Τετάρτη 12 Ιουλίου 2017

Όσιος Δαμιανός ο πρεσβύτερος και ιαματικός



Πατερικό των σπηλαίων του Κιέβου
Διηγήσεις από τη ζωή και τα κατορθώματα των οσίων πατέρων
Της Κίεβο Πετσέρσκαγια Λαύρας.

Όσιος Δαμιανός ο πρεσβύτερος και ιαματικός

Ο ΑΞΙΟΘΑΥΜΑΣΤΟΣ Δαμιανός έζησε στη μονή των Σπηλαίων στα χρόνια της ηγουμενίας του οσίου Θεοδοσίου.
Ο μακάριος αυτός μοναχός έγινε ακριβής μιμητής της ισάγγελης ζωής του γέροντά του. Με φλογερό ζήλο και συνεχή βία, αγωνιζόταν να υπερβεί τη φύση του και να πλησιάσει την τελειότητα των ευαγγελικών αρετών. Όλοι οι αδελφοί ομολογούσαν με θαυμασμό την τελωνική ταπείνωση, την τέλεια υπακοή και τη βαθιά απλότητα του οσίου. Παρ' όλο που προσπαθούσε να κρύψει την πνευματική του εργασία, αυτή είχε πέσει στην αντίληψη των άλλων συνασκητών του, που ένιωθαν δέος και ευλάβεια απέναντι στον πιστό θεράποντα του Χριστού και καθαιρέτη του εχθρού. Γιατί ο όσιος δεν κοιμόταν σχεδόν καθόλου.Οι μέρες και οι νύχτες του περνούσαν με αγρυπνία, μελέτη των ιερών βιβλίων και αδιάλειπτη προσευχή. Επιπλέον αναδείχθηκε σε μεγάλο νηστευτή και εγκρατευτή. Πήρε ευλογία από τον όσιο Θεοδόσιο να μη γεύεται τίποτε άλλο, εκτός από λίγο ψωμί και νερό. Αυτή τη δίαιτα κράτησε μέχρι το τέλος της ζωής του. Γι' αυτό ο αδιάψευστος Κύριος, που διαβεβαίωσε ότι το πονηρό γένος των δαιμόνων δεν καταβάλλεται «ει μη εν προσευχή και νηστεία», βράβευσε τους κόπους του εργάτη της προσευχής και της νηστείας οσίου Δαμιανού.
Τον τίμησε με το χάρισμα της θεραπείας των ασθενειών, που οι δαίμονες προκαλούν στους ανθρώπους.



Όποτε λοιπόν εμφανιζόταν στο μοναστήρι άνθρωπος άρρωστος, ο όσιος ηγούμενος Θεοδόσιος καλούσε το μακάριο Δαμιανό να προσευχηθεί πάνω από τον πάσχοντα. Κι εκείνος, με ταπεινό φρόνημα και αγαθή διάθεση υποταγής, κλαίγοντας και θεωρώντας τον εαυτό του ανάξιο του θείου χαρίσματος, άλειφε με άγιο έλαιο τον ασθενή και προσευχόταν κοντά του ώρα πολλή, με δάκρυα και στεναγμούς. Με τη χάρη του Θεού όλοι θεραπεύονταν και έφευγαν υγιείς και χαρούμενοι.
Όσα χρόνια έζησε σ' αυτό τον πρόσκαιρο κόσμο ο θείος Δαμιανός, τα γέμισε με ασκητικούς αγώνες και καλά έργα, με τα οποία και το Θεό δόξασε και την αιώνια ζωή κέρδισε.
Κάποτε αρρώστησε και κατάλαβε πώς πλησίαζε το τέλος της επίγειας ζωής του.
Από την ασκητική στρωμνή του προσευχόταν με λυγμούς στο Θεό κι έλεγε:
Κύριε μου! Ιησού Χριστέ! Αξίωσέ με τον ανάξιο να γίνω μέτοχος της δόξης των αγίων Σου και κληρονόμος της βασιλείας Σου! Σε παρακαλώ, Δέσποτά μου, μη με χωρίσεις από τον πνευματικό μου πατέρα και διδάσκαλο, τον άγιο ηγούμενο Θεοδόσιο, αλλά «χάρισαι αυτώ και εμοί την βασιλείαν Σου και την μέθεξιν των αφράστων και αιωνίων Σου αγαθών και της Σης απέραντου και μακαρίας ζωής την απόλαυση», «ένθα ο των εορταζόντων ήχος ο ακατάπαυστος και η ανέκφραστος ηδονή των καθορώντων του σου προσώπου το κάλλος το άρρητον»!
Ενώ έτσι προσευχόταν, εμφανίστηκε ξαφνικά δίπλα στη στρωμνή του ο όσιος Θεοδόσιος. Έσκυψε στοργικά πάνω του, τον ασπάστηκε καλοσυνάτα και είπε:
Τέκνο μου, η προσευχή σου εισακούστηκε από τον Κύριο. Αυτός μ' έστειλε να σε πληροφορήσω για την εκπλήρωση του αιτήματός σου. Όταν ο Θεός επιτρέψει να φύγεις απ' αυτή τη ζωή και να πάς κοντά Του, θα συναριθμηθής με τους αγίους Του και θα συγκατοίκησης με τους εκλεκτούς Του στην ουράνια βασιλεία. Και δεν θα χωριστής ποτέ από μένα! Θα είμαστε για πάντα μαζί στο Θείο νυμφώνα της δόξης του Κυρίου, «ένθα ο των εορταζόντων ήχος ο ακατάπαυστος...»!
Αυτά είπε ο όσιος Θεοδόσιος κι έγινε άφαντος.
Παραξενεύτηκε ο μακάριος Δαμιανός, επειδή δεν κατάλαβε ούτε πως μπήκε ούτε πως βγήκε ο πνευματικός του πατέρας. Ξαφνικά τον είδε δίπλα του, ξαφνικά και τον έχασε. «Μήπως ήταν όραμα;» σκέφτηκε.

Οσιοι Σπυρίδων καί Νικόδημος οί προσφοράρηδες



Πατερικό των σπηλαίων του Κιέβου
Διηγήσεις από τη ζωή και τα κατορθώματα των οσίων πατέρων
Της Κίεβο Πετσέρσκαγια Λαύρας.

Οσιοι Σπυρίδων καί Νικόδημος οί προσφοράρηδες

ΓΕΜΑΤΗ χάρη Θεού είναι κάθε καρδιά απλή καί καθαρή. Κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος είναι κάθε άνθρωπος ξένος προς την πονηρία, την κακία καί την υποκρισία.
Σ' αυτή τη χορεία των εκλεκτών του Κυρίου ανήκε καί ό όσιος πατέρας μας Σπυρίδων ό προσφοράρης, ό όντως απλούς, άκακος καί απονήρευτος σαν μικρό παιδί.
Ό μακάριος Σπυρίδων καταγόταν από φτωχή καί άσημη οικογένεια. Ήταν εντελώς αγράμματος καί τραχύς στους τρόπους, άλλ' αυθόρμητος καί ανεπιτήδευτος. Ένας «χωριάτης» για τους αριστοκράτες, ένας «αγροίκος» για τους μεγαλωμένους στα σαλόνια, ένας «μωρός» για τους σοφούς του κόσμου τούτου.Κι όμως ό όσιος ξεπέρασε σε αξία καί τους σοφούς καί τους ισχυρούς καί τους ευγενείς, με την ανώτερη πνευματική του ζωή, με τα θεάρεστα έργα της αρετής του, με την ασκητική Βία, με το φόβο του Θεού, πού είναι ή αρχή καί ή πηγή της πραγματικής σοφίας.



Ό όσιος Σπυρίδων ήρθε στη μονή των Σπηλαίων καί άρχισε την τραχεία ασκητική του ζωή στα 1139. Ήταν ήδη σε ώριμη ηλικία, αλλά δεν ήξερε γράμματα, γι' αυτό καί δεν μπορούσε να μελετά τα ιερά βιβλία. Αυτό τον γέμιζε θλίψη. Προσευχήθηκε ολόκαρδα στον Κύριο να του δώσει φωτισμό καί δύναμη για να μάθη ανάγνωση. Πράγματι, με σκληρή προσπάθεια, σε πολύ λίγο χρόνο έμαθε να διαβάζει. Ήταν απερίγραπτη ή χαρά του πού μπορούσε πια να μελετά τα θεία λόγια του Κυρίου καί τα θεόπνευστα έργα των αγίων. Έμαθε άπ' έξω ολόκληρο το Ψαλτήρι καί το έλεγε μ' ευλάβεια καί ψυχική μέθεξη κάθε μέρα, την ώρα πού εργαζόταν με υπομονή καί επιμέλεια στα διακονήματα του μοναστηρίου.
Ηγούμενος τα χρόνια εκείνα ήταν ένας μεγάλος νηστευτής καί αγωνιστής ιερομόναχος, ό μακάριος Ποιμήν. Βλέποντας την καθαρότητα, την ακακία, την ευσέβεια καί τη φιλοπονία του υποτακτικού του Σπυρίδωνος, του ανέθεσε το ευλογημένο διακόνημα του προσφοράρη. Ό όσιος θα έφτιαχνε τα πρόσφορα για το μεγάλο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, καί γι' αυτό ήταν ολόχαρος καί συγκινημένος βαθιά.
Με ψαλμούς, με ύμνους, με ωδές πνευματικές καί με την αδιάλειπτη ευχή του Ιησού εκτελούσε τη θεοφιλή διακονία του ό δίκαιος Σπυρίδων: Έκοβε ξύλα, έκαιγε το φούρνο, κοσκίνιζε το αλεύρι, έπλαθε το ζυμάρι...
Κάποια μέρα, εκτελώντας τη συνήθη εργασία του, ό όσιος άναψε φωτιά στο φούρνο, για να ψήσει τα πρόσφορα πού είχε ετοιμάσει. Ξαφνικά όμως μια σπίθα πήδησε μέσ' από τίς φλόγες καί πετάχτηκε μέχρι το καλαμένιο ταβάνι, πού άρπαξε αμέσως φωτιά. Αμέσως ό δούλος του Θεού έβγαλε το μανδύα του κι έκλεισε μ' αυτόν βιαστικά το άνοιγμα του φούρνου. Έπειτα έβγαλε καί το τρίχινο πουκάμισο του, έδεσε τα μανίκια μεταξύ τους, έτρεξε στο κοντινό πηγάδι καί το γέμισε νερό! Επιστρέφοντας γοργά φώναξε:

Όσιος Αλύπιος ο εικονογράφος



Πατερικό των σπηλαίων του Κιέβου
Διηγήσεις από τη ζωή και τα κατορθώματα των οσίων πατέρων
Της Κίεβο Πετσέρσκαγια Λαύρας.

Όσιος Αλύπιος ο εικονογράφος
ΜΙΜΗΤΗΣ του ιερού ευαγγελιστή και πρώτου εικονογράφου Λουκά, αναδείχθηκε ο όσιος πατέρας μας Αλύπιος ο σπηλαιώτης.Αυτός ο μακάριος, θαυμαστά εικονογραφούσε τις μορφές των αγίων, ενώ ταυτόχρονα και την ψυχή του στόλιζε μ' όλες τις αρετές. Έτσι ο Θεός τον αξίωσε να γίνει γιατρός θαυματουργός ψυχών και σωμάτων.Ο μακάριος Αλύπιος ήταν λαϊκός ακόμη, όταν έγινε μάρτυρας του εξαισίου θαύματος που συνέβη μέσα στην εκκλησία των Σπηλαίων, στη διάρκεια της αγιογραφήσεώς της. Βοηθούσε τότε τους Έλληνες αγιογράφους που ιστορούσαν το ναό της Θεοτόκου. Και είδε με τα ίδια του τα μάτια το περιστέρι που παράδοξα εμφανίστηκε, όπως είδαμε πιο πάνω στη σχετική διήγηση.Μετά από το θαυμαστό εκείνο γεγονός, ο Αλύπιος έμεινε στο μοναστήρι και έλαβε το άγιο αγγελικό σχήμα από τα χέρια του ηγουμένου οσίου Νίκωνος, ενώ συνέχισε να τελειοποιείται στην Ιερή τέχνη της εικονογραφίας. Και με τη χάρη του Θεού απέκτησε την ικανότητα ν' αποτυπώνει στις άψυχες, ζωγραφιστές μορφές των αγίων, όλες τις αρετές και τα θεία χαρίσματα που τους στόλιζαν όσο ζούσαν. Την ικανότητα αυτή την έδωσε ο Κύριος στον όσιο Αλύπιο επειδή ασκούσε την εικονογραφία όχι για πλουτισμό ή έπαινο, αλλά για τη δόξα του Θεού και των αγίων Του.Πολλές εικόνες φιλοτέχνησε για τη μονή και πολλές ακόμη για τον ηγούμενο και τους αδελφούς. Έμαθε επίσης την τέχνη της συντηρήσεως παλαιών εικόνων και κοπίασε πολύ για την αποκατάσταση, εκείνων που είχαν φέρει στη μονή οι πρώτοι πατέρες των Σπηλαίων.
Ο όσιος Αλύπιος ποτέ δεν έμενε αργός. Με την εργατικότητά του έγινε μιμητής των αρχαίων αγίων πατέρων, που μοίραζαν το χρόνο τους στην προσευχή και το εργόχειρο.Ό,τι αποκτούσε ο όσιος από το εργόχειρό του, το χώριζε σε τρία ίσα μέρη.


Το ένα μέρος το ξεχώριζε για ν' αγοράζει τ' απαραίτητα υλικά της εικονογραφίας.
Το δεύτερο προοριζόταν για τους φτωχούς.
Και το τρίτο για τις ανάγκες της μονής.
Έτσι έκανε πάντοτε, με την ευλογία του ηγουμένου, χωρίς να δίνη ανάπαυση στο σώμα του μέρα και νύχτα. Τη νύχτα αγρυπνούσε με προσευχές και γονυκλισίες. Και την ήμερα, τις ώρες που δεν είχαν κοινές ακολουθίες στην εκκλησία, έπιανε το εργόχειρο με ταπείνωση, απροσπάθεια και υπομονή. Κανείς δεν τον είδε ποτέ αργό. Κανείς δεν τον άκουσε ποτέ ν' αργολογεί. Αλλά και ποτέ δεν παραμέλησε την προσευχή και τη λατρεία του θεού για το εργόχειρο.
Βλέποντας ο ηγούμενος τη φιλοπονία, την αρετή και την ακρίβεια της μοναχικής πολιτείας του οσίου, έλαβε από το Θεό την πληροφορία να τον αναδείξει Ιερέα.
Από τη μέρα της χειροτονίας του ο μακάριος Αλύπιος έλαμψε ακόμη περισσότερο με τις μοναχικές του αρετές και με τη συνέπεια στα ιερατικά του καθήκοντα.
Αξιώθηκε μάλιστα να γίνει πνευματικός και να συγχωρεί με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος τις αμαρτίες και τα παραπτώματα των ανθρώπων. Η επιτέλεση της διακονίας του αυτής συνδέεται και με αξιόλογα θαύματα, από τα οποία δεν θα παρασιωπήσουμε όσα γνωρίζουμε.
Κάποιος πλούσιος χριστιανός από το Κίεβο προσβλήθηκε από λέπρα. Απεγνωσμένα ζητούσε βοήθεια από τους γιατρούς. Αυτοί όμως δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν.
Πάνω στην απελπισία του κατέφυγε στους ειδωλολάτρες μάγους, ελπίζοντας να γίνει καλά με τα δαιμονικά θεραπευτικά τους μέσα. Όχι όμως ωφέλεια δεν είδε, αλλά και χειροτέρεψε.
Τότε ένας από τους φίλους του τον συμβούλεψε να πάει στη μονή των Σπηλαίων και να παρακαλέσει τους πατέρες να τον βοηθήσουν. Αλλά εκείνος ο δυστυχής, ενώ είχε πιστέψει πως θα τον έκαναν καλά οι δαιμονολάτρες μάγοι, δεν παραδεχόταν ότι μπορούσαν να τον βοηθήσουν οι φιλόχριστοι μοναχοί. Γι' αυτό δεν αποφάσιζε να πάει στα Σπήλαια. Μετά όμως από τις φορτικές προτροπές του φίλου του, κάμφθηκε η αντίδρασή του. Κίνησε για τη μονή με μισή καρδιά, συνοδευόμενος από τους δικούς του.
Ο ηγούμενος του έδωσε να πιει νερό από το πηγάδι του οσίου Θεοδοσίου. Του άλειψε επίσης τα μάτια και το κεφάλι με το ίδιο νερό και τον άφησε να φύγει. Όταν όμως ο ταλαίπωρος άνθρωπος βρέθηκε στο σπίτι του διαπίστωσε πως η αρρώστια είχε επιδεινωθεί. Οι πληγές του άνοιξαν κι έτρεχαν πύο, ενώ το σώμα του ανέδιδε μιαν αφόρητη δυσοσμία, που έδιωχνε τους ανθρώπους μακριά. Αιτία του κακού ήταν, όπως αποδείχτηκε απ' όσα ακολούθησαν, η απιστία και η αμετανοησία του.
Ό λεπρός άρχισε να θρηνεί και να οδύρεται για το κακό που τον βρήκε. Πολλές ημέρες έμεινε κλεισμένος και απομονωμένος στο σπίτι του. Γεμάτος ντροπή κι απόγνωση για το θέαμα που εμφάνιζε και τη δυσοσμία που ανέδιδε, περίμενε το θάνατο, που δεν φαινόταν να είναι μακριά.
Αλλά να! Ο φιλάνθρωπος Θεός τον φώτισε και κατάλαβε την ατία της αρρώστιάς του. Και σαν δεύτερος Δαβίδ, φώναζε από μακριά στους συγγενείς του:
— «Εκάλυψεν εντροπή το πρόσωπον μου! Απηλλοτριωμένος εγενήθην τοις αδελφοίς μου και ξένος τοις υιοίς της μητρός μου», επειδή χωρίς πίστη και με την καρδιά λερωμένη από αμαρτίες τόλμησα να πάω στη μονή και να ζητήσω θεραπεία!
Σηκώθηκε και ξαναπήγε αμέσως στο μοναστήρι. Ζήτησε από τον ηγούμενο να εξομολογηθεί. Εκείνος τον έστειλε στον όσιο Αλύπιο. Με δάκρυα συντριβής ο λεπρός του εξομολογήθηκε όλα τ' αμαρτήματά του και με ειλικρινή μετάνοια ζήτησε από το Θεό την άφεσή τους.
Ο όσιος του είπε:
Παιδί μου, έργο μεγάλο και σωτήριο πραγματοποίησες με την εξομολόγηση των παραπτωμάτων σου. Θυμάσαι τι λέει ό βασιλιάς και προφήτης Δαβίδ;
«Είπα• εξαγορεύσω κατ' εμού την ανομίαν μου τω Κυρίω και συ αφήκας την ασέβειαν της καρδίας μου».
Αυτό ακριβώς έγινε και τώρα με σένα. Εξομολογήθηκες μετανοημένος ενώπιον του Κυρίου, κι Εκείνος σε συγχωρεί, σαν αγαθός και φιλάνθρωπος που είναι.
Αφού ο θεοφώτιστος Αλύπιος είπε πολλά σωτήρια και ωφέλιμα λόγια στον ασθενή, πήρε λίγο από το χρώμα που χρησιμοποιούσε στην αγιογραφία και άλειψε τις πληγές του. Ύστερα τον έφερε στην εκκλησία και τον κοινώνησε με τα Τίμια Δώρα. Τέλος, τον οδήγησε σε μία γωνία, όπου βρισκόταν μια λεκάνη με νερό. Μ' αυτό πλένονταν οι ιερείς μετά τη θεία Ευχαριστία.
— Πλύσου μ' αυτό το νερό!, είπε ό όσιος στον άρρωστο.
Εκείνος, ξέπλυνε τα χρώματα και αυτοστιγμεί — ω του θαύματος!  οι πληγές εξαφανίστηκαν και το πρόσωπό του καθάρισε!
Έπεσε αμέσως στα πόδια του οσίου και τα έβρεχε με τα δάκρυα της ευγνωμοσύνης του, επειδή τον απάλλαξε τόσο από τη σωματική όσο και την ψυχική λέπρα.
Έκπληκτοι έμειναν οι συγγενείς του λεπρού σαν είδαν το θαύμα. Και ρωτούσαν:
 Μα πως έγινε αυτό; Γιατί την πρώτη φορά που ήρθε στο μοναστήρι η αρρώστια του επιδεινώθηκε, ενώ τώρα θεραπεύτηκε;
 Αδελφοί, τους έλεγε ο πνευματέμφορος Αλύπιος, ο Κύριος μας λέει:
«Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν».
Αυτός ο άνθρωπος δούλευε πριν με την αμαρτία στον εχθρό μας διάβολο. Και όταν αρρώστησε, πάλι σ' εκείνον πήγε για να θεραπευτή: στους μάγους και τα μαγικά. Και δεν πίστευε στον Κύριο σαν μοναδικό Σωτήρα και ιατρό των ψυχών και των σωμάτων. Την πρώτη φορά ήρθε με την καρδιά γεμάτη απιστία και ακαθαρσία. Γι` αυτό και η ασθένειά του επιδεινώθηκε.
Διότι ο Κύριος είπε:
«πάντα όσα αν προσευχόμενοι αιτείσθε, πιστεύετε ότι λαμβάνετε, και έσται υμίν».
Τώρα όμως που ήρθε με πίστη αλλά και με μετάνοια, ο Θεός τον θεράπευσε.
Μετά την εξήγηση του οσίου Αλυπίου, οι άνθρωποι έβαλαν βαθιά μετάνοια κι έφυγαν «δοξάζοντες και αινούντες τον Θεόν επί πάσιν οις ήκουσαν και είδον...».
Στην ίδια πόλη του Κιέβου ζούσε κάποιος φιλόχριστος, που είχε χτίσει με έξοδα του ένα μικρό ναό, και θέλησε να τον εμπλουτίσει μ' επτά μεγάλες εικόνες. Για το σκοπό αυτό έδωσε σε δυο γνωστούς του μοναχούς της Λαύρας αρκετά ασημένια νομίσματα, καθώς και τα ξύλα που χρειάζονταν, και τους είπε:
—Σας παρακαλώ πατέρες, πείτε στον παπαΑλύπιο να δεχτή το αργύριο τούτο, για την αγάπη του Χριστού και να ζωγραφίσει επτά εικόνες για το εκκλησάκι μου.
Αλίμονο όμως!
Εκείνοι οι δύο ήταν μόνο κατά το φαινόμενο μοναχοί!
Η ψυχή τους ήταν παραδομένη στον πονηρό, γεμάτη κακία, φθόνο και φιλαργυρία.
Τι έκαναν λοιπόν;
Συμφώνησαν να κατακρατήσουν τα χρήματα και να μην πουν τίποτα στον Αλύπιο, που τον φθονούσαν πολύ για την ενάρετη ζωή και την επίδοσή του στην αγιογραφία.
Ήταν κι εκείνοι αγιογράφοι. Βοηθοί του οσίου, αλλά για την αμέλεια και την πνευματική τους ραθυμία δεν τους έδινε ό Θεός το ανυπέρβλητο χάρισμα του θεσπέσιου Αλύπιου.
Κρέμασαν λοιπόν τα σανίδια σ' ένα παρεκκλήσι της μονής, που ήταν σχεδόν πάντοτε κλειστό, κι έκρυψαν τα χρήματα σε ασφαλισμένο μέρος, χωρίς τύψεις για τη μεγάλη αμαρτία που έκαναν.
Πέρασε καιρός. Ο πελάτης έστειλε μήνυμα στους δυο μοναχούς, ρωτώντας τους για την παραγγελία του.
Εκείνοι όμως απάντησαν πως ο Αλύπιος ζητά άλλα τόσα αργυρά νομίσματα!
Χωρίς διαμαρτυρία ο χριστιανός τα έστειλε, με την παράκληση να επισπευτεί η εκτέλεση της εργασίας. Κι αυτά όμως τα καταχράστηκαν οι αθεόφοβοι μοναχοί.
Υποδουλωμένοι εντελώς στην κακία και την απληστία, έφτασαν στο σημείο να ζητήσουν και τρίτη φορά χρήματα, λέγοντας πάλι ότι τάχα τα ζητά ο Αλύπιος.
Ο φιλόθεος άνθρωπος ούτε τώρα αρνήθηκε. Γνωρίζοντας την πολιτεία του οσίου, πίστεψε πως τα χρήματα που είχε στείλει τις δύο προηγούμενες φορές δεν ήταν αρκετά. Του έστειλε λοιπόν ανυποψίαστος άλλα τόσα, ζητώντας με αγαθότητα τις προσευχές και την ευλογία του.
Όταν όμως μετά από καιρό ο χριστιανός έστειλε πάλι στο μοναστήρι κάποιον για να μάθη αν είναι έτοιμες οι εικόνες του, οι δυο εκείνοι μοναχοί, σκοτισμένοι από την εμπάθεια, είπαν ότι ο Αλύπιος, αν και έλαβε τριπλή αμοιβή, αρνείται να ζωγραφίσει τις εικόνες.
Έκπληκτος και σκανδαλισμένος ο άνθρωπος του Θεού, κίνησε με μεγάλη συνοδεία για το μοναστήρι. Διηγήθηκε με παράπονο στον ηγούμενο Νίκωνα το πάθημά του και ζήτησε την επανόρθωση της αδικίας που είχε τάχα υποστεί από τον παπαΑλύπιο.
Ο μέγας Νίκων κάλεσε τον όσιο και του είπε αυστηρά:
 Γιατί πάτερ Αλύπιε αδίκησες αυτό το χριστιανό; Τόσες φορές σε παρακάλεσε και τόσα χρήματα σου έστειλε για τις εικόνες του. Τι σημαίνουν όλα όσα άκουσα τώρα, αδελφέ; Εγώ μέχρι τώρα νόμιζα ότι ήσουν αφιλοχρήματος και ζωγράφιζες τις εικόνες για τη δόξα του Θεού και των αγίων Του.
— Τίμιε Γέροντα, αποκρίθηκε απορημένος ο όσιος, η αγιοσύνη σου γνωρίζει ότι δεν αμέλησα ποτέ το ιερό εργόχειρό μου ούτε το εξάσκησα για τα χρήματα. Και τώρα δεν γνωρίζω για ποιο πράγμα μιλάς.
 Τρεις φορές δεν σε πλήρωσε αυτός ο άνθρωπος για να του φτιάξης επτά εικόνες; Δεν σου έστειλε και τα σανίδια γι' αυτές; Γιατί δεν εκπλήρωσες την παραγγελία του; Και που είναι τα ξύλα των εικόνων;
Όμως ο όσιος Αλύπιος τίποτα δεν είχε να πει.
Τότε ο ηγούμενος έστειλε δύοτρεις μοναχούς να φέρουν τα σανίδια. Αυτοί, κατά συγκυρία την προηγούμενη μέρα τα είχαν δει μέσα στο παρεκκλήσι και είχαν αναρωτηθεί για τον προορισμό τους. Ο όσιος Νίκων κάλεσε επίσης τους δυο μοναχούς που είχαν πάρει τα χρήματα για τις εικόνες.
Άλλες όμως είναι οι βουλές των ανθρώπων και άλλα τα κελεύσματα του θαυματουργού Θεού. Τι συνέβη δηλαδή; Μόλις μπήκαν οι αδελφοί στο παρεκκλήσι, τι βλέπουν! Εκεί που χθες είδαν να κρέμονται σκέτα ξύλα, τώρα ήταν εικόνες απαράμιλλης τέχνης! Εικόνες του Κυρίου, της Θεοτόκου, των αγίων! Θαμπωμένοι και συγκλονισμένοι από το θαυμαστό γεγονός, τις έφεραν στον ηγούμενο. Όταν σε λίγο όλοι κατάλαβαν τι είχε συμβεί, έπεσαν κάτω και με συγκίνηση προσκύνησαν τις θεσπέσιες αχειροποίητες εικόνες του ουράνιου Βασιλιά, της Παναγίας Μητέρας Του και των εκλεκτών δούλων Του.
Στο μεταξύ ήρθαν και οι δύο συκοφάντες μοναχοί. Ανύποπτοι για το θαύμα του Θεού, επιτέθηκαν με άπρεπα λόγια στον όσιο Αλύπιο, κατηγορώντας τον σαν κλέφτη και απατεώνα.
Αγανακτισμένοι τότε οι παρευρισκόμενοι από την άδικη εκείνη επίθεση, τους έδειξαν τις εικόνες λέγοντας:
 Σταματήστε ανόσιοι άνθρωποι! Να αυτές οι εικόνες που ζωγραφίστηκαν από το χέρι του Θεού, μαρτυρούν για την αθωότητα του Αλυπίου και τη δική σας ενοχή!
Εκείνοι δεν μπορούσαν να πιστέψουν στα μάτια τους μ' αυτό που έβλεπαν. Γεμάτοι φόβο και ντροπή, μαζεύτηκαν σε μια γωνιά και σιώπησαν. Αρνήθηκαν ωστόσο να παραδεχθούν την ενοχή τους, που ήταν τόσο φανερή σε όλους.
Βλέποντας ο ηγούμενος Νίκων το κατάντημα και την πώρωση των δύο μοναχών, τους απέκοψε σαν σαπρά μέλη από το σώμα της αδελφότητας, «ίνα και οι λοιποί αδελφοί φόβον έχωσι». Τους εδίωξε από τη μονή για να μη μολυνθούν και άλλοι από τη βαρεία ψυχική τους πάθηση.
Εκείνοι και όταν έφυγαν επέμειναν στην κακία και το φθόνο.
Άρχισαν να διαδίδουν παντού ότι είχαν ζωγραφίσει οι ίδιοι τις εικόνες και ότι ο προϊστάμενός τους Αλύπιος, θέλοντας τάχα να κατακρατήσει για τον εαυτό του τα χρήματα, άφησε να γίνει πιστευτό πως είχαν ζωγραφιστή αχειροποίητα και θαυματουργικά.
Αλλά οι συκοφαντίες αυτές δεν έπιασαν τόπο. Πάλι ο ίδιος ό Θεός επενέβη και με νέα θαυμαστά γεγονότα επιβεβαίωσε το θαύμα.
Δόξασε το δούλο Του Αλύπιο και κατήσχυνε τους συκοφάντες.
Συνέβη δηλαδή, κατά παραχώρηση Θεού, να ξεσπάσει λίγα χρόνια αργότερα μεγάλη πυρκαγιά στο Κίεβο, που έκανε στάχτη μεγάλο μέρος της πόλεως. Κάηκε τότε και ο ναός όπου βρίσκονταν οι επτά αχειροποίητες εικόνες. Όταν η φωτιά σβήστηκε, ενώ ο ναός είχε αποτεφρωθεί εντελώς, οι εικόνες βρέθηκαν άθικτες, σαν καινούργιες!
Ο ηγεμόνας του Κιέβου Βλαδίμηρος Β' ο Μονομάχος πληροφορήθηκε για το θαύμα. Για να πιστέψει όμως θέλησε να το δη με τα ίδια του τα μάτια. Πράγματι, πήγε στον τόπο της συμφοράς, όπου βρήκε τα πάντα κομμένα και σωριασμένα σε φρικτά ερείπια. Μόνον οι επτά εικόνες έλαμπαν κάτω από τον ήλιο σαν να μην τις είχε αγγίξει όχι φλόγα αλλά ούτε καπνός. Εκεί ο Βλαδίμηρος πληροφορήθηκε από το συγκεντρωμένο πλήθος ότι οι μορφές των εικόνων δεν είχαν γίνει από ανθρώπινο χέρι. Είχαν εμφανιστεί θαυματουργικά πάνω στα σανίδια με τη δύναμη του παντοδυνάμου Θεού και για χάρη του αδικημένου δούλου Του Αλυπίου.
Συγκινημένος ο ηγεμόνας ζήτησε μιαν εικόνα, εκείνη που παρίστανε την Υπεραγία Θεοτόκο, και την έστειλε στο Ροστώφ, στην πέτρινη εκκλησία που ο ίδιος είχε ανεγείρει εκεί. Και εδώ όμως η εικόνα σώθηκε θαυματουργικά, όταν σ' ένα σεισμό η εκκλησία γκρεμίστηκε κι έγινε συντρίμμια. Κατόπιν μεταφέρθηκε σε άλλη ξύλινη εκκλησία, αλλά κι αυτή σύντομα πήρε φωτιά και κάηκε. Για τρίτη φορά η αχειροποίητη εικόνα έμεινε αβλαβής, χωρίς ίχνος μάλιστα της φωτιάς, που κράτησε πολλές ώρες.
Ας έρθουμε τώρα στο θαύμα που συνδέεται με τα τέλη της ζωής του οσίου Αλυπίου.
Κάποιος ευσεβής χριστιανός έδωσε στον Όσιο παραγγελία να ζωγραφίσει την εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Την είχε τάξει στην Παναγία νια την πανήγυρη της, στις 15 Αύγουστου και παρακάλεσε να είναι έτοιμη εγκαίρως.
Αλλά σε λίγες ήμερες ο θεοφιλής Αλύπιος αρρώστησε βαριά. Η κοίμησή του πλησίαζε. Έτσι ήταν αδύνατο να εκπληρώσει την παραγγελία.
Ο χριστιανός εκείνος έπεσε σε μεγάλη θλίψη. Ήρθε στον άγιο, που βρισκόταν στην κλίνη σε κακή κατάσταση και τον παρακαλούσε να βρει μια λύση ώστε να είναι έτοιμη η εικόνα στην εορτή της Κοιμήσεως.
— Μη θλίβεσαι, παιδί μου, αποκρίθηκε με σβησμένη φωνή ο όσιος. Έχε εμπιστοσύνη στο Θεό και στο άγιο θέλημά Του. Η εικόνα της Κυρίας Θεοτόκου θα βρίσκεται στη θέση της την Ημέρα της εορτής.

Όσιος Βαρλαάμ, καθηγούμενος της Λαύρας των Σπηλαίων



Πατερικό των σπηλαίων του Κιέβου
Διηγήσεις από τη ζωή και τα κατορθώματα των οσίων πατέρων
Της Κίεβο Πετσέρσκαγια Λαύρας.

Όσιος Βαρλαάμ, καθηγούμενος της Λαύρας των Σπηλαίων
Ο ΟΣΙΟΣ πατέρας μας Βαρλαάμ καταγόταν από επιφανή γενιά βογιάρων. Ήταν γιος του πιο φημισμένου στρατηγού του μεγάλου ηγεμόνα Ιζιασλάβου, του βογιάρου Ιωάννου.
Ό Κύριος είχε προικίσει πλούσια το Βαρλαάμ με πολλά χαρίσματα — σωματική ομορφιά, ρώμη καί ευφυΐα. Από τη μητέρα του Μαρία ό νεαρός βογιάρος πήρε χριστιανική αγωγή καί γρήγορα ξεχώρισε για την ψυχική του καθαρότητα. Όταν ήταν ακόμη παιδί, σ' όλη την περιοχή του Κιέβου είχε απλωθεί ή φήμη της θεάρεστης ασκητικής ζωής καί των μεγάλων θαυμάτων των οσίων πατέρων Αντωνίου καί Θεοδοσίου των σπηλαιωτών. Κι όταν έγινε έφηβος, συχνά επισκεπτόταν τους αγίους ασκητές μαζί με πολλούς άλλους συμπολίτες του, καί δεν χόρταινε ν' ακούει τίς ψυχωφελείς νουθεσίες καί τίς γλυκύτατες διδαχές τους.Ή αγνή καί καθαρή ψυχή του νεαρού Βαρλαάμ αιχμαλωτίστηκε από τη θεία γοητεία των μελίρρυτων οσιακών λόγων καί πόθησε την αμέριμνη, αγγελική ζωή των αγίων ασκητών. Δεν άργησε ν' αποστραφεί τον πλούτο, τη χλιδή καί τη δόξα της βογιάρικης ζωής, καί να κυριευτεί από το θείο έρωτα του αφανούς καί σκληρού βίου των σπηλαιωτών μοναχών. Στη ζωή του μονάχου ό Βαρλαάμ έβλεπε τον πιο ασφαλή δρόμο για τη βασιλεία των ουρανών, ενώ στη ζωή των κοσμικών διαπίστωνε πλήθος πειρασμών καί πνευματικών κινδύνων. Ιδιαίτερα τον φόβιζαν τα λόγια του Κυρίου: «Ευκολότερων εστί κάμηλον δια τρυπήματος ραφίδος διελθείν ή πλούσιον εις την βασιλείαν του Θεού εισελθείν».


Αποφασισμένος πια ν' αλλάξει τον κοσμικό πλούτο με τη μοναχική πτώχεια, καί τίς πριγκιπικές τιμές με τον ονειδισμό του Χριστού, ό Βαρλαάμ, αν καί ήταν ήδη αρραβωνιασμένος με μια πλούσια πριγκίπισσα, πήγε στο μακάριο Αντώνιο, ακούμπησε στα πόδια του τους καρδιακούς του πόθους καί τον παρακάλεσε να δεχτή κι εκείνον σαν μαθητή καί υποτακτικό του.
 Αγαθή πρόθεση έχεις, παιδί μου, του είπε ό όσιος. Πρόσεξε όμως, γιατί πολλοί ξεκίνησαν με το δικό σου ενθουσιασμό, αλλά δεν «υπέμειναν εις τέλος». Τα πλούτη, οί ηδονές καί ή δόξα του κόσμου είναι τα μεγαλύτερα όπλα του δολερού διαβόλου. Μ' αυτά θα προσπαθήσει να σε νικήσει. Να θυμάσαι όμως αυτό πού είπε ό Κύριος: «Ουδείς επιβολών την χείρα αυτού έπ' άροτρων καί βλέπων εις τα οπίσω εύθετος εστίν εις την βασιλείαν του Θεού».
Τα λόγια του γέροντα φλόγισαν ακόμη περισσότερο την καρδιά του Βαρλαάμ με τον πόθο της μοναχικής ζωής καί την αποφασιστικότητα γι' αναμέτρηση με το φθονερό διάβολο.
Μια μέρα φόρεσε την επίσημη χρυσοποίκιλτη φορεσιά του, ανέβηκε σ' ένα καταστόλιστο, μεγαλόπρεπο άλογο καί με συνοδεία πολλών στρατιωτών καί υπηρετών έφτασε στο σπήλαιο των οσίων.
Οί μοναχοί βγήκαν να προϋπαντήσουν τον άρχοντα καί να του αποδώσουν τις πρέπουσες τιμές. Ό Βαρλαάμ κατέβηκε τότε από το άλογο του, έβαλε στρωτή μετάνοια στον όσιο Αντώνιο, κι έπειτα έβγαλε τα φανταχτερά ρούχα του βογιάρου καί τ' ακούμπησε κάτω, στα πόδια του οσίου. Μετά οδήγησε μπροστά στον όσιο το άλογο του, καθώς καί ολόκληρη τη συνοδεία των υπηρετών του, καί είπε:
Να ή γοητεία της κοσμικής ζωής! Την απαρνούμαι! Ό,τι θέλεις κάνε μαζί τους... Για μένα όλ' αυτά δεν αξίζουν τίποτα. Θέλω να ζήσω στο σπήλαιο, για να κερδίσω το Χριστό. Καί σου υπόσχομαι ότι ποτέ δεν θα γυρίσω πίσω!
Να θυμάσαι, παιδί μου, είπε ό όσιος, σε Ποιόν δίνεις τίς υποσχέσεις καί Ποιος είναι ό Βασιλιάς πού θέλεις να γίνεις στρατιώτης Του. Εδώ βρίσκονται αόρατος άγγελοι του Θεού καί καταγράφουν τα λόγια σου. Πρόσεξε όμως! Αν έρθει εδώ ό πατέρας σου καί σε πάρη με τη βία, τι θα γίνει; Εμείς δεν είμαστε σε θέση να σε βοηθήσουμε κι εσύ θ' αθέτησης τίς υποσχέσεις πού έδωσες στο Θεό.
Αλλά ό Βαρλαάμ ήταν αποφασισμένος καί αμετάπειστος.
Καί να με βασανίσει ακόμη ό πατέρας μου, δεν θα γυρίσω πίσω στον κόσμο. Μόνο σε παρακαλώ, πάτερ, το συντομότερο να με κάνης μοναχό.
Βλέποντας την επιμονή του Βαρλαάμ καί διαβλέποντας τη μελλοντική του πορεία, ό όσιος Αντώνιος έδωσε εντολή στο μακάριο Νίκωνα να του δώσει το άγιο μοναχικό σχήμα.
Σαν πληροφορήθηκε ό βογιάρος Ιωάννης την κούρα του αγαπημένου του γιου κεραυνοβολήθηκε κι έπεσε κάτω λιπόθυμος.
Λύπη θανάσιμη τον κυρίευσε. Γρήγορα όμως ή λύπη μεταβλήθηκε σε οργή, σε θηριώδη μανία κατά των μοναχών της μονής. Πιστεύοντας ότι εκείνοι παρέσυραν το γιο του, ήρθε με στρατό στα σπήλαια καί σκόρπισε με τίς λόγχες τους μοναχούς. Άρπαξε μετά το Βαρλαάμ, του ξέσκισε τα μοναχικά ενδύματα, του φόρεσε τη λαμπρή βογιάρικη φορεσιά καί τον πήρε με τη βία στο παλάτι του.
Στο δρόμο ό Βαρλαάμ πέταξε πολλές φορές από πάνω του με αηδία τη φανταχτερή στολή καί την ποδοπατούσε μέσα στη λάσπη. Ό Ιωάννης όμως, για να τιμωρήσει το γιο του, έδινε εντολή στους στρατιώτες να του φορούν κάθε φορά τα λασπωμένα ρούχα με βάναυσα χτυπήματα καί προπηλακισμούς.
Στο σπίτι ό Βαρλαάμ έμενε μακριά από τους γονείς καί την πρώην μνηστή του. Δεν ήθελε ούτε στο τραπέζι να καθίσει μαζί τους. Τον έφερναν σέρνοντας οί υπηρέτες, εκείνος όμως καθόταν σιωπηλός καί με κατεβασμένα μάτια, χωρίς να τρώει μπουκιά καί χωρίς να πτοείται από τίς απειλές του πατέρα, από τίς ικεσίες της μητέρας, από τα δάκρυα της μνηστής...
Ό βογιάρος Ιωάννης έδωσε εντολή να τον κλείσουν στο διαμέρισμα του καί να τον επιτηρούν αυστηρά, για να μη δραπέτευση. Έπειτα κάλεσε μια νεαρή καί όμορφη υπηρέτρια, καί της υποσχέθηκε μεγάλη αμοιβή αν κατόρθωνε να ξεμυαλίσει το Βαρλαάμ καί αν τον κατάφερνε να μείνει στο σπίτι. Από κείνη την ώρα ή ξεδιάντροπη γυναίκα δεν σταμάτησε να προκαλεί καί να σκανδαλίζει το δούλο του Θεού, μ' όλα τα πονηρά τεχνάσματα πού τη δίδαξε ό φίλος της ό διάβολος. Ντύθηκε με προκλητικά φορέματα, αλείφτηκε μ' ερεθιστικά αρώματα, στολίστηκε με φανταχτερά στολίδια κι έβαλε σκοπό να πιάσει με κάθε μέσο τον αγνό νέο στα σατανικά δίχτυα της.
Ό σώφρων Βαρλαάμ πάλι, παραδομένος σταθερά στη διακονία της δόξης του Θεού, κουλουριάστηκε σε μια γωνιά του δωματίου του, ντυμένος μόνο μ' ένα τρίχινο πουκάμισο. Για τρεις ήμερες ούτε τροφή ούτε νερό έβαλε στο στόμα του. Αδιάλειπτα προσευχόταν στον Κύριο να του δώσει δύναμη για να ξεπεράσει την ασθένεια της φύσεως, ν' αντισταθεί στο σαρκικό πειρασμό καί να βγει νικητής με τη συνεργεία της θείας χάριτος από τη φοβερή εκείνη δοκιμασία, για να δοξαστεί το όνομα του Θεού καί να ντροπιαστεί ό πανούργος καί μισόκαλος διάβολος.

Η Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου



Πατερικό των σπηλαίων του Κιέβου
Διηγήσεις από τη ζωή και τα κατορθώματα των οσίων πατέρων
Της Κίεβο-Πετσέρσκαγια Λαύρας.

Πρόλογος
Η ΛΑΥΡΑ των Σπηλαίων του Κιέβου, υπήρξε μία ζωηφόρος άμπελος, που έθρεψε για χίλια σχεδόν χρόνια την Ορθοδοξία του Βορρά, με «βότρυας ζωής».
Παλαίστρα υπερφυών αγώνων.
Ορμητήριο πνευματικών αναβάσεων.
Φυτώριο αγίων ανδρών. Ανδρών, που με τις πύρινες προσευχές, τ' ασκητικά παλαίσματα, τις θαυματουργίες και την αγιότητά τους, ενίσχυσαν και στερέωσαν το μήνυμα του Ευαγγελίου στη Ρωσία.
Στο «Πατερικό των Σπηλαίων του Κιέβου» περιέχονται τα στοιχεία που διασώθηκαν από τους βίους και τα κατορθώματα των οσίων εκείνων πατέρων, των πρώτων οικιστών των σπηλαίων και των μαθητών τους.
Συντάχθηκε στα μέσα του 13ου αιώνα στη σλαβονική γλώσσα.
Στα τρία πρώτα μέρη του βιβλίου, ο άγνωστος συντάκτης του, συγκέντρωσε τις σχετικές διηγήσεις των οσίων Νέστορος του χρονογράφου, Πολυκάρπου, αρχιμανδρίτου της Λαύρας και Σίμωνος, επισκόπου Βλαντιμίρ και Σουζντάλ.
Στο τέταρτο μέρος, δίνονται κάποια βιογραφικά στοιχεία για τους τρεις αυτούς ιερούς συγγραφείς, ενώ έχουν προστεθεί και δύο μεταγενέστερες «διηγήσεις» που σχετίζονται με τη μονή των Σπηλαίων.
Το «Πατερικό» γνώρισε και άλλες νεώτερες εκδόσεις στη σλαβονική και ρωσική γλώσσα.
Μία απ' αυτές, της Οδησσού (1903), απετέλεσε την κύρια πηγή μας για την ελληνική μετάφραση, στην οποία προτάξαμε και ένα σύντομο ιστορικό σημείωμα για τη Λαύρα των Σπηλαίων.
Απ' αυτή την έκδοση, προέρχονται και οι χαριτωμένες λαϊκές γκραβούρες που συνοδεύουν το κείμενο.


Ανατρέξαμε ωστόσο και σ' άλλα έργα, που μιαν επιλογή τους παραθέτουμε στο τέλος του βιβλίου, για τη διαφώτιση κάποιων σκοτεινών ιστορικών σημείων, τη διευκρίνιση ασαφειών, την αποκατάσταση σφαλμάτων σχετικών με χρονολογίες, γεγονότα και πρόσωπα. Είναι αλήθεια ότι στους ιερούς χρονογράφους παρατηρείται κάποτε, είτε άγνοια ορισμένων γεγονότων, είτε αδιαφορία για την ακρίβεια και τεκμηρίωση των πληροφοριών που παρέχουν.
Δικαιολογημένη όμως είναι τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη.
Η άγνοια, γιατί οι συνθήκες της εποχής τους δεν ευνοούσαν κατά κανόνα την επαρκή ιστορική έρευνα και ενημέρωση.
Και η αδιαφορία, γιατί ένας ιερός χρονογράφος δεν «γράφει ιστορία», αλλά «λαλεί οικοδομήν και παράκλησιν και παραμυθίαν», κατά τον απόστολο Παύλο, «προς τον καταρτισμόν των αγίων..., εις οικοδομήν τον σώματος του Χριστού».
Σημειώνουμε τέλος, ότι κατά την επεξεργασία της ελληνικής μεταφράσεως, απαλλάξαμε το κείμενο από ένα φόρτο περιττολογιών, επαναλήψεων και εκφραστικών υπερβολών, που θα καθιστούσαν κουραστική την ανάγνωσή του.
Μέσα στο «Πατερικό των Σπηλαίων του Κιέβου», ο αναγνώστης δεν θα βρει τη σοφία του κόσμου τούτου.
Θα βρει όμως την παρουσία του Αγίου Πνεύματος,
θα βρει την περίσσεια της χάριτος,της σοφίαςκαι της δυνάμεως του Θεού στους απλοϊκούς σπηλαιώτες πατέρες του πρώιμου ρωσικού μοναχισμού.
Ο βίος και η πολιτεία τους, αποδεικνύουν γι' άλλη μια φορά ότι «τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα τους σοφούς καταισχύνη, και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα καταισχύνη τα ισχυρά και τα αγενή του κόσμου και τα εξουθενημένα εξελέξατο ο Θεός, και τα μη όντα, ίνα τα όντα καταργήσει».

Η ΚΑΡΔΙΑ ΩΣ ΚΕΝΤΡΟ ΦΥΣΙΚΟ, ΥΠΕΡΦΥΣΙΚΟ ΚΑΙ ΠΑΡΑΦΥΣΙΚΟ




   


Φώτης Σχοινάς 
Φιλοκαλική ἀνθρωπολογία
Ὅταν ἡ Ἑλλάδα ἔγινε δεκτή στήν τότε ΕΟΚ τό 1981 ἡ γαλλική ἐφημερίδα Le Monde ἔγραφε μέ πηχαῖο τίτλο: «Ἡ χώρα τῆς Φιλοκαλίας εἰσῆλθε στήν Εὐρώπη». Διακριτικό στοιχεῖο καί γνωριστικό σημεῖο τῆς πολιτισμικῆς ταυτότητας τῆς Ἑλλάδος κατά τήν Γαλλική ἐφημερίδα προβάλλει ἡ Φιλοκαλία. Ἡ Φιλοκαλία συνετέθη τό δεύτερο ἥμισυ τοῦ ΙΗ' αἰῶνα ἀπό τόν ἅγιο Μακάριο Νοταρᾶ, ἐπίσκοπο Κορίνθου, καί τόν ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη καί ἀποτελεῖ συλλογή κειμένων γιά τήν καρδιακή, νοερά προσευχή καί συνιστᾶ τό πεντόσταγμα τῆς ἡσυχαστικῆς, νηπτικῆς ἐμπειρίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Τήν ἴδια περίοδο – τέλη τοῦ ΙΗ' αἰῶνα καί ἀρχές τοῦ ΙΘ'– προβάλλει στόν Ἑλληνικό χῶρο ὁ Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τό ἀντίπαλο ἰδεολογικό ρεῦμα τῆς Φιλοκαλικῆς ἀναγεννήσεως, ἡ ὁποία ἀπεκλήθη, σκωπτικά, καί Κολλυβαδικό κίνημα.

Στήν παροῦσα ἀνακοίνωση θά ἐξετάσουμε ἕνα βασικό στοιχεῖο τῆς φιλοκαλικῆς ἀνθρωπολογίας, ἡ ὁποία, σημειωτέον, εἶναι αὐτή ἡ ἴδια ἡ βιβλική καί πατερική ἀνθρωπολογία. Τό βασικό καί κεφαλαιῶδες αὐτό στοιχεῖο τῆς φιλοκαλικῆς/ἡσυχαστικῆς ἀνθρωπολογίας εἶναι ἡ καρδία ὡς κέντρο φυσικό, ὑπερφυσικό καί παραφυσικό, ὅπως τό ἐκθέτει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στό νηπτικό ἀριστούργημά του Συμβουλευτικόν ἐγχειρίδιον.

Ἡ καρδία κατά τόν ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη, ὁ ὁποῖος συνοψίζει ὅλη τήν πρό αὐτοῦ ἐπ᾿ αὐτοῦ βιβλική καί πατερική παράδοση, εἶναι τό φυσικό κέντρο τῆς ψυσωματικῆς ἀνθρώπινης ὀντότητας. Ἡ οὐσία τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία ψυχή εἶναι εἶδος τοῦ σώματος, ἄν καί δέν περιέχεται ὡσάν σέ ἀγγεῖο στήν καρδία ἐπειδή εἶναι ἀσώματη, ἐν τούτοις σάν ὄργανο καί ὄχημα βρίσκεται στό μέσον τῆς καρδίας καί ἀκριβῶς στό μέση, στό διαυγέστατο καί καθαρώτατο πνεῦμα πού εἶναι στό μέσον μεταξύ σώματος καί νοῦ (τό ὁποῖο ὀνομάζεται καί ζωτικό καί αὐγοειδές καί ψυχικό πνεῦμα καί νευρώδης χυμός).1 Ἡ οὐσία τοῦ νοῦ βρίσκεται στήν καρδία, ἐνῶ ἡ ἐνέργεια τοῦ νοῦ βρίσκεται στόν ἐγκέφαλο. Ὁ ἅγιος Νικόδημος στό σημεῖο αὐτό κάνει χρήση τῆς Παλαμικῆς διακρίσεως σέ οὐσία καί ἐνέργεια. Κάθε οὐσία, εἴτε ἄκτιστη εἴτε κτιστή, ἔχει τίς ἰδιάζουσες σ᾿ αὐτήν ἐνέργειες· οὐσία ἀνενέργητη εἶναι ἀδιανόητη. Ὁ ἡσυχαστής ἅγιος γράφει: «Ἐν τῷ ἐγκεφάλῳ δέ, ὡς ἐν ὀργάνῳ εὑρίσκεται οὐχί ἡ οὐσία καί ἡ δύναμις τοῦ νοός, ἤτοι τῆς ψυχῆς· ἀλλά μόνη ἡ τοῦ νοός ἐνέργεια, ὡς προείπομεν ἐν τῇ ἀρχῇ, καί ἄφες τούς νεωτέρους φυσικούς καί μεταφυσικούς νά λέγωσιν, ὅτι ἡ οὐσία τῆς ψυχῆς εὑρίσκεται εἰς τόν ἐγκέφαλον καί εἰς τό τοῦ ἐγκεφάλου κωνάριον». 2 Στό σημεῖο αὐτό ὁ ἅγιος Νικόδημος χωρίς νά κατονομάζει ἐννοεῖ προφανῶς τόν Καρτέσιο. Ἐάν ὑποθέσουμε ὅτι ἡ οὐσία τοῦ νοῦ βρίσκεται στόν ἐγκέφαλο, κατά τόν Ἁγιορείτη, εἶναι τό ἴδιο σάν νά λέγει κάποιος «ὅτι ἡ φυτική ψυχή δέν εὑρίσκεται ἀρχικῶς εἰς τήν ρίζαν τοῦ δένδρου, ἀλλά εἰς τόν κλάδον καί εἰς τόν καρπόν».3

Άγιος Νικόδημος ο Ησυχαστής

Είναι γεγονός πώς ή ιερά μονή Βατοπαιδίου κατά τον 14ο αιώνα, τον χρυσό αιώνα του Αγίου Όρους, αποτελεί ισχυρό, ακμαίο και φημισμένο κέντρο του ησυχασμού. Γι΄ αυτό συνάζει εντός και γύρω της σπουδαίες ησυχαστικές μορφές όπως τών αγίων Σάββα του Νέου, Γρηγορίου Παλαμά, Φιλοθέου Κοκκίνου και Νικοδήμου του Ησυχαστού. «Όλοι τους ήταν θερμοί υπέρμαχοι της ησυχαστικής εμπειρίας και θεολογίας κι επιλέγουν ως τόπο ασκήσεως τους, είτε τη Μονή, είτε τα γειτονικά κελλιά της».
Ο όσιος Νικόδημος, κατά κόσμο Νικηφόρος, ασκήτευε σε κελλί κοντά στη μονή Βατοπαιδίου στις αρχές του 14ου αιώνα. Προήρχετο από το όρος του Αυξεντίου, πού βρισκόταν κοντά στη Χαλκηδόνα της Μικράς Ασίας και αποτελούσε περίφημο μοναστικό κέντρο από τον 5ο αιώνα. Λόγω επιδρομών τών Τούρκων ήλθε στό Άγιον Όρος και εγκαταστάθηκε πλησίον της μονης Βατοπαιδίου. Εκεί τον βρήκε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ασκούμενο και λόγω της μεγάλης του αρετής θέλησε να του υποταχθεί. Πληροφορίες σχετικές μας δίνει ο άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος στην εξαίσια βιογραφία του: Ο άγιος Γρηγόριος «παρά τη του Βατοπεδίου γενόμενος λαύρα Νικοδήμω φοιτά τω γενναίω, ανδρί θαυμαστώ κατά τε πράξιν και θεωρίαν, ως οι Άθω παροικούντες πλην ολίγων είσασι πάντες, κατά μεν τον Αυξεντίου βουνόν, ος απαντικρύ Βυζαντίου προς ανατολάς εν Χρυσουπόλει πέραν προς τω άκρω κείται της Προποντίδος, πρότερον πάσαν αρετής οδόν ησκηκότι προς άκρον, εν τη του Βατοπεδίου δ΄ ες ύστερον γενομένω και τους αυτούς της αρετής άθλους μετά της σης σπουδής και της προθυμίας επί πλείστον διηνυκότι, ένθα δη και του θαυμαστού και μακαρίου μακαρίως διά Χριστόν τετύχηκε τέλους. Τούτω τοίνυν καλώς ο καλός εκεί Γρηγόριος προσελθών αυτού πού σκηνουμένω καθ’΄ησυχίαν και κείρεται παρ’ αυτού και προς υποταγήν εαυτόν τελείαν εκδίδωσιν».
Ευρισκόμενος πλησίον του θεοφόρου αυτού Γέροντος ο άγιος Γρηγόριος είχε τελεία υπακοή και υποταγή, συνεχή νηστεία και αγρυπνία, ακατάπαυστη προσευχή, θερμή θεοτοκοφιλία, αγιοφάνειες και υψηλές πνευματικές καταστάσεις, στις όποιες τον οδηγούσε και διατηρούσε ο θεωρητικός και διακριτικός όσιος Νικόδημος. Κατά την περίοδο αυτή κατόπιν παρουσίας του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου του υποδείχθηκε να επαναλαμβάνει στην προσευχή του· «Φώτισόν μου το σκότος».
Ολοι οι βιογράφοι του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά αναφέρονται στον Γέροντα του όσιο Νικόδημο και τον ονομάζουν: «γενναίον και θαυμαστόν Μοναχόν κατά πράξιν και θεωρίαν, γνωστόν εις ολόκληρον το Άγιον Όρος διά την αρετήν του». «Πολύ γνωστόν σε όλους τους αγιορείτας. ο Νικόδημος ζούσε ησυχαστικά και ήταν μεγάλος Γέροντας». Πηγή όλων των πληροφοριών είναι ο άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος.
Κατά τον άγιο Φιλόθεο· «Τρίτος ενιαυτώς τω Γρηγορίω μετά την αποταγήν ην και Νικόδημος ο καθηγητής και πατήρ πλήρης ημερών των τε Θεών ομού γεγονώς και των ανθρωπίνων ευκλεώς και μακαρίως όντως εξεδήμει προς Κύριον». Έμεινε λοιπόν ο άγιος Γρηγόριος παρά τον όσιο Νικόδημο επί μία τριετία (1319-1322).
Η μνήμη του οσίου Νικοδήμου τιμάται στις 11 Ιουλίου. Ακολουθία εποίησε ο υμνογράφος Χαραλάμπης Μπούσιας.