείς συνέχεια εκεί, στο ατέλειωτο βαρέλι, το ουράνιο. Εύχομαι να βρείτε την παραδεισένια θεία κάνουλα και να πίνετε και να μεθάτε συνέχεια από το παραδεισένιο κρασί!
ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ
«Μηδείς το εαυτού ζητείτω αλλά το του ετέρου έκαστος», λέει ο Απόστολος Παύλος. Όλη η βάση στην πνευματική ζωή εδώ είναι: να ξεχνάω τον εαυτό μου με την καλή έννοια και να σκέφτομαι τον άλλο, να συμμετέχω στον πόνο, στην δυσκολία του άλλου. Να μην κοιτάζω πώς να ξεφύγω την δυσκολία, αλλά πώς να βοηθήσω τον άλλο, πώς να τον αναπαύσω.
Όσοι έχουν κοσμική αγάπη μαλώνουν ποιος να αρπάξει περισσότερη αγάπη για τον εαυτό του. Όσοι όμως έχουν την πνευματική, την ακριβή αγάπη μαλώνουν ποιος να δώσει περισσότερη αγάπη στον άλλο. Αγαπούν χωρίς να σκέφτονται αν τους αγαπούν ή δεν τους αγαπούν οι άλλοι, ούτε ζητούν από τους άλλους να τους αγαπούν. Θέλουν όλο να δίνουν και δίνονται, χωρίς να θέλουν να τους δίνουν και να τους δίνονται. Αυτοί οι άνθρωποι αγαπιούνται απ’ όλους, αλλά πιο πολύ απ’ τον Θεό, με τον Οποίο και συγγενεύουν.
Μέσα στον πόνο κρύβεται περισσότερη αγάπη από την κανονική. Γιατί, όταν πονάς τον άλλο, τον αγαπάς λίγο παραπάνω. Αγάπη με πόνο είναι να σφίξεις στην αγκαλιά σου έναν αδελφό σου που έχει δαιμόνιο και το δαιμόνιο να φύγει. Γιατί η «σφιχτή» αγάπη, η πνευματική αγάπη με πόνο, δίνει παρηγοριά θεϊκή στα πλάσματα του Θεού, πνίγει δαίμονες, ελευθερώνει ψυχές και θεραπεύει τραύματα με  το
βάλσαμο της αγάπης του Χριστού που χύνει. Ο πνευματικός άνθρωπος είναι όλος ένας πόνος. Λειώνει από τον πόνο για τους άλλους, εύχεται, παρηγορεί. Και ενώ παίρνει τον πόνο των άλλων, είναι πάντα χαρούμενος, γιατί ο Χριστός του παίρνει τον πόνο και τον παρηγορεί πνευματικά.
Για να χαίρεται κανείς αληθινά, πνευματικά, πρέπει να αγαπάει, και για να αγαπάει, πρέπει να πιστεύει. Δεν πιστεύουν οι άνθρωποι και γι’  αυτό δεν αγαπούν, δεν θυσιάζονται και δεν χαίρονται. Αν πίστευαν θα αγαπούσαν, θα θυσιάζονταν και θα χαίρονταν. Από τη θυσία βγαίνει η μεγαλύτερη χαρά!
Όταν αγαπάς, χαίρεσαι. Και όταν αυξηθεί η αγάπη, τότε ο άνθρωπος δεν ζητάει την χαρά για τον εαυτό του, αλλά θέλει να χαίρονται οι άλλοι. Η θεϊκή χαρά έρχεται  με το δόσιμο!
Κάποτε ένας απλός άνθρωπος παρακαλούσε τον Θεό να του δείξει πως είναι ο Παράδεισος και η κόλαση. Ένα βράδυ λοιπόν στον ύπνο του άκουσε μια φωνή να του λέει:
«Έλα, να σου δείξω την κόλαση». Βρέθηκε τότε σ’ ένα δωμάτιο, όπου πολλοί άνθρωποι κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι και στη μέση ήταν μια κατσαρόλα γεμάτη φαγητό. Όλοι όμως οι άνθρωποι ήταν πεινασμένοι, γιατί δεν μπορούσαν να φάνε. Στα χέρια τους κρατούσαν από μια πολύ μακριά κουτάλα∙ έπαιρναν από την κατσαρόλα το φαγητό, αλλά δεν μπορούσαν να φέρουν την κουτάλα στο στόμα τους. Γι’ αυτό άλλοι γκρίνιαζαν, άλλοι φώναζαν, άλλοι έκλαιγαν…
Μετά άκουσε την ίδια φωνή να του λέει: «Έλα τώρα να σου δείξω και τον Παράδεισο» . Βρέθηκε τότε σ’ ένα άλλο δωμάτιο όπου πολλοί άνθρωποι κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι όμοιο με το προηγούμενο και στη μέση ήταν πάλι μια κατσαρόλα με φαγητό και είχαν τις ίδιες μακριές κουτάλες. Όλοι όμως ήταν χορτάτοι και χαρούμενοι, γιατί ο καθένας έπαιρνε με την κουτάλα του φαγητό από την κατσαρόλα και τάιζε τον άλλο. Κατάλαβες τώρα κι εσύ πώς μπορείς να ζεις από αυτήν την ζωή τον Παράδεισο;
Αποσπάσματα από το βιβλίο «Πάθη και Αρετές», του γέροντος Παϊσίου του Aγιορείτου.

Σάββατο 12 Απριλίου 2014

Τελικά είναι ένα ζήτημα: ποιοί είναι πράγματι τρελοί και ποιοι λογικοί;

Τελικά είναι ένα ζήτημα: ποιοί είναι πράγματι τρελοί και ποιοι λογικοί;

(Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Η αγιότητα είναι κατορθωτή σήμερα;», εκδ. Τήνος)
Μας έλεγε ο μακαριστός Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης ότι κάποτε τον επισκέφθηκε στο κελλί του ένας νέος με σοβαρά ψυχικά προβλήματα. Την πρώτη φορά που τον συνάντησε, όπως μας έλεγε, κάθισε μαζί του επί οκτώ ώρες. Ούτε τα πόδια του δεν κουνούσε, για να μη νομίσει ότι τον κουράζει. Τον άκουγε προσεκτικά κι ελάχιστα μιλούσε.
Το παιδί αυτό πρώτη φορά μιλούσε τόσο άνετα στη ζωή του. Όλοι τον παρατηρούσαν· ανόητε, δεν ξέρεις τί λες, πάψε, δεν ξέρεις τί σου γίνεται… Τελειώνοντας το παιδί του είπε: Εκεί που πας, παιδάκι μου, και κάνεις ηλεκτροσόκ, δεν έρχεσαι σ’ έμενα; Τον ρώτησα περίεργα: Τί του κάνατε Γέροντα; Μου απάντησε με μία καλογερική έκφραση: Του ανέπαυα τον λογισμό. Στράβωνε ο νους του ότι δεν τον αγαπούν οι δικοί του και ότι τον μισεί ο κόσμος. Το παιδί πήγαινε κατά καιρούς στον Γέροντα και γινόταν όλο και καλύτερα.
Την τελευταία φορά είχε πάει μαζί του και ο πατέρας του, φέρνοντας κι ένα γράμμα από τη μητέρα του. Έγραφε η μητέρα στο γράμμα, έλεγε κι ο πατέρας: Πάτερ Παΐσιε, το παιδί μας σάς αγαπάει, σάς εκτιμάει, σάς ακούει. Να του πείτε, όταν έχουμε εορτή στο σπίτι, να μη βγαίνει, γιατί μας εκθέτει στους καλεσμένους, και να μη πηγαίνει στην εργασία του πατέρα του -ήταν διευθυντής τραπέζης-, γιατί τον εκθέτει στους υπαλλήλους του.
Τότε σηκώνεται το παιδί και λέει στον πατέρα του, ενώπιον του πατρός Παϊσίου: Δεν μπορείς να ταπεινωθείς και να παραδεχθείς ότι έχεις ένα παιδί άρρωστο και αν το υπομείνεις, θάχεις και μισθό στον ουρανό; Και μας λέει ο π. Παΐσιος: Πέστε μου ποιός είναι άρρωστος;
Ο νομιζόμενος άρρωστος η ο νομιζόμενος γνωστικός; Αφού το βλέπεις το παιδί και είναι δυσκολεμένο, τί του βάζεις τα δύο πόδια σ’ ένα παπούτσι; Έτσι δεν είναι; Τελικά είναι ένα ζήτημα: ποιοί είναι πράγματι τρελοί και ποιοι λογικοί;

Γέροντας Παΐσιος - Το παράδειγμα μιλάει

Γέροντας Παΐσιος - Το παράδειγμα μιλάει

- Γέροντα, οι άνθρωποι πού ζουν πνευματικά στον κόσμο πρέπει να δείχνουν στους κοσμικούς ότι νηστεύουν;
- Όταν πρόκειται για διατεταγμένες νηστείες της Εκκλησίας μας, Τετάρτη, Παρασκευή, Σαρακοστές κ.λπ., τότε πρέπει, γιατί αυτό είναι ομολογία πίστεως.
Οι άλλες όμως νηστείες, δηλαδή αυτές πού γίνονται από άσκηση, για την αγάπη τού Χριστού ή για να εισακουσθεί ή προσευχή μας σε ένα αίτημα μας, πρέπει να γίνονται κρυφά.
Σκοπός είναι να ζούμε ορθόδοξα, όχι απλώς να μιλούμε ή να γράφουμε ορθόδοξα.
Αυτό, βλέπεις, ένα κήρυγμα δεν πληροφορεί, δεν αλλοιώνει τον άλλον, όσο καλό και αν είναι, αν ό ιεροκήρυκας δεν έχει βίωμα.
- Αν, Γέροντα, ό ακροατής ή ό αναγνώστης έχει καλή διάθεση;
- Έ, τότε αυτός έχει ήδη την θεία Χάρη, γι’ αυτό και Τελείται. Ένας όμως πού δεν έχει καλή διάθεση θα πάρει και θα εξέταση αυτά πού λέει ό ιεροκήρυκας και δεν θα έχει καμμιά ωφέλεια. Το να σκεφτόμαστε ορθόδοξα είναι εύκολο· το να ζούμε όμως ορθόδοξα θέλει κόπο. Μια φορά ένας θεολόγος είχε κάνει μια ομιλία και είχε πει να πάνε να δώσουν αίμα, γιατί υπήρχε ανάγκη. Και πράγματι πολ­λοί παρακινήθηκαν και έδωσαν πολύ αίμα. Εκείνος όμως δεν έδωσε ούτε μία σταγόνα, αν και είχε… μπόλικο. Οι άλλοι τότε σκανδαλίσθηκαν. «Εγώ, τους είπε εκείνος, με την ομιλία πού έκανα και παρακίνησα τον κόσμο να δώσει αίμα, είναι σαν να έδωσα το περισσότερο αίμα»! Έτσι ανέπαυε τον λογισμό του. Καλύτερα ήταν να μην έκανε την ομιλία και αθόρυβα να πήγαινε να δώσει λίγο αίμα. Ή ζωή μετράει. «Εγώ είμαι δεξιός», μού είπε ένας πού δεν είχε καμμιά σχέση με την Εκκλησία. «Άμα δεν κά­νης σταυρό, τι ωφελεί; τού είπα. Το χέρι πού δεν κάνει σταυρό τι ωφελεί πού είναι δεξί; Σε τι διαφέρει από το αριστερό πού δεν κάνει σταυρό; Εκείνο έτσι και αλλιώς δεν κάνει σταυρό». Αν εσύ είσαι δεξιός και δεν κάνης σταυρό, σε τι διαφέρεις από τους αριστερούς; Ό σκοπός είναι να είσαι άνθρωπος πνευματικός, να ζεις κοντά στον Χριστό, τότε βοηθάς και τους άλλους.
Όταν ό άνθρωπος έχει ζωή σωστή, το έργο του πλη­ροφορεί. Σε μία πόλη ήταν ένας Προτεστάντης πού όλους τους κατηγορούσε- τι κληρικούς, τι δεσποτάδες. Εκεί κο­ντά σε ένα μοναστήρι ασκήτευε και ένας μοναχός. Μία φορά ρώτησε τον Προτεστάντη ένας άθεος: «Καλά, όλους τους δεσποτάδες, τους παπάδες τους κατηγορείς. Γι’ αυτόν τον καλόγερο τι έχεις να πεις;». «Αυτόν τον παραδέχομαι, τού λέει, γιατί διαφέρει από τους άλλους». Ένας πιστός, όπου και αν είναι, πόσο βοηθάει, όταν ζει σωστά! Θυμάμαι, ένας γνωστός μου αστυνομικός υπηρετούσε στα σύνορα. Εκεί ήταν και Σέρβοι κομμουνιστές, και μάλιστα από τους πιο άθεους, τους πιο έμπιστους τού κόμματος. Όταν έρχο­νταν Σέρβοι παπάδες στα σύνορα Ελλάδος και Σερβίας, ό αστυνομικός τους φιλούσε το χέρι. Οι κομμουνιστές το πρόσεξαν. Έλληνας αστυνομικός να φιλάει το χέρι των Σέρβων παπάδων! Έκανε μεγάλη εντύπωση στους κομ­μουνιστές και προβληματίσθηκαν στο θέμα της πίστεως.
Πόσο βοηθούν αυτοί πού έχουν μία θέση, όταν κρατάνε λίγο! Γι’ αυτό και εγώ κοιτάω μετρικούς μεγάλους να τους δω, όταν έρχονται, για να τους βοηθήσω, γιατί αυτοί μπο­ρεί να βοηθήσουν πολύ θετικά με το παράδειγμα. Να, ένας στρατάρχης πού γνωρίζω, είναι παράδειγμα. Και ότι κά­νει, το κάνει από μέσα του, με την καρδιά του· δεν το κά­νει εξωτερικά. Οι άλλοι πού τον βλέπουν προβληματίζο­νται και βοήθιουνται. Παλιά και οι άρχοντες τού τόπου είχαν αρχές, πίστευαν. Ξέρετε τι είχε πει μία αρχόντισσα σε κάποιον βουλευτή σε μία πόλη; Είχε πάει με τον σύζυ­γο της την περίοδο της νηστείας τού Δεκαπενταύγουστου σε ένα γεύμα και είχαν εκεί ψάρια, κρέατα… Αυτή δεν έτρω­γε, γιατί νήστευε. Το πρόσεξε ό βουλευτής και της είπε: «Ασθενείς και οδοιπόροι νηστεία δεν κρατούν». «Ναι, οδοιπόροι με ρόδες!», τού απάντησε εκείνη και δεν άγγι­ξε τίποτε από τα αρτύσιμα. Στο γεύμα εν τω μεταξύ ήταν και ένας κληρικός πού τους προσφώνησε: «Μεγάλη μου τιμή πού βρίσκομαι μαζί σας κ.λπ.», έλεγε-έλεγε ένα σωρό εγκώμια. Όποτε τον διέκοψε ό άνδρας της αρχόντισσας και τού είπε: «Μη πεποίθατε έπ’άρχοντας, επί νίούς ανθρώ­πων, οίς ουκ εστί σωτηρία!». Γιατί εκείνος πήγε να τους κολακεύσει. Άλλοτε πάλι είχε πει αυτή ή αρχόντισσα σε έναν καθηγητή Πανεπιστημίου τής Θεολογίας: «Μην κοιτάτε λεπτομέρειες και κόβετε στις εξετάσεις τους παπάδες. Κοι­τάξτε να τους περνάτε, γιατί οι επαρχίες δεν έχουν παπά!». Θέλω να πω ότι παλιά οι τοπικοί άρχοντες ενδιαφέρο­νταν για την Εκκλησία, ήταν παράδειγμα για τον λαό.
Αυτό πού θα βοηθήσει θετικά τους ανθρώπους σήμε­ρα είναι το παράδειγμα μας το χριστιανικό και ή ζωή μας ή χριστιανική. Τους Χριστιανούς πρέπει να τους διακρίνει ή πνευματική λεβεντιά και ή αρχοντιά, ή θυσία. Γι’ αυτό λέω στους λαϊκούς: «Να αγαπάτε τον Χριστό, να έχετε ταπείνωση, να κάνετε το καθήκον σας, και ό Χρι­στός θα προδώσει την αρετή σας στα μάτια των ανθρώ­πων». Ή αρετή έχει τυπικό να προδίδει τον άνθρωπο, οπού κι αν βρίσκεται αυτός. Ακόμη και να κρυφθεί, και να υποκριθεί με την διά Χριστόν σαλότητα, ή αρετή θα τον προδώσει, έστω και αργότερα, και ό αποθηκευμένος του θησαυρός, πού θα ανακαλυφθεί τότε μαζεμένος, θα βοηθήσει πάλι πολλές ψυχές· ίσως τότε περισσότερο.
(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Β’ – ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ)
Πηγή: gerontes

Γέροντας Παΐσιος: Δύσκολα χρόνια! Αν γνωρίζατε σε τι κατάσταση βρισκόμαστε και τι μας περιμένει!...

Γέροντας Παΐσιος: Δύσκολα χρόνια! Αν γνωρίζατε σε τι κατάσταση βρισκόμαστε και τι μας περιμένει!...

Σήμερα ο κόσμος γέμισε ασφάλειες-ανασφάλειες, αλλά, για να είναι απομακρυσμένος από τον Χριστό, νιώθει την μεγαλύτερη ανασφάλεια. Σε καμιά εποχή δεν υπήρχε η ανασφάλεια που έχουν οι σημερινοί άνθρωποι. Και επειδή δεν τους βοηθούν οι ανθρώπινες ασφάλειες, τρέχουν τώρα να μπουν στο καράβι της Εκκλησίας, για να νιώσουν πνευματική ασφάλεια, γιατί βλέπουν ότι το κοσμικό καράβι βούλιαξε. Αν όμως δουν ότι και στο καράβι της Εκκλησίας μπαίνει λίγο νερό, ότι και εκεί έχουν πιασθή από το κοσμικό πνεύμα και δεν υπάρχει το Άγιο Πνεύμα, τότε θα απογοητευθούν οι άνθρωποι, γιατί δεν θα έχουν μετά από που να πιασθούν.
Ο κόσμος υποφέρει, χάνεται και δυστυχώς είναι αναγκασμένοι όλοι οι άνθρωποι να ζουν μέσα σ' αυτήν την κόλαση του κόσμου. Νιώθουν οι περισσότεροι μια μεγάλη εγκατάλειψη, μια αδιαφορία -ιδίως τώρα- από παντού. Δεν έχουν από που να κρατηθούν. Είναι αυτό που λένε: “Ο πνιγμένος απ' τα μαλλιά του πιάνεται”. Αυτό δείχνει ότι ο πνιγμένος ζητάει από κάπου να πιασθή, να σωθή. Βλέπεις, το καράβι βουλιάζει και ο άλλος πάει να πιασθή από το κατάρτι. Μα, αφού το καράβι κινδυνεύει να βουλιάξη, δεν σκέφτεται ότι και το κατάρτι θα βουλιάξη. Πιάνεται από το κατάρτι και βουλιάζει πιο γρήγορα! Θέλω να πω ότι οι άνθρωποι ζητούν κάπου να ακουμπήσουν, από κάπου να πιασθούν. Και αν δεν έχουν πίστη να ακουμπήσουν σ' αυτήν, αν δεν εμπιστευθούν στον Θεό, ώστε να εγκαταλείψουν τελείως τον εαυτό τους σ' Αυτόν, θα βασανίζωνται. Μεγάλη υπόθεση η εμπιστοσύνη στον Θεό!
Τα χρόνια που περνούμε είναι πολύ δύσκολα και πολύ επικίνδυνα, αλλά τελικά θα νικήσει ο Χριστός. Θα δήτε πως θα εκτιμήσουν την Εκκλησία. Αρκεί εμείς να είμαστε σωστοί. Να καταλάβουν ότι αλλιώς δεν γίνεται χωριό. Και οι πολιτικοί έχουν πλέον καταλάβει ότι, αν κάποιοι μπορούν να βοηθήσουν τώρα σ' αυτό το τρελοκομείο που έχει γίνει ο κόσμος, αυτοί είναι οι άνθρωποι της Εκκλησίας. Μη σας φαίνεται παράξενο! Κι πολιτικοί μας σήκωσαν τα χέρια. Ήρθαν στο Καλύβι μερικοί και μου είπαν: “Κι καλόγεροι πρέπει να κάνουν ιεραποστολή, αλλιώς δεν γίνεται”. Δύσκολα χρόνια! Αν γνωρίζατε σε τι κατάσταση βρισκόμαστε και τι μας περιμένει!...

Γέροντας Παΐσιος: Είναι εξωφρενική η κατάσταση στον κόσμο! Όλοι ζητούν κάτι, χωρίς να ξέρουν οι περισσότεροι τι ζητούν.

Γέροντας Παΐσιος: Είναι εξωφρενική η κατάσταση στον κόσμο! Όλοι ζητούν κάτι, χωρίς να ξέρουν οι περισσότεροι τι ζητούν.

Χειμώνα καιρό ήρθαν μια μέρα στο Καλύβι ογδόντα άτομα, από φοιτητές μέχρι σκηνοθέτες. Έκλαιγαν και ρωτούσαν αν μπορούν να σπουδάσουν Θεολογία! Είναι εξωφρενική η κατάσταση στον κόσμο! Όλοι ζητούν κάτι, χωρίς να ξέρουν οι περισσότεροι τι ζητούν. Άλλοι με μπουζούκια ψάχνουν την αλήθεια! Άλλοι με εξωφρενική μουσική ζητούν τον Χριστό!
- Γέροντα, αλήθεια, τι αναζήτηση έχει ο κόσμος! Πόσοι άνθρωποι να έρχωνται και να στέκωνται όρθιοι και να περιμένουν ώρες!
Μέσα στα σημεία των καιρών είναι και αυτό, να ζητάει ο κόσμος βοήθεια από εμένα τον ταλαίπωρο. Δεν βλέπω κάτι το καλό στον εαυτό μου και απορώ τι βρίσκουν οι άνθρωποι και τρέχουν σ' εμένα.
Κολοκύθι με φλούδα καρπουζιού είμαι. Στις μέρες μας το κολοκύθι το τρώνε για καρπούζι, γιατί έχει φλούδα καρπουζιού. Ξεκινούν από την άκρη του κόσμου και δεν είναι σίγουροι, θα με βρουν, δεν θα με βρουν. Και τον εαυτό μου τον σιχαίνομαι και τον κόσμο τον πονάω. Πού έχουμε φθάσει! Πού κατήντησε ο κόσμος! Ο Προφήτης Ηλίας (5) αναφέρει ότι θα' ρθει καιρός που οι άνθρωποι θα βρουν έναν που θα έχη ιμάτιο και θα του πουν: “Έλα να σε κάνουμε βασιλιά!” Ο Θεός να μας λυπηθή!
Όταν διαβάζω τον 28ο Ψαλμό που είναι “Γι' αυτούς που κινδυνεύουν στην θάλασσα” (6), λέω: “Θεέ μου, και η στεριά, ο κόσμος όλος, έγινε χειρότερη θάλασσα, γιατί πνίγει τον κόσμο πνευματικά”. Και όταν έρχεται κόσμος απογοητευμένος, τους διαβάζω τον 93ο και τον 36ο Υαλμό. “Θεός εκδικήσεων Κύριος, Θεός εκδικήσεων επαρρησιάσατο. Υψώθητι ο κρίνων την γην, απόδος ανταπόδοσιν τοις υπερηφάνοις... Τον λαόν σου, Κύριε, εταπείνωσαν και την κληρονομίαν σου εκάκωσαν... Και εγένετο μοι Κύριος εις καταφυγήν και ο Θεός μου εις βοηθόν ελπίδος μου...” Δίνουν μεγάλη παρηγοριά! Με μια ματιά στον Ουρανό θα άλλαζαν τα πράγματα. Αλλά βλέπεις, δεν σκέφτονται τον Θεό σήμερα οι άνθρωποι. Γι' αυτό δεν βρίσκεις ανταπόκριση, δεν μπορείς να συνεννοηθής.
Συνέχεια παρακαλώ τον Θεό να παρουσιάση σωστούς ανθρώπους, Χριστιανούς, για να βοηθούν τον κόσμο, και τους σωστούς να τους κρατήση χρόνια. Να κάνουμε προσευχή να φωτίση ο Θεός να βγουν άλλοι, νέοι άνθρωποι, αγνοί, να βγουν Μακκαβαίοι (7), γιατί οι τωρινοί καταστρέφουν τον κόσμο. Κι νεώτεροι μπορεί να έχουν απειρία, αλλά δεν έχουν ψευτιά, πονηριά. Να παρακαλούμε να φωτίζη ο Θεός ανθρώπους όχι μόνο στην Εκκλησία, αλλά και αυτούς που κυβερνούν, να έχουν φόβο Θεού, για να μπορέσουν κάτι να πουν. Λίγο, μια φωτισμένη κουβέντα αν πουν, τακ, αλλάζουν μια κατάσταση. Αν πουν μια ανοησία, μπορεί ολόκληρο κράτος να το τσαλακώσουν. Μια άσχημη απόφαση είναι καταστροφή. Δεν είναι μόνον η υλική δυστυχία, που πεινούν, που δυστυχούν οι άνθρωποι, η πνευματική δυστυχία είναι πιο μεγάλη. Η προσευχή πολύ θα βοηθήση να τους φωτίση λιγάκι ο Χριστός. Παίρνει το κατσαβιδάκι ο Χριστός, λίγο ένα στρίψιμο, μια βόλτα πίσω... εντάξει, όλα τακτοποιούνται. Σιγά-σιγά, όταν ο Θεός φωτίζη μερικούς ανθρώπους, τότε το κακό εξευτελίζεται μόνο του. Γιατί το κακό μόνο του καταστρέφεται, δεν το καταστρέφει ο Θεός. Τελικά τα πράγματα θα έρθουν στην θέση τους. Βλέπω ότι πολλοί που έχουν μια θέση καταλαβαίνουν, πονούν και αγωνίζονται, και ιδιαίτερα το χαίρομαι!
5) Βλ. Ησ. 3, 6
6) Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης διάβαζε αυτόν τον Ψαλμό για όσους κινδυνεύουν στην θάλασσα.
7) Η προσωνυμία “Μακκαβαίος” δόθηκε στον Ιούδα, ηγέτη της Ιουδαϊκής επαναστάσεως (166 π.Τ.), η οποία έγινε κατά του Αντιόχου Β' του Επιφανούς, ηγεμόνος του βασιλείου των Σελευκιδών. Πημαίνει -κατά την πιθανώτερη άποψη- αυτόν που σφυροκόπησε τους εχθρούς. Το ίδιο επίθετο δόθηκε στην συνέχεια και στους διαδόχους του Ιούδα. Οι Μακκαβαίοι διακρίθηκαν για τος αγώνες υπέρ της πατρώας πίστεως και της πολιτικής ελευθερίας. (Βλ. Στα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης Α', Β' και Γ' Μακκαβαίων).