Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014

Αγιορείτες Νεοησυχαστές Πατέρες



Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου

Μετά την αναγέννηση τού 18ου αιώνος, με τη δράση του νεοησυχαστικού κινήματος τών λεγομένων Κολλυβάδων, και πρωτεργάτες τους οσίους Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ (+1794), ο οποίος ως άλλος Γρηγόριος Σιναΐτης (+1346) εργάζεται μεταφραστικά και Ιεραποστολικά σε όλα τα Βαλκάνια- Νικόδημο τον Αγιορείτη (+1809), τον σοφό διδάσκαλο και νέο Γρηγόριο Παλαμά (+1359)· Μακάριο Νοταρά και πρώην Κορίνθου (+1805), τον άλλο Ιερό Φώτιο (+899)· και Αθανάσιο Πάριο (+1813), τον ακαταμάχητο υπερασπιστή των ορθών δογμάτων, ως άλλο άγιο Μάρκο τον Ευγενικό (+1445), έχουμε μία χορεία ενάρετων φίλων της νοεράς προσευχής. 
Με πρώτους τους εξόριστους Ιεροπρεπείς Κολλυβάδες πού εργάσθηκαν πλούσια σε νησιά του Αιγαίου και άλλους τόπους και μετέφεραν σε πολλά λαϊκά στρώματα την ευωδία του αθωνικού αρώματος, πού λέγεται νοερά άθληση, νοερά προσευχή, ευχή του Ιησού, δηλαδή ή επανάληψη του ονόματος· Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με, και με μερικές μικρές παραλλαγές. Παρακάτω θα δούμε μερικούς Αγιορείτες νεοησυχαστές πατέρες.

Το 1851 συγγράφεται ή «Νηπτική θεωρία» περιέχουσα «λόγους είκοσιν Ανωνύμου τινός αγιορείτου Απελπισμένου επικληθέντος, εν οις ακριβώς, άφ’ ών διά της πείρας έμαθε και έπαθε, τον τρόπον της ενάρξεως και οδηγίαν της προοδεύσεως και απλανή τελείωσιν τής ατελούς νοεράς εργασίας, τής, παρά των θεσπέσιων Οσίων Πατέρων άνωθεν παραδομένης, καλούμενης νοεράς προσευχής, ίνα εκ προχείρου έχωσιν οι ποθούντες εισελθείν εις τον ιερόν αγώνα ταύτης της συντόμως (δι΄ αγώνων) εισαγούσης εν τη επουρανίω Χρίστου του Θεού Βασιλεία». Με τον απλό αλλά γλαφυρό τρόπο του, ο αφιλόδοξος, ταπεινός, ανώνυμος συγγραφέας -μερικοί τον ταυτίζουν με τον διάσημο ησυχαστή παπα Χαρίτωνα τον ερημίτη (+1906)- θέλει να βοηθήσει τους εργάτες της προσευχής και λέγει πώς θα προετοιμασθούν γι΄ αυτή: «Η παντοτινή νηστεία, η άμετρος κακοπάθεια και ταλαιπωρία του σώματος, η υπερβολική ταπείνωσις». Ο ταπεινός, συνεχίζει να λέει και να επιμένει, «έχει την καρδίαν του τεταπεινωμένην και συντετριμμένην από την βίαν της ευχής, ευθύς οπού ήθελεν εμβή μέσα εις την εκκλησίαν, πάραυτα τον αρπάζει και τον περικυκλώνει μία αληθινή και ζωηρά ευλάβεια εις τον Θεόν και εις τα θεία- και τόσον τον περικυκλώνει η θεϊκή ευλάβεια, ώστε οπού και αυτός ο ίδιος καταλαμβάνει την ενέργειάν της, διότι του φαίνεται πλέον και είναι πεπεισμένος ότι στέκεται όχι εις την επίγειον ταύτην εκκλησίαν, αλλά του φαίνεται από την χαράν του ότι στέκεται εις την άνω Ιερουσαλήμ».

Ο ιερομόναχος Αρσένιος ο Πνευματικός (+1846) ήταν από τη Ρωσία κι έζησε μία εικοσιπενταετία με αυστηρότατη άσκηση σε κελλιά της μονής Ιβήρων και αλλού. Τετάρτη και Παρασκευή είχε τέλεια ασιτία και τις υπόλοιπες ήμερες μονοφαγία και για πολλά έτη το φαγητό του ήταν αλάδωτο. Ο νυκτερινός ύπνος του ήταν πολύ ολιγόωρος και κοιμόταν καθιστός. Ασκούσε επιμελημένα τη νοερά προσευχή. Οι θείες λειτουργίες του ήταν πάντα ένδακρεις. Αγαπούσε να μιλά, αν ποτέ μιλούσε, μόνο για την προσευχή. Προτιμούσε να δίνει παρά να παίρνει. Υπέφερε πραγματικά όταν τον τιμούσαν οι άνθρωποι. Τον ίδιο τρόπο ζωής και ασκήσεως είχε και ο υποτακτικός του Νικόλαος (+1840). Οι μαθητές του δεν άντεχαν τη μεγάλη του φτώχεια. Το μόνο πού επέμενε ήταν η τήρηση του κανόνος της προσευχής, η συνεχής μνήμη του Θεού, η επίκληση του αγίου ονόματος του. Η κοίμηση του ήταν οσιακή.

Ο Γέροντας Ιωάννης (+1843) ήταν κι αυτός Ρώσος στην καταγωγή. Μαθήτεψε για ένα διάστημα στον διάσημο στάρετς όσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ στη μονή Νεάμτς της Μολδαβίας, πού είχε περίπου χίλιους μοναχούς. Ο στάρετς δεχόταν όσους υπέμεναν τις στερήσεις μαζί του, μόνο και μόνο για ν΄ αυξάνονται τα στόματα πού θα υμνούσαν προσευχόμενα τον Θεό. Κύριο έργο του στάρετς, καθώς λέγει ο Γέροντας Ιωάννης, ήταν η διδασκαλία της καθαρότητος της καρδιάς και του νου, διά της αδιάλειπτου ευχής του Ιησού. Ο Ιωάννης έκοψε το δάκτυλο του, για να μη τον χειροτονήσουν και χάσει την ηρεμία της αγαπημένης του προσευχής. Έζησε επί έτη στην αθωνική έρημο εργοχειρώντας και προσευχόμενος. Να πώς περιγράφει την κατάσταση του ο ίδιος: «Την καρδιά μου επλημμύρισε ανέκφραστη χαρά και η προσευχή άρχισε να ενεργεί μόνη της. Τόσο με γλύκανε, πού δεν με άφηνε να κοιμηθώ. Κοιμόμουν μία ώρα καθημερινώς και μάλιστα καθιστός- και πάλι σηκωνόμουν, σαν μη μου χρειαζόταν ο ύπνος- «εγώ καθεύδω και η καρδία μου αγρυπνεί» … Γεννήθηκαν μέσα μου ανέκφραστη αγάπη και δάκρυα- αν θέλω, μπορώ να κλαίω ασταμάτητα … Συχνά το βράδυ σηκώνομαι να διαβάσω το ψαλτήρι, λέγω την προσευχή του Ιησού και πέφτω σε έκστασι. Δεν γνωρίζω που βρίσκομαι- είμαι στο σώμα η εκτός του σώματος δεν ξεύρω· μόνον ο Θεός το γνωρίζει. Όταν συνέρχομαι ήδη χαράζει».

Ο Γέροντας Δανιήλ (+1879) έζησε σ’ ερημικά μέρη του Αγίου Όρους με Γέροντα σκληρό και δύσκολο και με πολλές στερήσεις, στον οποίο έκανε άκρα υπακοή. Στους ελάχιστους επισκέπτες του, μετά την τελευτή του Γέροντα του, έλεγε: «Μόνον ελπίζω στο έλεος του Θεού και στις προσευχές του Γέροντα. Με τί άλλο θα μπορούσα να δικαιωθώ;». Αυτό έλεγε συχνά: «Ζητώ μόνον το έλεος του Θεού και σ’ αυτό αποκλειστικώς ελπίζω». “Οσοι επέμεναν να τον συμβουλεύονται τους έλεγε: «Όταν ο άνθρωπος ευρίσκεται σε δυσκολία, στρέφεται με δάκρυα στον Θεό κι εκείνος τον παρηγορεί…». Άλλοτε έλεγε: «Όποιος δοκίμασε τους καρπούς της ησυχίας μπορεί να μείνη στην αυτοσυγκέντρωσι και στην προσευχή περισσότερο από τρεις ήμερες…»

Ο ιερομόναχος Ευστράτιος ο Τραπεζούντιος οκταετής προσήλθε να μονάσει στη μονή Σουμελά του Πόντου. Μετά εικοσαετή εκεί παραμονή κι αφού χειροτονήθηκε ιερέας και επισκέφθηκε τα Ιεροσόλυμα ήλθε στο Άγιον Όρος στη Σκήτη των Καυσοκαλυβίων. Το τυπικό του ήταν: τρεις χιλιάδες μετάνοιες κάθε νύχτα και η ευχή αδιάλειπτη. Το τυπικό του αυτό ήταν ισόβιο. Η σπηλιά πού ζούσε έμοιαζε με τάφο, σκοτεινή και κλειστή, για να επιμηκύνει τη νύχτα και να καλλιεργεί την προσευχή. Κοιμόταν μία ώρα την ήμερα, σχεδόν όρθιος. Λειτουργούσε καθημερινά. Νήστευε συνέχεια. Σ’ ένα των μαθητών του, πού ζούσαν πλησίον του, αλλά σε άλλον τόπο, πριν τον θάνατο του είπε, πώς του δόθηκε τέτοια προσευχή, ώστε και κατά την ώρα του ύπνου η καρδιά του προσεύχεται. Ο Γέροντας προσευχόταν καθιστός η όρθιος, έκλινε την κεφαλή λίγο προς το στήθος και πρόφερε σιγά, με κατάνυξη και προσοχή την ευχή, προσηλώνοντας το νου στα λόγια της ευχής και συγκρατώντας την αναπνοή, ώστε αυτή να εναρμονίζεται με την κίνηση του νου. Τον κοσμούσε και το διορατικό χάρισμα. Προσευχόμενος είχε κι ένα μεγάλο μανδήλι, για τα πολλά και θερμά του δάκρυα και βρισκόταν σε κατάσταση πνευματικής ανυψώσεως.

Ένας σπουδαίος εργάτης της νοεράς προσευχής υπήρξε ο Γέροντας Βαρνάβας Αγιοβασιλειάτης (+1905). Οι αγρυπνίες του ήταν συχνές και ολονύκτιες και μόνο με το κομποσχοίνι. Ακόμα μεγαλύτερος βιαστής ήταν ο Γέροντας του Ναθαναήλ. Σε συμβουλές του προς μοναχό ησυχάζοντα κατά μόνας, μεταξύ άλλων σπουδαίων, γράφει: «Όταν ενεργήσει η ευχή, έρχονται τα δάκρυα, η χαρά, η κίνησις και ο ανακαινισμός της καρδίας. Αλλά μη τα έχης διά τίποτε, ούτε να τα καταφρονής, αλλά με απλότητα λέγε «Κύριε Ιησού Χριστέ…» καθότι φωτισμός είναι ο Θεός … Όταν δε κάθησαι εις την ευχήν και ο νους σου φεύγει και δεν δύνασαι να κάμης ευχήν, σήκω από το κάθισμα σου και μη λυπηθής πώς δεν δύνασαι να κάμης ευχήν, αλλά μάλιστα να είσαι χαρούμενος. Εάν πάλιν το πονηρόν πνεύμα σε δέση και δεν δύνασαι να κάμης διόλου ευχήν, κάμε άλλην πνευματικήν εργασίαν, και εάν δεν δύνασαι κάμε σωματικήν υπηρεσίαν, και να έχης προσοχήν εις τον εαυτόν σου και να μη συγχύζεσαι ποτέ, πάντοτε χαρούμενος να είσαι και όχι λυπημένος, διότι όλοι οι άγιοι με την πραότητα εβάδισαν. Διάβαζε και εξακολούθησον καθώς σε είπον και θέλει περνά η ημέρα σου χωρίς να την καταλαμβάνης…».

Μεγάλος αγωνιστής υπήρξε και ο Γέροντας του γνωστού παπα Σάββα του Πνευματικού του Μικραγιαννανίτη (+1908) Γέρων Ιλαρίων ο Γκουρτζής (+1864), πού από μικρός ήταν ασκητής στην πατρίδα του την Γεωργία. Στο Άγιον Όρος έζησε στις μονές Ιβήρων και Διονυσίου και στην έρημο. Πολλές σπηλιές έγιναν κατοικία του. Πότιζε τα βράχια με δάκρυα και τηρούσε ακριβή σιωπή. Είχε πολλές δαιμονικές επιθέσεις, οι όποιες όμως τον άφησαν απτόητο. Η προσευχή του θαυματουργούσε. Οι μακρές νηστείες του τον άφηναν ημιθανή. Αγαπούσε πολύ την ησυχία και την αδιάλειπτη προσευχή και με την ευλογία του Πνευματικού, για ένα μεγάλο διάστημα διετέλεσε έγκλειστος. Στα γεράματα του χρησιμοποιούσε αλυσίδες ως κρεμαστήρες για τις πολύωρες αγρυπνίες του. Οι επιθανάτιοι λόγοι του ήταν: «Δόξα τω Θεώ! Ήθελα μαρτυρικό θάνατο, αλλά ο Κύριος δεν με αξίωσε. Μου έστειλε όμως ασθένεια, πού μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από μαρτύριο, αν την υπομείνω με καρτερία και πίστη στο θείο θέλημα». Μετά την εκταφή του τα οστά του ευωδίασαν.

Ο όσιος Αντίπας ο Μολδαβός (+1882) από νέος είχε θείες εμπειρίες στην προσευχή του και έτσι αποφάσισε να γίνει μοναχός, διερχόμενος από μεγάλους και πολλούς πειρασμούς. Με τις συμβουλές αγίων Γερόντων και διάφορους ασκητικούς πόνους καλλιέργησε συστηματικά τη νοερά προσευχή. Έζησε για τρία έτη στη μονή Εσφιγμένου και μετά αποσύρθηκε στην βαθύτατη έρημο. Είχε Ιδιαίτερη αγάπη στην Παναγία, όπως κι όλοι οι ησυχαστές. Ο ζήλος του ήταν πάντοτε συνετός. Το αθωνικό τυπικό διατήρησε σ΄ όλη του τη ζωή κι όταν βρέθηκε μακρυά από το προσφιλές του Άγιον Όρος. Καρπός της νήψεώς του ήταν μία γλυκύτητα πού πάντα είχε, κατά τον αββά Ισαάκ τον Σύρο. Αγαπούσε τη μόνωση, την ησυχία, τη σιωπή και την ευχή κι όταν ήταν μετοχάρης στον κόσμο. Τις αποφάσεις και τις μετακινήσεις του προετοίμαζε με μεγαλύτερη άσκηση και προσευχή. Καταλήγοντας στη μονή Βαρλαάμ δόθηκε όλος στη φίλη του προσευχή. Την απερίσπαστη προσευχή του συνόδευαν πυκνά και θερμά δάκρυα. Η ταπείνωση, η αυτομεμψία, η υπομονή, η ανεξικακία τον στόλιζαν και τον χαρίτωναν. Μόνη του περιουσία η αθωνίτικη εικόνα της Παναγίας. Αναχώρησε της παρούσης ζωής προσευχόμενος στη Θεοτόκο.

Ο διάσημος ασκητής του Άθωνα Χατζηγιώργης (+1886) ο Καππαδόκης από μικρός κι αυτός αγάπησε εγκάρδια την άσκηση και την προσευχή, όπως και την Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία πολύ τον βοήθησε. Στο Άγιον Όρος πρωτοήλθε στη μονή Γρηγορίου. Αργότερα πήγε στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων, υπό την έμπειρη διδαχή του συμπατριώτη του πνευματικού Νεοφύτου (+1860), ο οποίος του έδωσε κανόνα να ζει παρά την σπηλιά του οσίου Νήφωνα. Κατόπιν πήγαν στην Κερασιά και καθιέρωσαν συνεχή, πολυετή, αυστηρή νηστεία με παντοτινό αλάδωτο φαγητό. Η σιωπή, η υπακοή, η ασιτία, η ευχή, η ταπείνωση, η αγάπη, τον κοσμούσαν. Για ν΄ αποφεύγεται η φλυαρία στη συνοδεία του, όταν ήταν όλοι μαζί σε κάποιο διακόνημα, έλεγε δυνατά την ευχή. Η ζωή τους ήταν μια συνεχόμενη Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Η χαρμολύπη τους χαρακτήριζε. Η διακριτική αγάπη του Χατζηγιώργη βοήθησε πολλούς. Φάρμακα είχαν τα θεία μυστήρια. Η αλουσία του, τα βρώμικα και κουρελιασμένα ρούχα του έκρυβαν μία καθαρή καρδιά, πού αγαπούσε τη νήψη. Εκοιμήθη μόλις μετέλαβε των άχραντων μυστηρίων.

Ο μακάριος παπα Χαρίτων ο Πνευματικός (+1906) έγινε μοναχός στα Μετέωρα, κατόπιν πήγε στο Σινά και μετά στην έρημο του Αγίου Όρους. Κοιμόταν λίγο και στο στασίδι, έτρωγε μια φορά την ήμερα, και λάδι μόνο το Σαββατοκύριακο. Αγαπητοί του τόποι τα σπήλαια των αγίων της μείζονος περιοχής των Καυσοκαλυβίων. Επρόκειτο για ησυχαστή, σιωπηλό, φιλήσυχο, εγκρατή, ταπεινό και φιλομαθή. Μελετητής και μιμητής αγίων, υμνογράφος και συναξαριογράφος. Έγραφε: «Την αγρυπνίαν αγάπα, νηστείαν, δάκρυα, εύχάς και ψαλμωδίας, και Γραφών την μελέτην, γενού ταπεινόφρων και γαληνός, και τον τύφον απόρριπτε, μη σε νικήση ο φθόνος και των παθών, ακρασία η ψυχόλεθρος». Ο πόλεμος του πειρασμού νικιόταν με την επίκληση της Παναγίας. Σπάνια εξήρχετο στα τέλη του βίου του του κελλιού του. Έχοντας διαρκή τη μνήμη του θανάτου, τη μνήμη του Θεού, αναχώρησε για το ανεπίστροφο ταξείδι των ουρανών, καθώς έγραφε, προσευχόμενος.

Ο Γέροντας Δανιήλ ο Κατουνακιώτης ο Σμυρναίος (+1929) αγαπητούς του οσίους είχε τον Ιωάννη της Κλίμακος και τον Ισαάκ των Ασκητικών, ως και τους Κολλυβάδες. Μετά τον μονασμό του στις μονές Αγίου Παντελεήμονος και Βατοπεδίου πήγε στα πάντερπνα Κατουνάκια, όπου επεδόθη στην άσκηση, στη μελέτη και την προσευχή. Η πενία του έγινε πλούτος και η ησυχία φίλη κι αφορμή πνευματικής αγαλλιάσεως. Η εξωτερική ησυχία του έγινε και εσωτερική και καλλιεργούσε τον κήπο της αγαθής καρδιάς του με την ευχή του Ιησού, πού τον γέμιζε ευφροσύνη. Η αλληλογραφία του με άγιες μορφές και οι συγγραφές του φανερώνουν περίτρανα τον θείο φωτισμό και τη χάρη του, τη διάκριση του και τη σοφία του, όπως για παράδειγμα η επιστολή του προς μοναχό περί νοεράς προσευχής, πού αποδεικνύει την πατερική του γνώση, την κατάκτηση της ευχής, τη διάκριση και διόραση.

Ο Αθηναίος Καλλίνικος ο ησυχαστής ο Κατουνακιώτης (+1930) αγαπούσε ιδιαίτερα τη Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών πατέρων. Αγαπούσε επίσης πολύ την ησυχία, τη μόνωση, την άσκηση, τη σιωπή και την ευχή, όπως όλοι άλλωστε οι ησυχαστές. Η νηστεία, η εγκράτεια, η αγρυπνία, ο κόπος, τα δάκρυα δεν ήταν λόγια και ιδέες, αλλά πράξεις και βιώματα, ως λέγει ο αββάς Θαλλάσιος· «νους εγκρατούς, ναός του Αγίου Πνεύματος». Η απλότητα, η ταπεινότητα κι η αγαθότητα τον στόλιζαν. Η εκούσια και μεγάλη του άσκηση κορυφώθηκε με τον τέλειο εγκλεισμό του στο κελλί του επί τέσσερις και πλέον δεκαετίες. Η αυτοφυλάκισή του δεν είχε άλλο λόγο παρά την καλύτερη καλλιέργεια της ευχής του Ιησού. Η αμεριμνησία, το απερίεργο, το ευκατάνυκτο, τ΄ ολιγόλογο η σιωπηλό, συνόδευαν τη διάπυρη ευχή του. Θεοφώτιστος, διακριτικώτατος, φιλάδελφος, χαριτωμένος ο Γέροντας Καλλίνικος, αξιώθηκε της θέας του Θαβωρείου φωτός, κι οι υποτακτικοί του τον έβλεπαν μερικές φορές να λάμπει. Πολέμησε τους αιρετικούς ονοματολάτρες κι έγινε ακραιφνής διδάσκαλος της νοεράς αθλήσεως. Η τελευταία επίγεια ήμερα του ήταν η 6η Αυγούστου, η λαμπρή εορτή της Μεταμορφώσεως, το Πάσχα των ησυχαστών.

Ο Γέροντας Γαβριήλ Διονυσιάτης (+1983) έλεγε περί του μοναχού Ισαάκ (+1932) της μονής του: «Ήτο τύπος απλότητος, ακριβείας και ευλάβειας, σιωπηλός και απερίσπαστος εν παντί… υπόδειγμα εις όλους τους πατέρας». Ο ευλαβέστατος μοναχός Λάζαρος (+1974), της αυτής μονής, έγραφε περί αυτού, όταν ήταν μαζί στο Κάθισμα των Αγίων Αποστόλων: «Όταν ετελούσαμεν την ακολουθίαν του όρθρου οι δύο μας επί δυόμισυ ώρας με κομβοσχοίνι, μόλις ένα η δύο κομβοσχοίνια έλεγε με σιγανήν φωνήν την ευχήν εις κάθε κόμπον: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υϊέ του Θεού, ελέησον ημάς». Εις το τρίτον κομβοσχοίνιον εθερμαίνετο η καρδιά του από θείον έρωτα και ζήλον και δεν μπορούσε να κράτηση τον εαυτόν του για να ομιλή σιγά. Εφώναζε, λοιπόν, την κάθε λέξιν με διάπυρον ζήλον και αγάπην, ώς να είχεν ενώπιον του τον Χριστόν και τον παρακαλούσε, ώς κυλιόμενος εις τους πόδας του…». Τις νύχτες περνούσε κλαίγοντας για τις αμαρτίες του και για όλο τον κόσμο. Πρόθυμος πάντοτε στο διακόνημά του, στην ακολουθία, στον κανόνα του, για ν΄ αποδεικνύει ότι οι ησυχαστές υπάρχουν και στα κοινόβια, αγωνιζόμενοι μυστικά και γενναία.

Ο Γέροντας Γαβριήλ Καρουλιώτης (+1968) υπήρξε αυστηρός ασκητής τών Καρουλίων, άνθρωπος βαθειάς μετάνοιας, βίας κι αγωνιστικότητος. Φίλος θερμός τής μελέτης τών ασκητικών πατέρων, εχθρός τής οκνηρίας, αετός υψιπέτης, κατά τον άγιο Εφραίμ τον Σύρο, ώς ακτήμων, εραστής τής ησυχίας, ευφρόσυνος ησυχαστής, ένδοξος άδοξος, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. Σκληρός στον εαυτό του, νηστευτής, φυγόκοσμος, ως στρουθίον. Δεν περπατούσε, όταν περπατούσε, στα κακοτράχαλα μονοπάτια, αλλ’ ήταν σαν να πετούσε, λιπόσαρκος, προσευχόμενος, σκυμμένος πάντα στον εαυτό του, απερίεργος, προσέχοντας την εσωτερική νηνεμία και καθαρότητα στην ωραία ησυχία τής αγιότεκνης κι αγιότροφης ερήμου. Ερημίτης τών βράχων, μεταξύ ουρανού και γης, καθώς έλεγε. Στους επισκέπτες του αντί να τους μιλά, τους διάβαζε κάτι από τή Φιλοκαλία. Τον θάνατο περίμενε με χαρά. Μετάλαβε και ανεπαύθη ειρηνικά. Επρόκειτο περί ηρωικού μοναχού.

Λίγο πιο κάτω από την ασκητική παλαίστρα τού Γερο Γαβριήλ έμενε ένας άλλος γενναίος αθλητής τού Χριστού, ο Κωνσταντινουπολίτης και πρώην Σταυρονικητιανός προϊστάμενος Γέροντας Φιλάρετος (+1962), ο οποίος προσεποιείτο και τον διά Χριστον σαλό για να ταπεινώνεται. Το άσημο και φτωχό ασκητήριό του θεωρούσε ανάκτορο. Το κελλί του θύμιζε πιο πολύ μνήμα. Είχε αφεθεί πλήρως στα χέρια τού Θεού, μη φροντίζοντας για τα γήινα. Την περιφρόνηση θεωρούσε έπαινο. Για την καθαρότητα τού νου του μόνο νοιαζόταν. Ήταν, κατά τ΄ όνομα του, αληθινός φίλος τής αρετής. Αγαπούσε κι αυτός τή Θεοτόκο πολύ. Δάκρυζε στίς ψαλμωδίες και τους ψάλτες θεωρούσε αγγέλους. Όλη του η ζωή ήταν μια δέηση. Η ευχή είχε γίνει ένα με την αναπνοή του. Εκοιμήθη χαρούμενος, αφού άκουσε από τους Δανιηλαίους το Άξιον Έστι.

Ο Γέροντας Παΐσιος (+1994) στό ωραίο βιβλίο του «Αγιορείτες πατέρες και αγιορείτικα» αναφέρει αρκετές μορφές ησυχαστών, όπως τον παπα Τύχωνα (+1968),πού για «εργόχειρο» του είχε τις μετάνοιες και την ευχή, συγκάτοικους αγγέλους και αγίους και τή δοξολογία αέναη, έως τή μακαρία τελευτή του- τον Γέροντα Ευλόγιο (+1948), μαθητή τού Χατζηγιώργη, πού τηρούσε το αυστηρό τυπικό τής συνεχούς νηστείας και τής αέναης προσευχής κι είχε συχνές δαιμονικές επιθέσεις· τον Γέροντα Κοσμά τον Παντοκρατορινό (+1970), πού συνδύαζε πάντοτε την εργασία με την ευχή, με δάκρυα πότιζε τον κήπο τής μονής και τής ψυχής του- τον Γέροντα Πέτρο (+1958), πού διακρινόταν για την απλότητα και την ευλάβεια του, την αδιάλειπτη προσευχή, πού τού ήταν αυτενέργητη, και πού συχνά άκουγε γλυκιές ψαλμωδίες αγγέλων και τον έλουζε το άκτιστο φως· τον Γέροντα Αυγουστίνο (+1965), πού στα τέλη του η ζωή του ήταν πλημμυρισμένη θεία οράματα, προσευχές κι αέναα δάκρυα και κατά την εκδημία του έλαμψε το πρόσωπο του- και αρκετούς άλλους.

Ο ίδιος ο Γέροντας Παΐσιος ζούσε και χαιρόταν τή συνεχή ευλογία τής προσευχής, ασκούμενος ταπεινά και προσευχόμενος πολύωρα και καθημερινά για τις ανάγκες του πονεμένου κόσμου με μεγάλη αγάπη. Έλεγε: «Όταν ο άνθρωπος έχει την πνευματική του υγεία και απομακρύνεται άπό τους ανθρώπους, για να βοηθήσει περισσότερο και τους ανθρώπους με την προσευχή του, τότε όλους τους ανθρώπους τους θεωρεί αγίους και μόνο τον εαυτό του θεωρεί αμαρτωλό». Άλλοτε πάλι έλεγε: «Αν θέλεις να πιάσεις τον Θεό, για να σε ακούσει όταν προσευχηθείς, γύρισε το κουμπί στην ταπείνωσι, γιατί σ’ αυτή τή συχνότητα πάντα εργάζεται ο Θεός και ζήτησε ταπεινά το έλεός του».

Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής (+1959) αγωνίσθηκε κι έφθασε σε υψηλά μέτρα θεωρίας, μετά μακρά και πολύμοχθη άσκηση. Οι πολύτιμες επιστολές του διασώζουν εύγεστο μέλι τής πνευματικής του κυψέλης: «Αρχή τής πορείας πρός την καθαρά προσευχή, είναι η μάχη πρός τα πάθη. Είναι αδύνατο να γίνει πρόοδος στην ευχή Οσο ενεργούν τα πάθη. Παρ’ όλα αυτά δεν εμποδίζεται η παρουσία τής χάρης τής προσευχής, αρκεί να μήν υπάρχει αμέλεια και κενοδοξία». Άλλου έγραφε: «Όλη τή νύχτα προσεύχομαι και φωνάζω: Κύριε, η σώσε όλους τους αδελφούς, η σβήσε και εμένα. Δέν θέλω τον παράδεισο μόνος»! Αυτή είναι η αληθινή αγάπη τών μοναχών και η μεγαλύτερη ιεραποστολή, κοινωνική προσφορά και φιλανθρωπία.

Ο Γέροντας Σωφρόνιος (+1993) είναι ο θεολόγος τής προσευχής και ο προσευχόμενος θεολόγος, νηπτικός πατήρ, εξαίσιος άνθρωπος. Μας λέγει- η προσευχή είναι κοινωνία Θεού, διάλογος με τον Θεό, ομολογία τής αδυναμίας μας, επίσκεψη Θεού- η θεοεγκατάλειψη μας ωριμάζει- η σιωπή του Θεού μας φρονηματίζει και μας κάνει να υπομένουμε και να επιμένουμε, μας μαθαίνει να προσευχόμαστε- συνάντηση Θεού, γνώση Θεού, η αληθινή μετάνοια. Στό περίφημο βιβλίο του «Περί προσευχής» γράφει: «Κατά την επίκλησιν του Ονόματος του Ιησού Χριστού. Κατ΄ εκείνην την ώραν ηναγκάσθην να διακόψω την επίκλησιν του Ονόματος: Η ενέργεια αυτού ήτο καθ’ υπερβολήν ισχυρά. Η ψυχή άνευ λόγων, άνευ σκέψεων, εν τέλει εν τρόμω εκ τής εγγύτητος του Θεού. Τότε διηνοίχθη εις εμέ εν μέρει το μυστήριον τής ιερουργίας».

Ο Γέροντας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης (+1991) παντού όπου κι αν πήγε ήταν με το κομποσχοίνι. Οι πολλοί του λόγοι ήταν μέσα άπό την προσευχή και για την προσευχή: «Όταν είμαστε στη Χάρη τού Θεού, τότε η προσευχή μας γίνεται καθαρή». Άλλοτε έλεγε σ΄ ένα πνευματικοπαίδι του: «Ξέρεις πόσο μεγάλη δωρεά είναι το ότι μας έδωσε ο Θεός το δικαίωμα να του μιλάμε κάθε ώρα και στιγμή και σε οποιαδήποτε θέση κι αν βρισκόμαστε; Εκείνος μας ακούει πάντα. Αυτή είναι η μεγαλύτερη τιμή πού έχουμε». Να, πού μερικές φορές ησυχαστές συναντούμε και στην Αθήνα. Αλλά αυτό είναι το εξαιρετικά σπάνιο.

Ο Γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης (+1998) είναι ο τελευταίος τών γνωστών κοιμηθέντων νεοησυχαστών Αγιορειτών πατέρων. Ασφαλώς και δεν εξαντλήσαμε διόλου τον ιερό αυτό κατάλογο με το παρόν άρθρο. Ο Θεός να βοηθήσει να επανέλθουμε. Ο παπα Εφραίμ με τή βιβλική μορφή του δίδασκε και δίχως να θέλει φανέρωνε τή μυστική του εργασία, τή μεγάλη του αγάπη στον αενάως επικαλούμενο Ιησού. Τα προσφιλή του θέματα ήταν κυρίως περί υπακοής και περί προσευχής. Η μεγαλύτερη μορφή αγάπης πρός τον Θεό και πρός τον πλησίον είναι διά τής προσευχής, έλεγε. Αγωνίσθηκε πολύ κι αξιώθηκε μεγάλων χαρισμάτων. Η ευχή του ας μας συνοδεύει, ώς και όλων τών μνημονευθέντων παραπάνω.

Ο ησυχασμός είναι ανάγκη να μελετηθεί βαθειά σήμερα, πού τάσεις εκκοσμικεύσεως και κοινωνικής υπερδραστηριότητος, άκρατου και απροετοίμαστου ιεραποστολισμού και πληθώρας πρόχειρων παρεμβάσεων στον κόσμο, επηρεάζουν όχι μόνο το σώμα τής αγίας μητέρας μας Ορθοδόξου Εκκλησίας, αλλά και τον Ανατολικό Ορθόδοξο Μοναχισμό και μάλιστα τον αγιορείτικο. Η παράδοση τών σπλάχνων τού Αγίου Όρους πάντως παραμένει πιστεύουμε, ελπίζουμε και προσευχόμαστε, ανέπαφη και στα κοινόβια και στην έρημο. Καλούμεθα με κάθε κόστος και πολλές θυσίες να διατηρήσουμε τον ησυχαστικό χαρακτήρα τού Αγίου “Ορους, τον οποίο κυρίως έχει ανάγκη ο σύγχρονος κόσμος, παρά άπό οτιδήποτε άλλο, και πού θα τον έχει, θεωρούμε, μεγάλη ανάγκη και τον επόμενο αιώνα πού ανατέλει σε λίγο…

Πηγή: Περιοδικόν «Ο Όσιος Γρηγόριος», Τεύχος 24, σελ. 57-71

Έκδοσις Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου, Αγίου Όρους

Άγιον Όρος, 1999

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2014

Λόγοι και συμβαντα από τη ζωή του μακαριστού Πατριάρχου Σερβίας κυρού Πάυλου(1)



Η μοναχικη υπόσχεση της ακτημοσύνης
Τελειώνοντας η σύνεδρίαση της Σερβικής Συνόδου στο Βελιγράδι,ο πατριάρχης Παύλος ξεκίνησε κατά τη συνήθεια του να πάει στον εσπερινό στον Καθεδρικό Ναό.Βγαίνοντας είδε στο πάρκινγκ ένα πλήθος από πολυτελή μαύρα αυτοκίνητα και ρώτησε:
-Σε ποιόν ανήκουν αυτά τα αυτοκίνητα;
-Είναι των επισκόπων που ήρθαν για τη σύνοδο μακαριώτατε,του απάντησε ένας ιερέας που τον συνόδευε.
Ω,ο Θεός να τους φυλάει.Με τι θα κυκλοφορούσαν άραγε εάν δεν είχαν δώσει τη μοναχική υπόσχεση της ακτημοσύνης;

Ο καθένας βλέπει ότι θέλει
Ο διάκονος που συνόδευε τον πατριάρχη στις εξόδους του στο Βελιγράδι διηγείται για το μάθημα που πήρε από αυτόν μια φορά που πήγαιναν στην εκκλησία Μπάνοβο Μπρντο.
-Με τι θα πάμε, με το αυτοκίνητο;ρώτησε ο διάκονος.
-Όχι,με το λεωφορείο!,απάντησε κατηγορηματικά ο Πατριάρχης.
-Μα το λεωφορείο είναι πάντα γεμάτο και η ζέστη είναι αποπνιχτική.Και δεν είναι και κοντά.
-Ετσι θα πάμε του λεει κοφτά ο πατριάρχης.
-Μακαριώτατε,προσπαθούσε να τον πείσει ο διάκονος.,είναι καλοκαίρι ο κοσμος πηγαίνει για μπάνιο στο νησάκι Τσιγκάλια και οι πιο πολλοί είναι ημίγυμνοι,δεν είναι σωστό…
-Πάτερ.του λέει ήσυχα ο πατριάρχης,ο καθένας βλέπει ότι θέλει!

Αύξηση;Για ποιόν λόγο;
Ο πατριάρχης αρνούνταν πολλές φορές να πάρει και το μισθό του και αρκούνταν στη σύνταξη που είχε ως πρώην επίσκοπος Ράσκα και Πρίζρεν.Τα ρούχα του και τα παπουτσια του τα διόρθωνε μόνος…Του έμεναν και χρήματα από τη μικρή του σύνταξη τα οποία έδινε στους φτωχους και σε άλλες αγαθοεργείες.


Διηγούνται κάποιοι ότι όταν οι ιεράρχες ζητησαν το 1962 αυξηση μισθών ο Παύλος-επίσκοπος τότε-είπε έκπληκτος:’’Γιατί να γίνει αύξηση αφου δε μπορουμε να ξοδεψουμε ούτε αυτά που έχουμε;

ΠολυτέλειαΟι κάτοικοι του Βελιγραδίου συναντουσαν συχνά τον πατριάρχη Παύλο στο δρόμο,στο τραμ ή στο λεοφωρείοΜια φορά ενώ περπατούσε επί της λεοφώρου Πέτρος ο Α΄κατευθυνόμενος προς το πατριαρχείο σταματησε δίπλα του μια Μερσεντες,τελευταιο μοντέλο.Στο τιμόνι ήταν ο ιερέας μιας πλουσιας βελιγραδινής ενορίας
-Μακαριώτατε, παρακαλώ επιτρεψτε μου να σας πάω όπου επιθυμείτε του λέει περιποιητικά
Ο πατριάρχης μόλις ανέβηκε ρώτησε:
-Πατέρα, ποιανού είναι αυτό το πολυτελές αυτοκίνητο;
-Δικό μου μακαριώτατε!
-Σταματα αμεσως! τον διέταξε ο πατριαρχης
Κατέβηκε έκανε ταπεινά το σημείο του σταυρου,τον ευλογησε και του είπε:
O Θεός να σε προστατεύει!

-Αρθρο του Jovan Janjic από την εφημεριδά ‘’Nasa Rec’’772/13-2-2004
-Η πρώτη φώτο είναι από το www.eph.md
-H δεύτερη έχει τραβηχτεί από εμένα στον Καθεδρικό Ναό Ιασιου-Ρουμανιας Οκτωβριος 1994

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014

Ένα μοναδικό καλειδοσκόπιο του Αγίου Όρους


Είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε μια πρωτότυπη όσο και ενδιαφέρουσα αναδρομική έκθεση με κεντρικό θέμα της το Άγιο Όρος  στον εκθεσιακό χώρο της Αγιορειτικής Εστίας στην Θεσσαλονίκη. 
fot23
Πρόκειται για ένα καλειδοσκόπιο, όπως προκύπτει και από τον τίτλο της, που καλύπτει ένα μεγάλο φάσμα δημιουργών, θεμάτων, τεχνοτροπιών και «ιστοριών», που συνθέτουν την πιο εντυπωσιακή όσο και αποκαλυπτική απόπειρα να δοθεί στους ξένους επισκέπτες της Θεσσαλονίκης ιδίως, αλλά και στο ευρύ κοινό, μια «έντονη γεύση», της πολιτιστικής, πνευματικής, αρχιτεκτονικής και περιβαλλοντικής παρακαταθήκης, που επί 10 αιώνες τώρα λαμπρύνει στον Άθωνα.
Χιλιάδες προσκυνητές και απλοί επισκέπτες κατακλύζουν κάθε χρόνο τον Άθω, δέχονται την θερμή φιλοξενία των Μοναχών, περιέρχονται τα Μοναστικά συγκροτήματα και βιώνουν στιγμές γαλήνης, αυτογνωσίας και πνευματικότητας. Ανάμεσα τους συγγραφείς, ζωγράφοι φωτογράφοι, αρχιτέκτονες, ιστορικοί, συντηρητές θρησκευτικών κειμηλίων και έργων τέχνης, αρχαιολόγοι, ερευνητές, αλλά και απλοί επισκέπτες καταγράφουν από τον 16ο ήδη αιώνα, εντυπώσεις, εικόνες, και βιώματα και διαμορφώνουν ένα μοναδικό καλειδοσκόπιο του Αγίου Όρους.
Ακολουθούν στιγμές και εντυπώσεις από την έκθεση:
fot1 fot4 fot5 fot6 fot7 fot8 fot9 fot10 fot11 fot12 fot13 fot14 fot16 fot17 fot18 fot19 fot22 fot20 fot21

Ο Γέρων Ελπίδιος


Ο αξιομνημόνευτος γέρων Ελπίδιος ήτο δίδυμος αδελφός του Ιερομάρτυρος Φιλουμένου, του μαρτυρήσαντος προσφάτως εις την Παλαιστίνην υπό των Εβραίων, το δε άγιόν του λείψανον ευρίσκεται άφθαρτον εις τα Ιεροσόλυμα με εμφανή τα σημεία της αγιότητος εκ της υπερφυσικής ευωδίας και των θαυ­μάτων…
Εκ της νεαράς ηλικίας των μακαρίων αυτών ηνήφθη εις την ψυχήν των ο θείος πόθος και αντί άλλης α­πασχολήσεως είχον την μελέτην των πατερικών βιβλί­ων και την προσευχήν. Όταν κάποτε ανέγνωσαν τον βίον του οσίου πατρός ημών Ιωάννου του Καλυβίτου, τόσον πολύ εθέλχθησαν εκ του ηρωικού παραδείγμα­τος του επιγείου αυτού αγγέλου, ώστε αμέσως και οι δύο εκ συμφώνου έφυγον κρυφίως εκ των γονέων των δια την Ιεράν Μονήν Σταυροβουνίου, εις ηλικίαν μό­λις δεκατεσσάρων ετών.
Η Μονή αυτή ευρίσκετο τότε εις πνευματικήν άνθησιν, έχουσα ως πρότυπον την κοινοβιακήν ζωήν των αγιορείτικων μονών. Τότε έλαμπε εις αυτήν ως φωστήρ μεταξύ των πολλών άλλων και ο ακάματος παπα-Κυπριανός, ο πνευματικός γίγας, του οποίου το παράδειγμα και η διδασκαλία εφώτιζον και ελάμπρυνον τον πνευματικόν ορίζοντα εις όλην την Κυπρια­κήν Εκκλησίαν. Η γνήσια οσιοπατερική γραμμή του περιβάλλοντος αυτού έβαψε την πρώτην και ανεξίτηλον βαφήν της πατερικής γραμμής και παραδόσεως εις τας παιδικάς ψυχάς των νεαρών τότε δοκίμων.
Εις την Ιεράν αυτήν παλαίστραν έμεινον επί εξαετίαν όλην, κατόπιν δε έφυγον διά την Παλαιστίνην, δι­ότι έκλονίσθη επικινδύνως υγεία των λόγω του αυστηρού προγράμματος της Μονής. Ούτω παρέμεινον πλέον ως τακτικά μέλη της Αγιοταφιτικής Αδελφότητος. Κατά το 1937 ο π. Ελπίδιος εχειροτονήθη εις διάκονον και το 1940 εις πρεσβύτερον του εδόθη δε η ευκαιρία να τελείωση και το εκεί Γυμνάσιον. Έκτοτε υπηρέτησεν εις πολλάς θέσεις του Πατριαρχείου, ό­πως Ηγούμενος της Μονής του Προδρόμου, κατόπιν εις την Τιβεριάδα και ύστερον Πατριαρχικός Έξαρχος εις Ναζαρέτ. Εκεί έλαβε και το οφφίκιον του άρχιμανδρίτου, και εκεί τον συνηντήσαμεν κατά το Φθινόπωρον του 1946, ότε επεσκέφθημεν την Παλαιστί­νην. Θα μας μείνη αλησμόνητος η φιλοφροσύνη και η στοργή μετά της οποίας μας εξενάγησεν. Η συγκίνησίς μας δε έκορυφώθη, όταν κατά την ανάβασίν μας εις το Θαβώρειον Όρος έψαλλε μετά πάσης μελωδικότητος τα αρμόδια τροπάρια, καθώς και το συγκλονιστικόν «Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα και παραδοθήσεται ο υιός του ανθρώπου καθώς γέγραπται περί αυτού… ».
Τό 1947 προσελήφθη εις την υπηρεσίαν του Πατρι­αρχείου Αλεξανδρείας και απεστάλει εις Μοζαμβίκην όπου παρέμεινε μέχρι το 1952. Κατόπιν ήλθε εις Αθή­νας και ενεγράφη εις την Θεολογικήν Σχολήν του Πα­νεπιστημίου οπόθεν και απεφοίτησε το 1956. Το επόμενον έτος της αποφοιτήσεώς του μετέβη εις Λονδίνον, όπου ύπηρέτησεν ως προϊστάμενος του ναου των Αγίων Πάντων και συγχρόνως παρηκολούθησε μα­θήματα Ερμηνείας Καινής Διαθήκης και Εκκλησια­στικής Ιστορίας εις το Βασιλικόν Κολλέγιον. Το 1959 διωρίσθη υπό του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας Έξαρχος του Θρόνου, κατ’ αρχάς εν Οδησσώ Ρωσσίας και ακολούθως εν Ελλάδι. Κατόπιν προσκλήσεως και πολλών προτροπών μετέβη εις Κύπρον ως ιεροκήρυξ της Επαρχίας Πάφου και μετά Ηγούμενος της Μο­νής Μαχαιρά.
Μετά από τα έπίμοχθα αυτά διακονήματα επέ­στρεψε εις την Ελλάδα και ανέλαβε την εφημερίαν του θεραπευτηρίου του Ερυθρού Σταυρού. Εδώ πα­ρέμεινε επί εξαετίαν και προσέφερε με ακούραστον διάθεσιν και θείον ζήλον μεγάλην πνευματικήν υπηρεσίαν όχι μόνον εις τους πάσχοντας, αλλά και εις το όλον περιβάλλον του νοσοκομείου πράγμα, το οποίον όλοι μέχρι σήμερον μετ’ ευγνωμοσύνης αναπολούν. Κατόπιν μετετέθη εις τον ναόν της Άγιας Τριάδος Αμπελοκήπων, όπου και συνέχισε την καλήν του διακονίαν, εντεύθεν δε απεσύρθη πλέον διά παντός διά να άνευρη τόπον ήσυχον, όπως πάντοτε ένοστάλγη. Ενθυμούμαι, όταν τον συνήντησα εις την Ναζαρέτ το 1946, μετά πόσης νοσταλγίας μοι έξομολογήθη την δι­ακαή του επιθυμίαν να ζήση ως απλούς μοναχός εις τόπον ήσυχον και αμέριμνον! Και πάλιν αργότερον, ότε ευρίσκετο εις την χώραν μας, έκλεπτε ολίγον χρόνον δι’ ολιγοήμερον επίσκεψιν εις τον Άθω, διά τον ο­ποίον εθερμαίνετο η καρδία του, αναζητών τόπον κατάλληλον της μελλοντικής του καταπαύσεως. Ο λό­γος της παραμονής του εις τον κόσμον, και εν τη υπη­ρεσία πάντοτε της Έκκκλησίας δεν ωφείλετο εις την αναζήτησιν τιμών τας οποίας ίσως άλλοι να επιδιώ­κουν, άλλ’ εις οίκογενειακάς υποχρεώσεις, αι οποίαι μοιραίως του εκληροδοτήθησαν χωρίς να τας προσδοκά.
Όταν κάποτε με έπεσκέφθη εις την Νέαν Σκήτιν, εις την καλύβην των Άγιων Αναργύρων, με παρεκάλεσε να τον εγγράψω διά της κυριάρχου Μονής εις την Ιδικήν μου συνοδίαν, διά να έχη θέσιν, όταν συν Θεώ αποδεσμευθή εκ των εν τω κόσμω υποχρεώσεων του, να έλθη να ζήση ως μοναχός. Εγώ τον ενεθάρρυνον ότι δεν θα του αρνηθώ όταν θα ήρχετο εις τό μέλλον, πράγμα τό οποίον εν τέλει έγινε υπό άλλας συνθήκας και εις ετέραν καλύβην της Σκήτεως, την ο­ποίαν εκτίσαμεν σχεδόν εξ αρχής μόνοι μας.
Οι Γέροντες Ευστάθιος και Ελπίδιος
Ούτε οι τιμητικοί τίτλοι, ούτε αι αξίαι του κόσμου τούτου ηδυνήθησαν να σκιάσουν τον πρώτον ζήλον και πόθον τον οποίον εξ αρχής η θεία χάρις ενεφύτευσεν εις την αθώαν ψυχήν τόσον αυτού όσον και του αδελφού του Φιλουμένου, με τον οποίον ωμοίαζον καταπληκτικώς και εις την όψιν και εις τον χαρακτήρα και εις την γνώμην και εις την θέλησιν. Δικαίως λοιπόν οι πατέρες μας λέγουν ότι «η πρώτη βαφή ως εκ πορ­φύρας ουκ αποβάλλει». Η πρώτη βαφή της μοναχικής ιδέας, η οποία ως θείος έρως και ζήλος εσπάρη εις την παιδικήν των ψυχήν εις την Μονήν της πατρίδος των, εκαρποφόρησε τριάκοντα και εξήκοντα και εκατόν κατά τον λόγον του Κυρίου μας, και ουδείς παράγων ή αφορμή των τοσούτων κλυδωνισμών της ζωής ήδυνήθη να τους απόσπαση εκ του αρχικού των σκοπού. Ιδού ο λόγος διά τον οποίον επιμένομεν ότι πρέπει να διαπαιδαγωγούνται παιδιόθεν οι άνθρωποι εις την ευσέβειαν και την αρετήν, διά να γίνουν στερεά τα θεμέλεια της μετέπειτα ζωής των. Θα προσθέσω έν ακόμη ζωντανόν παράδειγμα περί τούτου προς διαπίστωσιν αυτής της πραγματικότητος.
Όταν ήσαν εις την Ιερουσαλήμ και παρηκολούθουν εις το εκεί Γυμνάσιον τα εγκύκλια μαθήματα, δεν παρημέλουν τα μοναχικά των καθήκοντα. Και όταν ακόμη εύρισκον αντιδράσεις, διέμενον κεκλεισμένοι εις τα δωμάτια των και εμελέτων και ανεγίνωσκον κά­τι εκ της νυχθημέρου των ακολουθίας, όπως συνήθιζον εις το μοναστήριόν των. Όταν νεώτεροι τρόφιμοι της εκεί άδελφότητος και συμμαθηταί των ήρχοντο ά­νευ λόγου διά να τους ενοχλήσουν, πράγμα σύνηθες εις τους νέους, αυτοί διά να απαλλαγούν από αυτούς επροφασίζοντο ότι τότε θα ανεγίνωσκον την εννάτην ώραν ή τον εσπερινόν και ήρχιζον την προσευχήν, πράγμα το οποίον βλέποντες οι απρόσκλητοι και αδι­άφοροι επισκέπται έφευγον αμέσως και ούτως απηλλάσσοντο οι φιλόσοφοι ερασταί της προκοπής και σω­τηρίας από τας άσκοπους και ματαίας συναντήσεις. Η φιλακόλουθος αυτή διάθεσις υπήρχε πάντοτε εις τους ευλαβείς αυτούς αδελφούς καθ’ όλον τό στάδιον της ζωής των έως αυτού του γήρατος, εξ όσων διεπιστώσαμεν και εκ της προσωπικής συναναστροφής και των όσων ηκούσαμεν από τους γνωρίζοντας αυτούς. Ο π. Ελπίδιος εσπούδασε και την Νομικήν. Ούτω με­τά των καθηκόντων του εφημερίου είχε και τα μαθή­ματα, και εδυσκολεύετο κάποτε να συμπληρώνη τα μοναχικά του χρέη, τα οποία όμως δεν ηννόει ποτέ να παράλειψη. Τότε, εν τη απλότητί του έβαλλε την αδελφήν του ή τους ανεψιούς του νά αναγινώσκουν ο καθείς από έν μικρόν μέρος της ακολουθίας του, π.χ. έν κάθισμα του ψαλτηρίου ή κανόνας εκ της Παρα­κλητικής και του Μηναίου, εις δε τα πνευματικά του τέκνα και ιδίως τας αδελφάς του νοσοκομείου, να του κάμουν ολίγας μετανοίας, διά να συμπληρωθή ο κα­νών του.
Εδώ πάλιν εις το Άγιον Όρος δεν άφηνε κάτι από τα καθήκοντά του, αλλά τα συνεπλήρωνε εις το κελλίον του μετά προσθήκης, διότι ανεγίνωσκε παρακλή­σεις δι’ όλον τον κόσμον, εξορκισμούς και ευχάς δι’ ό­λους τους μοναχούς της Σκήτεως και όλου του Άγιου Όρους. Όταν ήθελε να ταξιδεύση εις την Δάφνην και εμάνθανε ότι θα εταξίδευε και κάποιος γνωστός του από τους πατέρας της Σκήτεως, εφαίνετο λυπημένος, και όταν ηρωτάτο διατί αισθάνεται ούτως, απεκρίνετο : «Θα πάη και αυτός ο ευλογημένος μαζί μας εις την Δάφνην και δεν σιωπά καθόλου και δεν θα μας αφήση να πούμε καμμιά ευχή». Επόθει πάντοτε ο ευλογημένος αυτός γέρων την αποδέσμευσιν από τας έξωτερικάς υποχρεώσεις, δια να ζήση ησύχως ως αληθινός μοναχός, πράγμα το οποίον από παιδικής ηλικίας εξέλεξεν.
Εκείνο επίσης το οποίον τον απησχόλει ήτο η από Θεού πληροφορία εις ποίον τόπον να αποκατασταθή. Το Άγιον Όρος ήτο πάντοτε η εκλογή και η νο­σταλγία του, αλλά ήθελε να έχη και από μέρους της χάριτος πληροφορίαν και παρεκάλει πάντοτε την Δέ­σποινά μας Θεοτόκον, την οποίαν ιδιαιτέρως ηυλαβείτο, να τον όδηγήση. Ούτως, όταν κάποτε ησθένησε και εισήχθη εις το νοσοκομείον και ηγωνία διά την έκβασιν της υγείας του, είδε την Δέσποινάν μας εις τον ύπνον του και του είπε: «Μή φοβείσαι, θα γίνης καλά και θα έλθης στο περιβόλι μου». Ύστερον, όταν τον απησχόλει πάλιν πως θα πραγματοποιηθή το θέμα αυτό, όπως έλεγε εις τους πατέρας, του έδειξεν η χά­ρις από την κορυφήν του Άθωνος μίαν φωτεινήν α­κτίνα, όπως το ουράνιον τόξον, η οποία κατήρχετο ά­νωθεν της καλύβης του Ευαγγελισμού όπισθεν του Πύργου της Σκήτεώς μας, όπου και όντως αργότερον παρέμεινε.
Μας επληροφόρησαν επίσης πνευματικοί του α­δελφοί μετά τον θάνατον του ότι εγνώριζε μετά λεπτο­μέρειας το μαρτύριον του αδελφού του Φιλουμένου εις την Παλαιστίνην, ότι ήκουε τούς δαρμούς του και τον ίδιον να του φωνάζη, «αδελφέ μου, με σκοτώ­νουν!». Κάποτε πάλιν ευρισκόμενος εις μίαν πτωχήν οικογένειαν ευλόγησε την τράπεζαν της οποίας το φαγητόν ήτο πολύ ολίγον και δεν θα έφθανε· τους καθησύχασεν όμως, τους προέτρεψε να έχουν πίστιν και μετά την ευλογίαν έφαγον πλουσίως και επερίσσευσε και διά το δείπνον. Εις τον Έρυθρόν Σταυρόν, όπου ήτο εφημέριος, είς φίλος του ιατρός, επρόκειτο να κάμη έγχείρησιν εις τον οφθαλμόν του, ο οποίος έπασχε από γλαύκωμα και όταν ο πατήρ Ελπίδιος τού ηυχήθη εθεραπεύθη και δεν εχρειάσθη να γίνη εγχείρησις. Πολλοί μας είπον ότι τον είδον όταν ελειτούργει να ίσταται εις τον αέρα και άλλοτε να έχη εις την κεφα­λήν του φωτοστέφανον.
Άλλοτε πάλιν εις τας Αθήνας ενώ επήγαινε με αυτοκίνητον εις την Πλάκαν με μίαν ευλαβεστάτην κυρίαν, διά να προσκυνήσουν την κάραν του Αγίου Νεομάρτυρος Πολυδώρου του Κυπρίου, ο οδηγός εις μίαν στιγμήν εβλασφήμησε. Τότε ο γέρων, χωρίς να τον γνωρίζη προηγουμένως, του είπε: «Ε, Κώστα Κεφαλλονίτη, γιατί βρίζεις τα θεία;». Ο οδηγός εταράχθη όταν ήκουσε τον άγνωστον γέροντα να τον ελέγχη ονομαστικώς και εζήτησε συγγνώμην διά το λάθος του. Η κυρία όμως τον ηρώτησε: «Πως ξέρεις, γέροντα, το όνομά του;» και αυτός της είπε·«Ε, καϋμένη, είπα ένα όνομα έτσι στην τύχη και βγήκε αληθι­νό».
Πάντοτε ταπεινός ων είχε ως κύριον μέλημα του την άφάνειαν του εαυτού του και τίποτε δεν ήθελε να τον αποκαλύπτη, να τον κάμνη γνωστόν. Διά τον πλησίον του ήτο όλος αγάπη και συμπάθεια. Εδώ εις τήν Σκήτιν ποτέ κανείς εκ των Γερόντων δεν παρεπονέθη διά κάποιαν του παράλειψιν ή σκάνδαλον ή ταραχήν εις βάρος άλλου. Ως προς τον Θεόν, ήτο ευσε­βέστατος και ευλαβέστατος και ζηλωτής της άμωμου πίστεως και ιδίως εις την λεπτότητα της πατερικής πα­ραδόσεως.
Ημείς ολίγον τον εζήσαμεν εκ του εγγύς και ησθάνθημεν την θέρμην της πατρικής του στοργής και καλοσύνης. Προσεπαθήσαμεν, όσον το εξ ημών, να τον αναπαύσωμεν εις το γήρας του εκ του φόρτου των πολλών του ασθενειών, αι οποίαι έβάρυνον τον Σταυ­ρόν του, αλλά έγνώριζεν ό καρτερόψυχος γέρων το νόημα αυτών και μάλλον αυτός ανέπαυεν ημάς. Εκεί­νο όμως, το οποίον έμεινεν ως κενόν είναι ότι ολίγον τον εχάρημεν και διά πολύ ολίγον τον ανεπαύσαμεν.
Η Δέσποινα μας Κυρία Θεοτόκος, η κουροτρόφος του ιερού αυτού τόπου, τον έλαβε ενωρίτατα διά την πραγματικήν ανάπαυσιν εις τον κλήρον των δικαίων, εκεί όπου ο ομαίμων του αδελφός ως Όσιος και Ιε­ρεύς και Μάρτυς τον ανέμενε και τον εκάλει: «Δεύρο, αδελφέ μου, όπως ομού μονάσωμεν και την αντάμειψιν λάβωμεν αχώριστοι και ενωμένοι. Αμήν».

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

Νικόλαος - Μητροπολίτης Φθιώτιδος Ο Γέροντας Αμβρόσιος της Μονής Δαδίου 2 Δεκεμβρίου 2014

(1912-2006)
Ο ζήσας απαραποίητον την εκ των αγίων πατέρων ευσέβειαν
Σεβ. Μητροπολίτου Φθιώτιδος κ. Νικολάου
Μία από τις αγιασμένες μορφές της εποχής μας υπήρξε ο Αρχιμανδρίτης Αμβρόσιος Λάζαρης, πνευματικός της Ιεράς Μονής Παναγίας Γαυριώτισσας Δαδίου και χιλιάδων χριστιανών από λα τα μέρη της Ελλάδος, ο οποίος, πλήρης ημερών, διακονούμενος από την μικρή αδελφότητα της Μονής του, ανεπαύθη εν Κυρίω την 2αν Δεκεμβρίου του παρελθόντος έτους.
 
Το πλήθος πού συνέρρευσε στην Ιερά Μονή Δαδίου από όλα τα μέρη της χώρας μας, η παρουσία ανωτάτων κρατικών λειτουργών, η συμμετοχή δεκάδων Κληρικών και Μοναχών υπήρξε το αποκορύφωμα του σεβασμού και της αγάπης προς τον σεβαστό Γέροντα, που συνολικά εκφράστηκε και εκδηλώθηκε κατά την εξόδιο Ακολουθία. Όλοι συνείχοντο από την αίγλη που εξέπεμπε η προσωπικότητά του και από το συναίσθημα της χαρμολύπης που χαρακτηρίζει τους εν επιδώσει χριστιανούς αυτές τις ώρες της θλίψεως του θανάτου. Ο π. Αμβρόσιος ήταν πηγή Αγιορείτικης ευωδίας Χριστού στον κόσμο, που ανέβλυζε το «ζών ύδωρ» του Πνεύματος και εδρόσιζε τις ψυχές των πεινώντων και διψόντων τη δικαιοσύνην». Η ιστορική Μονή της Παναγίας Αμφίκλειας απέκτησε φήμη χάρις σ’ αυτόν και η Ιερά Μητρόπολη Φθιώτιδος όχι μόνο στην περιοχή της Λοκρίδος, αλλά σε ολόκληρο το εύρος της αρδεύτηκε από τα ζείδωρα νάματα της απλοϊκής και γνήσιας πνευματικότητάς του.
Ο μακαριστός π. Αμβρόσιος Λάζαρης γεννήθηκε στο χωριό Λαζαράτα της Λευκάδος την 21ην Δεκεμβρίου του έτους 1912 από γονείς ευσεβείς, τον διδάσκαλο Παναγιώτη Λάζαρη και την Λουΐζα. Ήταν το τέταρτο τέκνο της πολύτεκνης οικογένειας του. Από την νηπιακή του ηλικία ο μικρός Σπυρίδων χαρακτηριζόταν από την ηρεμία του χαρακτήρα του και την αγάπη του προς την Εκκλησία. Το ήθος του σμίλευσε η ευλαβής μητέρα του, η οποία λόγω της απουσίας του συζύγου της στους πολέμους, είχε αναλάβει όλο το βάρος της ανατροφής των τέκνων. Ο Σπυρίδων τελείωσε μόνο δύο τάξεις του Δημοτικού Σχολείου, διότι εν τω μεταξύ έπρεπε να βοηθεί την μητέρα του στις αγροτικές εργασίες. Όταν ήλθε ο καιρός κατετάγη στις τάξεις του Στράτου και υπηρέτησε τρία χρόνια στα ανάκτορα ως εύζωνας, καθότι ήταν υψηλός, ευθυτενής και όμορφος νέος.
Όταν απολύθηκε από το Στρατό έλαβε το κάλεσμα του Θεού δια τον Μοναχικό βίο. Με ένα συντοπίτη και φίλο του μετέβη στο Άγιον Όρος χάριν προσκυνήσεως των αγίων σεβασμάτων και δια να παρακάλεση την Παναγία να του δείξει δρόμο που έπρεπε να πορευθεί. Γοητεύθηκε και σαγηνεύθηκε από τον Αγιορείτικο Μοναχισμό και εισήλθε στην Ι. Μ. Κουτλουμουσίου, στην οποία ψυχή τε και σώματι επιδόθηκε εις την υπακοή, την άσκηση και την προσευχή.
Χαρακτηριστικά έλεγε ο Γέροντας• «Πήγα στο Άγιον Όρος για λίγες μέρες και έμεινα είκοσι χρόνια». Μετά τριετή δοκιμασία εκάρη από τον Ηγούμενο Δαμασκηνό Μοναχός και έλαβε το όνομα Χαρίτων. Οι επιδόσεις του νεαρού Μονάχου Χαρίτωνος στα Μοναχικά διακονήματα ήσαν άριστες. Έζησε με τέλεια υπακοή την σκληρή, αλλά παιδαγούσα και αγιάζουσα ζωή του Μοναστηρίου. Αυστηρός τηρητής των Μοναχικών όρκων καλλιέργησε την αδιάλειπτη προσευχή, την τέλεια υπακοή, την πατερική νηστεία, την παιδική απλότητα και ακακία, την καθημερινή ανελλιπή συμμετοχή στις αγρυπνίες και γενικά τη θεία λατρεία, την πρόθυμη εργατικότητα και πολύ ενωρίς έφθασε σε ύψη αρετής. Όπως φάνηκε από την συνέχεια της ζωής του η πρόνοια του Θεού τον προόριζε για μια εν τω κόσμω αποστολή προς σωτηρία ψυχών. Η σκληρή ζωή και οι τραχείς πνευματικοί άλωνες έκαμψαν την υγεία του οπότε αναγκάστηκε ύστερα από παραίνεση του διακριτικού Γέροντος Πορφυρίου να κατέλθει στην Αθήνα.
Εκεί με πρόταση του π. Πορφυρίου, εφημερίου τότε της Πολυκλινικής Αθηνών, συνεδέθη με την Ηγουμένη της Ι. Μ. Δαδίου Παρθενία και χειροτονήθηκε Διάκονος και Πρεσβύτερος από τον Μητροπολίτη Φθιώτιδος Αμβρόσιο, ο οποίος του έδωσε και το όνομα του. Αφού παρέμεινε σε ενορίες της Αττικής (Γλυκά Νερά και Τρεις Ιεράρχες Καισαριανής) έξι χρόνια για να στηρίξει οικονομικά την Ι. Μ. Δαδίου, η οποία είχε πολλές δυσχέρειες, ύστερα εγκαταστάθηκε στην Μονή του, που παρέμεινε μέχρι του θανάτου του.
Ο μακαριστός π. Αμβρόσιος τήρησε στη ζωή του «ακίβδηλον, γνησίαν και απαραποίητον την εκ των αγίων πατέρων ευσέβειαν». Δεν διέθετε επιστημονικούς τίτλους. Η σοφία του εδόθη «άνωθεν» ως καρπός του αγίου Πνεύματος. Η ευλάβεια του προς τον Θεό του εχάρισε την πνευματική μόρφωση κατά το Γραφικό λόγο: «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου και βουλή αγίων σύνεσις». Η παρουσία του ήταν πάντοτε και παντού εποικοδομητική. Με την πατρική του αγάπη και τις αγιοπνευματικές νουθεσίες του στήριξε ανθρώπους, οι οποιοι κατέφευγαν στο πετραχήλι του και ζητούσαν επιστήριξη στις καταιγίδες της ζωής τους. Η σύνεση και διορατικότητά του έφερε πολλούς πιο κοντά στην εν Χριστώ ζωή και προσέλκυσε σοφούς και επιστήμονες στην Εκκλησία.
Ζώντας μέσα στα θαύματα του Θεού, δεν παρέλειπε να συμβουλεύει τους απελπισμένους να προσδοκούν την θεία επέμβαση στο πρόβλημά τους. Το ύφος του λόγου του, ο τρόπος της διδαχής του, η παιδικότητα της αφηγήσεως των θείων αποκαλύψεων, η βεβαιότητα της πίστεως του, η ιλαρότητα του προσώπου του και το γαλήνιο της παρουσίας του περιέγραφαν ένα Αββά της ερήμου, που δεν παράλλαξε και αλλοίωσε ο κόσμος, αλλά μέσα στην αντίθεση του περισσότερο ανεδείκνυε ως μία ουράνια παρουσία. Το μετόχι της Μονής στο Παγκράτι των Αθηνών και το Μοναστήρι στην Αμφίκλεια δέχονταν καθημερινά πολύ κόσμο, ιδίως νέους ανθρώπους, που ήθελαν να τον χωρίσουν και να λάβουν την ευχή του. Όποιος συνομιλούσε μαζί του διαπίστωνε, ότι εκείνος μιλούσε «από καρδίας», όχι από διανοίας, και ήταν συνδεδεμένος με ένα άλλο κόσμο, από τον οποίο ελάμβανε και μετέδιδε μηνύματα σωτηρίας και ελπίδας. Πολλά λέγονται για το προορατικό του χάρισμα, για τα παράδοξα σημεία και τις θείες αποκαλύψεις. Εκείνος, όσα ο λαός έλεγε παράδοξα, τα θεωρούσε φυσιολογικά επισημαίνοντας, ότι ο χώρος της Εκκλησίας είναι τόπος θαυμάτων πολλών, τα οποία οι πιστοί βιώνουμε καθημερινά. Αποποιόταν τις τιμές και στους επαίνους σιωπούσε. Πάντοτε έδιδε το παράδειγμα του ταπεινού βίου και της κεκρυμμένης πνευματικότητος.
Ο π. Αμβρόσιος ήταν μια ζωντανή παρουσία του Θεού μέσα στον κόσμο. Αφήκε μνήμη αγίου Ιερομόναχου και απήλθε τιμώμενος υπό πάντων. Δοξάσθηκε από τον Θεό με τις δωρεές του Παναγίου Πνεύματος και δόξασε την Εκκλησία με την αφοσιωμένη ιερατική και μοναχική διακονία του. Δικαίως ο ευσεβής λαός τον συγκαταλέγει στην χορεία των εκλεκτών και τον θεωρεί ως ένα των μεγάλων αγιασμένων ιερατικών μορφών του αιώνος μας. Στο θρόνο του ουρανίου Αρχιερέως παριστάμενος ας πρεσβεύει υπέρ της παλαιφάτου Μονής της Θεομήτορος, των πνευματικών του τέκνων και ημών.
ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ 2/2007
 Πηγή: http://www.egolpion.com/3526CC83.el.aspx

Γεώργιος Αρβανίτης - τ. Πρόεδρος Εφετών Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης



Ο άγιος της πλατείας Ομονοίας (1906 – 02/12/1991)
Ο Γέροντας Πορφύριος γεννήθηκε το 1906 στον Άγιο Ιωάννη Καρυστίας Ευβοίας και βαπτίσθηκε Ευάγγελος. Στο σχολείο φοίτησε μόνον δύο χρόνια. Η ασθένεια του δασκάλου και η φτώχεια της οικογένειάς του τον έσπρωξαν να εργασθεί βόσκοντας τα λίγα ζώα της. Λίγο αργότερα, περίπου εννέα χρονών παιδάκι, εργάστηκε στο ανθρακωρυχείο της περιοχής και μετά σ΄ ένα παντοπωλείο γνωστού της οικογένειας, στον Πειραιά. Ο πατέρας του είχε πάει να δουλέψει στη διόρυγα του Παναμά, για να συντηρήσει την οικογένειά του.
Στα χέρια του οκτάχρονου τσοπανόπουλου είχε φτάσει ένα φυλλαιάκι με τον βίο του Αγίου Ιωάννη του Καλυβίτη, το οποίο διάβαζε συλλαβιστά. Αυτός ο Άγιος είχε συγκινήσει τον μικρό Ευάγγελο και του είχε δημιουργήσει τον πόθο να τον μιμηθεί. Έτσι, γύρω στα δώδεκα χρόνια του, ξεκίνησε μόνος του κρυφά για το Άγιον Όρος και στο πλοίο συνάντησε τον μετέπειτα Γέροντά του, ιερομόναχο Παντελεήμονα, τον πνευματικό, που ασκήτευε στην καλύβη του Αγίου Γεωργίου στη Σκήτη Καυσοκαλυβίων του Αγίου Όρους.
Σ΄ αυτόν τον Γέροντα και τον αυτάδελφό του μοναχό Ιωαννίκιο, ο νεαρός δόκιμος έκανε χαρούμενη και άκρα υπακοή και έτσι σε λίγα χρόνια αξιώθηκε να καρεί μοναχός και να μάθει έμπρακτα τα μυστικά της πνευματικής ζωής.
Αποτέλεσμα της μεγάλης αγάπης του στον Χριστό και στους γέροντές του, της υπακοής και της ασκήσεως του, ήταν να τον επισκεφθεί η Χάρη του Θεού και να του δοθεί σε νεαρή ηλικία το χάρισμα της διοράσεως, δηλαδή της δυνατότητας να βλέπει, όταν η Χάρη του Θεού ενεργούσε, τα αόρατα πράγματα ή πνεύματα ή γεγονότα του παρελθόντος και του παρόντος και μερικές φορές και τα μέλλοντα.
«Και πάντα εύχομαι τα πνευματικά μου παιδιά ν΄ αγαπήσουν τον Θεό, που είναι το παν, για να μας αξιώσει να μπούμε στην επίγειο άκτιστη Εκκλησία Του. Γιατί από εδώ πρέπει ν΄ αρχίσουμε και να διαβάζω τους ύμνους της Εκκλησίας, την Αγία Γραφή και τους βίους των Αγίων μας και εύχομαι και σεις να κάνετε το ίδιο. Εγώ προσπάθησα με τη Χάρη του Θεού να πλησιάσω τον Θεό και εύχομαι και εσείς να κάνετε το ίδιο».
Στο Άγιον Όρος ασθένησε από πλευρίτιδα γύρω στα 18 του χρόνια και οι γέροντές του τον έστειλαν σε μοναστήρι στον κόσμο για θεραπεία. Σ΄ αυτό το μοναστήρι στην Εύβοια τον γνώρισε ο Αρχιεπίσκοπος Σινά Πορφύριος και αφού διεπίστωσε ότι ο Θεός τον είχε επισκιάσει με τη Χάρη Του, τον χειροτόνησε ιερέα σε ηλικία 20 ετών. Μετά από ένα μικρό διάστημα ο Μητροπολίτης της περιοχής τον κατέστησε πνευματικό και έτσι έθεσε στην υπηρεσία των πιστών το χάρισμα της διοράσεως, με το οποίο ο Θεός είχε χαριτώσει τον δοΰλο του Πορφύριο. Με το χάρισμα αυτό, ο νεαρός ιερομόναχος και πνευματικός Πορφύριος βοηθούσε τους ανθρώπους να γλιτώσουν από διάφορες πλεκτάνες του πονηρού, να καταλάβουν τί γίνεται στην ψυχή τους, να μην πιστεύουν στις άπατες των μαγισσών που με το πρόσχημα οτι θα τους λύσουν τα μάγια τους απομυζούσαν τις οικονομίες τους, να διαπιστώνουν και να θεραπεύουν τις σωματικές τους ασθένειες και τα αίτια τους και γενικά να δούν και να καταλάβουν πράγματα που θα τους βοηθούσαν στη ζωή τους.
Το 1940 διορίστηκε εφημέριος στην Πολυκλινική Αθηνών, στην οδό Σωκράτους, κοντά στην πλατεία Ομονοίας. Σ΄ αυτή τη θέση παρέμεινε 33 χρόνια, εξομολογώντας τους ασθενείς και άλλους, προσευχόμενος, συμβουλεύοντας και όχι λίγες φορές θεραπεύοντας με την προσευχή και τη Χάρη του Θεού ασθενείς που ζητούσαν τη βοήθεια του. Παρ΄ όλον δε ότι έκρυβε επιμελώς τα χαρίσματα του, είχε γίνει γνωστός σε κάποιον σχετικώς περιορισμένο αριθμό πιστών που σιγά-σιγά μεγάλωνε.
Το 1950 νοίκιασε το εγκαταλελειμμένο μοναστηράκι του Αγίου Νικολάου Καλλισίων στην Πεντέλη και μέχρι το 1978 καλλιεργούσε την περιοχή του. Το 1979 εγκατεστάθηκε στο Μήλεσι Αττικής, κοντά στον Ωρωπό, όπου άρχισε, αφού έλαβε τις νόμιμες άδειες, να κτίζει το Ησυχαστήριο της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Σ΄ αυτό δεχόταν επισκέπτες κάθε κατηγορίας και τηλεφωνήματα από όλα τα μέρη του κόσμου, για διάφορα προβλήματα και συμβούλευε, ευχόταν, εξομολογούσε και θεράπευε τις ψυχές και πολλές φορές και τα σώματα των ανθρώπων.
Τον Ιούνιο του 1991, προαισθανόμενος το τέλος του, και μή θέλοντας να κηδευθεί με τιμές, αναχώρησε για το καλύβι του Αγίου Γεωργίου στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, όπου είχε καρεί μοναχός πριν από περίπου 70 χρόνια και στις 4:31΄ το πρωΐ της 2-12-1991 παρέδωσε το πνεύμα στον Κύριο, που τόσο αγάπησε στη ζωή του. Εκεί ετάφη σε έναν απλό καλογερικό τάφο με την παρουσία μόνο των συμμοναστών του, διότι είχε παραγγείλει από μεγάλη ταπείνωση να αναγγελθεί η κοίμησή του μόνον μετά την ταφή του. Τώρα σ΄ αυτόν τον τάφο αναπαύεται άλλος μοναχός, τα δε λείψανα του Γέροντος Πορφυρίου κατ΄ εντολήν του προς τους υποτακτικούς του, έχουν αποκρύβει σε απρόσιτο μέρος.
Τα κύρια χαρακτηριστικά του
Τα κύρια χαρακτηριστικά του Γέροντος Πορφυρίου σε όλη τη ζωή του ήταν η άκρα ταπείνωσή του, η τέλεια αγάπη του στον Χριστό και τον συνάνθρωπο, η αίσθηση του ότι ανήκει στην Εκκλησία, με μία απόλυτη υπακοή σ΄ αυτήν εν Χριστώ και με μία απόλυτη ενότητα με όλους και η βίωση της αθανασίας και της ελευθερίας από τον φόβο και την κόλαση από αυτή εδώ τη ζωή. Σ΄ αυτά πρέπει να προστεθούν η αγόγγυστη υπομονή του στους αφόρητους πόνους, η σοφή διάκρισή του, η ασύλληπτη διόρασή του, η απέραντη φιλομάθειά του, η εκπληκτική ευρύτητα των γνώσεών του που ήταν καρπός της Χάρης και δώρο Θεού και όχι αποτέλεσμα σπουδής, η ανεξάντλητη φιλοπονία και εργατικότητα του, η αδιάλειπτη ταπεινή και για τον λόγο αυτόν αποτελεσματική προσευχή του, το ακραιφνώς ορθόδοξο, αλλά όχι φανατικό φρόνημά του, οι επιτυχείς συμβουλές του, η πολυμέρεια των διδαχών του, η βαθύτατη ευλάβειά του, το ιεροπρεπέστατο των ακολουθιών που τελούσε, και η μεγάλη φροντίδα του να κρατηθεί μυστική η εκτεταμένη προσφορά του.
Τα ουσιώδη
Προσπαθώντας να εμβαθύνουμε στα ουσιώδη στοιχεία που συγκροτούσαν την προσωπικότητα του Γέροντος Πορφυρίου καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι αυτά ήταν: πρώτον, η ενταξή του στην Εκκλησία κατά έναν ουσιαστικό και όχι τυπικό τρόπο, δεύτερον, η απέραντη αγάπη του στον Χριστό και δι΄ Αυτού στον συνάνθρωπο, που συνοδευόταν από αγία ταπείνωση, τρίτον, η βίωση της εν Χριστώ μυστικής χαράς και τέταρτον η βίωση της εν Χριστώ αθανασίας.
α) Η ένταξη στην Εκκλησία
Ο Γέρων Πορφύριος έλεγε μαζί με όλους τους Αγίους ότι ο Χριστός πρέπει να είναι μέσα στην Εκκλησία. Αυτό σημαίνει ενωμένος με τον Χριστό και με όλους τους ανθρώπους του Χριστού και προπαντός με τον αρχιερέα Του, που επέχει τόπο και τύπο Χριστού. Αλλά αυτό, το να είναι κανείς μέσα στην Εκκλησία δεν είναι κάτι τυπικό. Αυτό άλλωστε πρέπει να σημαίνει η διαθήκη του, στην όποια μας εύχεται να μπούμε στην επίγεια άκτιστη Εκκλησία του Θεού, παρ΄ όλον που επιφανειακά σκεπτόμενοι θα του απαντούσαμε ότι είμαστε ήδη στην Εκκλησία, αφού είμαστε βαπτισμένοι.
Πράγματι είμεθα μέσα στην Εκκλησία, αλλά τόσο μόνο όσο είναι μέσα στην Ελλάδα ο ξένος ταξιδιώτης που πέρασε τα σύνορα της κατά ένα-δύο βήματα. Αυτός, αν και είναι στην Ελλάδα τυπικά και ουσιαστικά και μπορεί να ταξιδέψει παντού σ΄ αυτήν και να τη γνωρίσει όλη, όμως είναι σαν να μην είναι, αφού μόνο δυο βήματα πέρασε στο εδαφός της και τίποτε δεν ξέρει ακόμη από Ελλάδα. Έτσι και ο Χριστιανός που μια φορά πέρασε την πόρτα της Εκκλησίας και μπήκε μέσα σ΄ αυτήν, είναι ουσιαστικά σαν να μην μπήκε, άμα δεν προχωράει διαρκώς βαθύτατα σ΄ αυτήν μέχρι να φθάσει στον θρόνο του Θεού.
Ο Γέροντας είχε δει στην πράξη ότι η Χάρη του Θεού ενεργεί μέσα στην Εκκλησία, ότι οι πιστοί πρέπει να είναι μεταξύ τους ενωμένοι σαν ένα σώμα, το σώμα του Χριστού, ότι κανείς δεν μπορεί να σωθεί όταν ζητά μόνο την ατομική του σωτηρία, ότι η ενότητα ως αίτημα, πόθος και βίωμα του πιστού είναι βασικό στοιχείο της Εκκλησίας και προϋπόθεση της σωτηρίας και ότι η αγάπη, που ωθεί την ψυχή στην ενότητα, είναι απαραίτητη, για να μπει κανείς στην κοινότητα που συνιστά την επίγεια άκτιστη Εκκλησία και να σωθεί εκεί.
β) Η αγάπη
Η κινητήρια δύναμη για τη δημιουργία συμμέτοχων στην ύπαρξη και στη χαρά, για τη μετάδοση της ζωής, είναι η αγάπη. Αυτός που σκέπτεται ότι ο νέος άνθρωπος θα του στερήσει κάτι από την άνεσή του και τη χαρά του δεν σκέπτεται όπως ο Θεός, ο οποίος δημιούργησε το ανθρώπινο Γένος, παρ΄ όλον ότι αυτό Τον παρεπίκρανε (ανθρωποπαθώς μιλώντας). Η μόνη διάθεση, λοιπόν, που αρμόζει σε ανθρώπους πλασμένους εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν Θεού, είναι η αγάπη, δηλαδή το άνοιγμα της καρδιάς στο άλλο πρόσωπο, στο Σύ του Θεού και στο σύ του συνανθρώπου.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους όποιους προσπαθεί η Εκκλησία να πείσει τους ανθρώπους να βαδίσουν στον σωστό δρόμο. Όμως ο βασιλικός δρόμος της ευαίσθητης, ποιητικής και ευγενικής ψυχής που σου υπεδείκνυε ο Γέρων Πορφύριος είναι ο δρόμος της αγάπης, του θείου έρωτα προς τον Ιησού Χριστό και η ανιδιοτέλεια, δηλαδή η αδιαφορία για το αν η αγάπη σου στον Χριστό συνεπάγεται χαρές ή οδύνες. Είναι δρόμος γεμάτος αρχοντιά και ανωτερότητα, χωρίς μιζέριες, υπολογισμούς και φόβους, λεβέντικος και άξιος του θείου μεγαλείου και της απόλυτης εμπιστοσύνης στη φιλική διάθεση του Χρίστου που μας αγαπά.
Αυτό συνεπάγεται και μία ωραία μεθόδευση του πνευματικού αγώνα του χριστιανού, την οποία συχνά-πυκνά και με πολλά παραδείγματα ανέπτυσσε. Ας θυμηθοΰμε μερικά:
- Όταν είσαι σ΄ ένα κατασκότεινο δωμάτιο, μή χτυπάς το σκοτάδι για να το διώξεις. Δεν φεύγει έτσι. Άνοιξε το παράθυρο στο φως, δηλαδή δώσου στην αγάπη του Χριστού και τότε χωρίς κόπο φεύγει το σκοτάδι.
- Όταν έρχεται ο κακός λογισμός, η μελαγχολική σκέψη, ο φόβος, ο πειρασμός να σε καταλάβει, μην πολεμάς μαζί τους να τα διώξεις. Άνοιξε τα χέριά σου στην αγάπη του Χριστού και σε παίρνει στην αγκαλιά του και χάνονται αυτά μόνα τους.
- Όταν ο κήπος της ψυχής σου είναι γεμάτος αγκάθια (πάθη), μην προσπαθείς να τα ξεριζώσεις και βρίσκεσαι διαρκώς τραυματισμένος και μολυσμένος από την ασχολία σου μαζί τους. Δώσε όλη τη δύναμη σου στα λουλούδια της ψυχής σου, πότισέ τα, και τότε τ΄ αγκάθια θα ξεραθούν μόνα τους. Και το καλύτερο λουλούδι είναι η αγάπη σου στον Χριστό. Αν ποτίσεις αυτήν και αναπτυχθεί, όλα τα αγκάθια μαραίνονται.
Η Καλύβη του Αγίου Γεωργίου Καυσοκαλυβίων στην οποία έζησε τα πρώτα χρόνια της μοαναχικής του αφιερώσεως ο Γέροντας Πορφύριος και στην οποία και εκοιμήθη στις 2 Δεκεμβρίου 1991.
γ) Η χαρά
Ο Γέρων Πορφύριος αγαπούσε όλους με την αγάπη του Χριστού που είναι μοναδική για τον καθένα. Αλλά η πλούσια καρδιά του Χριστού και όσων ομοιώθηκαν μ΄ Αυτόν, μπορεί ν΄ αγαπά με μοναδικό τρόπο τον κάθε άνθρωπο, που είναι εικόνα του αγαπημένου Χριστού. Και η αγάπη αυτή ελκύει τη Θεία Χάρη, που επιπίπτει στον άγαπώντα σαν χαρά μεγάλη και ανεξάντλητη. Αυτός που αγαπά είναι χαρούμενος, γιατί η αγάπη είναι δόσιμο και το δόσιμο συνεπάγεται τη μακαριότητα, όπως είπε ο Κύριος (μακάριόν έστι μάλλον διδόναι ή λαμβάνειν, Πράξ. 20,35). Έτσι ζούσε ο Γέροντας στη χαρά που κανείς, ούτε οι πόνοι ούτε οι θλίψεις, δεν αφαιρεί από εκείνον που είναι δοσμένος στην αγάπη του Χριστού. Ο Γέροντας Πορφύριος, ζώντας μέσα στην αγάπη του Χριστού είχε διαπιστώσει εμπειρικά αυτό που γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής: «η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α’ Ίω. 4,18) και γι΄ αυτό λέει σε μια ηχογραφημένη συνομιλία του με έμφαση και με γεμάτη πραότητα βεβαιότητα «Ο φίλος, ο αδελφός (ο Χριστός)…! Πώς το φωνάζει αυτό όμως…! και πόσο…! Τί βάθος κρύβεται μέσα σ’ αυτό…! Πολύ βάθος! Δηλαδή είναι το θάρρος. Δεν θέλει τον φόβο ο Χριστός, δεν τόνε θέλει τον φόβο!»
δ) Η αθανασία
Η νίκη πάνω στον θάνατο, η αίσθηση και η βεβαιότητα της αθανασίας είναι ένα βίωμα κοινό σε όλους τους Αγίους και στον Γέροντα Πορφύριο. Λέγει στην προαναφερθείσα ηχογραφημένη συνομιλία του: «Ο άνθρωπος του Χριστού πρέπει ν΄ αγαπήσει τον Χριστό, κι όταν αγαπήσει τον Χριστό απαλλάττεται από τον διάβολο, από την κόλαση και από τον θάνατο». Δεν είναι αυτά λόγια ειπωμένα από κάποιον που συνέλαβε αυτή την αλήθεια με τη σκέψη του. Είναι λόγια βγαλμένα από ένα αληθινό προσωπικό βίωμα και γι΄ αυτό έχουν την αξία μαρτυρίας αυτόπτη μάρτυρα. Δεν αλλάζει το πράγμα από το γεγονός ότι ο Γέροντας Πορφύριος από ταπείνωση και βαθιά αίσθηση της ανθρώπινης ασθένειάς μας λέγει ότι δεν έχει φθάσει σε αυτή την κατάσταση. Μάλλον ενισχύεται η αξιοπιστία του, διότι δεν είναι πλέον ένας που νομίζει ότι έφθασε κάπου. «Δεν έχω φθάσει, αυτό ζητάω, αυτό θέλω. Και στη σιωπή μου και παντού προσπαθώ να ζήσω σ΄ αυτά. Δεν τα ζω όμως, …προσπαθώ. Δηλαδή, πως να σου πω, πως να σας πώ; Δεν έχω πάει σ΄ ένα μέρος, έτσι… ή πήγα μια φορά, το είδα, τώρα δεν είμαι εκεί, αλλά το θυμάμαι, το λαχταράω, το θέλω. Να τώρα, αυτή τη στιγμή, αύριο, μεθαύριο, κάθε στιγμή μούρχεται και το θέλω. Θέλω να πάω εκεί, το ζητάω. Δεν είμαι όμως εκεί… Ναι, αλλά ζω μέσα σ΄ αυτή την προσπάθεια…»
Βεβαιοί ο Άγιος Γρηγόριος ότι το ευρείν τον Θεόν έγκειται εις το αεί Αυτόν ζητείν. Δεν υπάρχει καλύτερη και εγκυρότερη επιβεβαίωση ότι ο Γέρων Πορφύριος βρήκε τον Θεό, και ότι ο δρόμος της αγάπης που μας υποδεικνύει είναι ο συντομότερος, ο ασφαλέστερος και ο καλύτερος για να μας βρει και μας ο Θεός και να περιμαζέψει τον καθένα μας, σαν το ένα απολωλός πρόβατο, με χαρά και με αγάπη και να μας οδηγήσει από αυτήν εδώ τη ζωή στην επίγεια άκτιστη Εκκλησία Του, που είναι χώρα αγάπης, χαράς, ειρήνης και αθανασίας.
Γένοιτο, Κύριε, δι΄ ευχών του δούλου Σου Πορφυρίου. Αμήν.
Καυσοκαλύβια 1993. Ο τάφος τού Γέροντα. «Κι υστέρα; Τίποτ΄ άλλο. Κι όταν θα΄ σβηνε έτσι η ζωή μου, από χαρά γεμάτη, λίγα κλαδιά τους πάλι να μου δίνανε να γίνουν το στερνό μου το κρεββάτι».
Πηγή: Γεωργίου Αρβανίτη, τ. Προέδρου Εφετών, Ο Γέρων Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης, σελ. 134-139, Τεύχος 2ο, Περιοδικό Πεμπτουσία, Απρίλιος – Ιούλιος 2000
 
Οι φωτογραφίες προέρχονται από το αρχείο του συγγραφέα.

Κώστας Νούσης - Θεολόγος-Φιλόλογος Γέρων Γαβριήλ ο Καυσοκαλυβίτης (1916-2010)


1 Δεκεμβρίου 2014
Η ζωή της πλειοψηφίας των αγιορειτών πατέρων, όπως και όλων των Αγίων, συνιστά εξάπαντος ένα αφανές, τεράστιο, ακατάληπτο και άρρητο μυστήριο, ένα μυστικό γεγονός. Ο Θεός επιτρέπει ενίοτε να αποκαλύπτονται τα ύψη, οι αρετές και τα θαυμαστά της αγιότητος των μεγάλων αυτών αγωνιστών του Πνεύματος, που πέταξαν τα πάντα από πάνω τους «ίνα Χριστόν κερδήσωσι» (Φιλ. 3:8). Και τούτο, προς δόξαν των τέκνων Του (Α’ Βασ. 2:30) και για πνευματική ωφέλεια και ενίσχυση των υπολοίπων αδελφών Του εν Εκκλησία. Οι εραστές αυτοί του Ιησού, οι ήρωες του Παρακλήτου, στην αόρατη μάχη τους κατά του αρχεκάκου όφεως, φτάνουν στα ακρότατα όρια της υψοποιού ταπεινώσεως και αποφεύγουν την πρόσκαιρη και μάταιη δόξα των εγκοσμίων, επιθυμούν δε και την μετά θάνατον αφάνεια και αδοξία, πλήρεις όντες της άκτιστης δόξης και «εκστατικής» ευτυχίας, που βιώνουν στους κόλπους της Τριαδικής Θεότητος.
Οι μέρες μας, εντούτοις, μεστές αμαρτίας και ψηλαφητού πνευματικού σκότους, πεινούν και διψούν για το αυθεντικό, το γνήσιο, το θεϊκό. Όχι για λόγια και ξύλινα κηρύγματα, μα για παράδειγμα και έργα. Όταν αναλογιστούμε το υπογραμμισμένο με έμφαση από τον όσιο Πορφύριο (+1991) γεγονός της παρουσίας κατά τα εφηβικά του χρόνια στα Καυσοκαλύβια περί των διακοσίων ηγιασμένων μορφών,  κεκοσμημένων με αγιοπνευματικά χαρίσματα, αρχίζουμε κάπως να διαισθανόμαστε την τραγική γεωμετρική πρόοδο της απιστίας, του κακού και του ραγδαίου αποχριστιανισμού των καιρών μας.
O παπα Χριστοδουλος με το γερο Γαβριηλ
O παπα Χριστοδουλος με το γερο Γαβριηλ
Ο έτερος μεγάλος των ημερών μας, ο γέρων Παΐσιος ο αγιορείτης (+1994), έδωσε μια χαρακτηριστική συμβουλή σε μοναχό ζώντα σήμερα, να καταγράψει δηλαδή όσα θαυμαστά είδε και άκουσε παρά τοις συγχρόνοις Οσίοις. Όχι εξάπαντος για τη δική τους αυτοπροβολή, όσο για τη δική μας τροφή και αρωγή και παρηγοριά, ημών των πτωχών και πενήτων, των λιμωττόντων και διψώντων για την αλήθεια του Πνεύματος, για τη Χάρη του Χριστού, για την κοινωνία με τον Πατέρα.
Με αυτά στον νου ερχόμαστε, μάλλον μένουμε μέσα στο ίδιο πνευματικό Περιβόλι της Παναγίας και πιο συγκεκριμένα στον ίδιο κεχαριτωμένο κήπο των Καυσοκαλυβίων, στον οποίο άνθησε ένα ακόμη σπάνιο και ευωδιάζον φυτό του Παρακλήτου, ο γέροντας Γαβριήλ Ανδρικόπουλος. Γεννήθηκε το 1916 σε ένα χωριό έξω από τα Καλάβρυτα. Μέχρι τη στρατιωτική του θητεία δεν έχουμε κάποια ιδιαίτερη μαρτυρία για την πνευματική ζωή του – σύμφωνα πάντοτε με τη βασική μας πηγή, τον μαρτυρικό ιερομόναχο Χριστόδουλο από τη Λέρο, που σηκώνει τον σταυρό της παραπληγίας στο καροτσάκι της αναπηρίας του, δοξολογώντας αδιαλείπτως το όνομα του Κυρίου σύμφωνα με το χρυσοστομικό: «δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν. Ου γαρ παύσομαι αεί τούτο επιλέγειν επί πάσι μοι τοις συμβαίνουσι»…
Επιστρέφουμε στον μακαριστό γέροντα Γαβριήλ τον Καυσοκαλυβίτη, τον πνευματικό οδηγό του π. Χριστοδούλου. Τότε ακριβώς, στο στρατόπεδο της Κορίνθου ήταν που δέχτηκε την κλήση του Θεού μέσα από ένα υπερφυές γεγονός. Στη γενική αναμπουμπούλα που προκλήθηκε μετά από ένα βιαστικό νυχτερινό προσκλητήριο, ο μετέπειτα Καυσοκαλύβης ασκητής έπεσε και χτύπησε σοβαρά. Ο φοβισμένος και συνεσταλμένος νεοσύλλεκτος υπέμεινε καρτερικά τον πόνο του όλο το βράδυ, σέρνοντας το σώμα του μέχρι το κρεβάτι και χωρίς κανείς να έχει καταλάβει το σοβαρό του κάταγμα στο ισχίο και την αγωνία του εκείνης της νύχτας, παρά τις αρχικές εκκλήσεις του για βοήθεια μέσα στο σκοτάδι.
Το άγχος του και το γενικότερο ψυχικό άλγος αυξήθηκαν κατά τη μεταφορά του στο νοσοκομείο την επόμενη μέρα που αντιλήφθηκε την όλη κατάσταση ο υπεύθυνος αξιωματικός. Τα δυσάρεστα συναισθήματα, που βάρυναν τον ευαίσθητο ψυχισμό του αγνού αυτού νέου μέσα στην εσωτερική του μοναξιά και μετά την ανακοίνωση του επικείμενου χειρουργείου, κορυφώθηκαν μέσα στη νύχτα προ της επεμβάσεως. Τότε ήταν που άνοιξε ξαφνικά η πόρτα, περασμένα μεσάνυχτα, και μπήκε μέσα στον θάλαμο ένας καβαλάρης με το άλογό του. Τον πλησίασε, άγγιξε το πόδι του και βγήκε χωρίς να πει τίποτε. Με το ξημέρωμα η συνηθισμένη επίσκεψη άφησε άναυδο το ιατρικό προσωπικό που είχε ετοιμαστεί για την επέμβαση. Όπως διαπιστώθηκε και παρεδόθη αργότερα από τον ίδιο τον γέροντα, εκείνο το βράδυ κανείς άλλος στον θάλαμο δεν αντιλήφθηκε τη θαυμαστή επίσκεψη του μεγαλομάρτυρος Γεωργίου.
Μετά την επιστροφή στη Μονάδα και την ολοκλήρωση της θητείας του, ο νεαρός Ανδρικόπουλος έφυγε για το αγιώνυμο Όρος. Τηρώντας την ασκητική παράδοση των αρχαίων και παλαιότερων αγιορειτών, δεν εξήλθε ποτέ του Άθω μέχρι την ημέρα τής εις Κύριον εκδημίας του το 2010. Αφανής, ταπεινός, άσημος, απλός μοναχός, σχεδόν έναν ολόκληρο αιώνα, στην Καλύβη του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, γειτονική εκείνης του αγίου Γεωργίου, στην οποία ασκήτεψε ο έτερος Καυσοκαλυβίτης, ο νεοφανής και μέγας Πορφύριος.
Ο π. Χριστόδουλος κατέθεσε ελάχιστες ενδεικτικές μαρτυρίες περί του κεκρυμμένου πνευματικού πλούτου του γέροντός του, καθώς οι αμύθητοι θησαυροί τέτοιων αγιασμένων μορφών διαφυλάσσονται μυστικοί, ατίμητοι και αθέατοι μέσα στη μνήμη του Θεού, που καταγράφει τα πάντα και αντιδοξάζει τους δοξάζοντάς Τον, μέσα στο Φως της αιώνιας Βασιλείας Του. Ο γέρων Γαβριήλ πήρε κάποια μέρα ξαφνικά και απροειδοποίητα τηλέφωνο τον παπα Χριστόδουλο και του είπε: «πες στους πατέρες στη Λέρο να κάνουν πολλή προσευχή. Έρχεται μεγάλος πειρασμός». Πράγματι, μετά από πολύ λίγο ξέσπασε το σκάνδαλο με τον τοπικό Επίσκοπο, τον μακαριστό Νεκτάριο Λέρου, Πάτμου και Αστυπάλαιας (+2009), το οποίο οδήγησε και στην απομάκρυνσή του, όπως τον είχε προειδοποιήσει με θαυμαστή προορατικότητα προ πολλών ετών ο πνευματικός του πατέρας γέροντας Αμφιλόχιος της Πάτμου (+1970).
Μια άλλη φορά ο π. Χριστόδουλος πήρε τηλέφωνο τον γέροντα, για να τον παρακαλέσει να προσευχηθεί για τον π. Σ. που αντιμετώπιζε σοβαρότατο πνευματικό πρόβλημα. Μετά από κάποιο διάστημα και χωρίς να τον ενημερώσει προηγουμένως ο Λεριός ιερομόναχος, μίλησαν και πάλι τηλεφωνικά. Ο αγιορείτης του είπε μόνος του αυτή τη φορά: «τώρα πια Θεόδωρος». Ο γέροντας είχε ήδη «δει» τον ιερέα που πέταξε τα ράσα και επανήλθε στην τάξη των λαϊκών.
«Γέροντα, μπορώ να σε φωνάζω όποτε σε χρειάζομαι;», ρώτησε κάποια στιγμή τον π. Γαβριήλ ο παπα Χριστόδουλος, όταν ακόμη μπορούσε να αυτοεξυπηρετείται και να τον επισκέπτεται στα Καυσοκαλύβια. Και εκείνος συγκατένευσε. Όπως συμβαίνει με όσους έχουν αποκτήσει μεγάλη παρρησία προς τον Κύριο ήδη από αυτήν τη ζωή και ως το βλέπουμε σε αρχαίους και νεότερους Αγίους – βλ. ενδεικτικά στον π. Αμφιλόχιο Μακρή και τον όσιο Πορφύριο, τον γείτονά του. Και καθώς υπογράμμισε ο ίδιος ο άγιος Πορφύριος: «όταν θα φύγω, θα είμαι πιο κοντά σας. Μετά θάνατον καταργούνται οι αποστάσεις».
Τούτο  ισχύει πλέον και για τον Γερο – Γαβριήλ. Προπορεύθηκε στη θεία αιωνιότητα, εισήλθε στους Πατρικούς κόλπους, διάβηκε στην άκτιστη διάσταση. Προσετέθη πανηγυρικώς στη χορεία των υιών του Πατρώου Φωτός, στους ηγαπημένους του Λόγου, στους εκλεκτούς του Πνεύματος. Μπορούμε, επομένως, από δω και πέρα και εμείς να τον επικαλούμαστε στις προσευχές μας, όπως το έπραττε και συνεχίζει να το κάνει, ειδικότερα τώρα, εν τη παρακλήσει της μνήμης εκείνου στις δύσκολες ώρες της ανίατης ασθενείας του, το πνευματικό του παιδί, ο θαυμαστός ως προς τη δοξολογική άρση του σταυρού του παπα Χριστόδουλος από τη Λέρο, το νησί στο οποίο κοιμήθηκε η άλλη μεγάλη των ημερών μας, η γερόντισσα Γαβριηλία Παπαγιάννη (+1992). Για τον ιερομόναχο και όλα τα προαναφερόμενα προσμαρτυρεί ο γράφων, αυτόπτης και αυτήκοος τούτων γενόμενος.
Κλείνοντας το σύντομο τούτο συναξάρι και βλέποντας τη φωτογραφία με τον υγιή ακόμη Λεριό κληρικό δίπλα στον πνευματικό του πατέρα, ανακαλούμε στη μνήμη μας το χιλιοειπωμένο, αλλ’ όμως τόσο περιεκτικό και ουσιαστικό: τιμή Αγίου, μίμησις Αγίου. Και εκεί που πρέπει να εστιάσουμε δεν είναι τόσο στην υπερφυή διορατικότητα και προορατικότητα του πατρός, όσο στο χάρισμά του της θεία αγάπης, που έλαβε ως δώρο για την ταπείνωση και τα ασκητικά του μυστικά παλαίσματα, εξ ης απορρέουν τα ελάχιστα εκ των πολλών θαυμαστών τής εν σαρκί πολιτείας του, τα οποία επέτρεψε η Χάρη του Θεού να αποκαλυφθούν και να καταγραφούν στην πτωχή μας βιογράφησή του. Καταπώς επί λέξει αναφέρει το πνευματικό του παιδί: «πολλή αγάπη ο γέροντας, πολλή αγάπη…». Την ευχή του παπα Χριστόδουλου να έχουμε και τις πρεσβείες του οσίου Γέροντος Γαβριήλ εκ της αγιοτόκου Σκήτης των Καυσοκαλυβίων. Αμήν!