Τετάρτη 6 Αυγούστου 2014

«Το Άγιον Όρος και η Θεομητορική παρουσία» 2/8/2014

Γέρων Εφραίμ: "Το Άγιον Όρος και η Θεομητορική παρουσία" (Βίντεο)

«Το Άγιον Όρος και η Θεομητορική παρουσία» ήταν το θέμα ομιλίας του Καθηγουμένου της Ι. Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου γέροντος Εφραίμ στο Τσατσαρωνάκειο Πολύκεντρο της Ιεράς Μητροπόλεως Κισάμου & Σελίνου με θέμα την Παναγία χθες το απόγευμα.


"Είναι αλήθεια σεβασμιότατοι ότι το να μιλήσει κανείς για το πρόσωπο της Παναγίας δεν είναι κι εύκολο. Εγώ που εκλήθην να μιλήσω για το πρόσωπο της Παναγίας, πάντοτε δυσκολέυομαι.
Γιατί όπως και βλέπουμε στα συγράμματα των Άγιων Πατέρων οι οποίοι έγραψαν ρητορικούς λόγους, δεν μπόρεσαν οι Άγιοι Πατέρες, παρ'όλη την ευλάβεια τους, παρ'όλη την αφοσίωση τους στο πρόσωπο της Παναγίας, δεν μπόρεσαν να περιγράψουν αυτό τον εσυτερικό πλούτο αυτού του προσώπου που είναι Πρώτη μετά τον Ένα!
Και μάλιστα αυτές τις μέρες που με το νέο ημερολόγιο είναι η περίοδος αυτή που μέσα από τη νηστεία προτρέπονται οι Χριστιανοί μας να εντρυφήσουν στο πρόσωπο της Παναγίας..."
Δείτε το βίντεο:

῎Αλλος πειρασμός μέ τήν φιλαργυρία. Πυρκαϊά στήν Σκήτη Συχαστρία. Ἡ ζωή καί οἱ ἀγῶνες τοῦ Γέροντος π. Κλεόπα Ἡλίε

Ἡλίε Συντάκτης:

῎Αλλος πειρασμός μέ τήν φιλαργυρία
Ἡ ζωή καί οἱ ἀγῶνες τοῦ Γέροντος π. Κλεόπα Ἡλίε
 π.Ἰωαννίκιος  Μπάλαν
‘Ο πατήρ Κλεόπας μᾶς ἔλεγε: «῞Οταν ἤμουν Δόκιμος στήν Συχαστρία, κανείς μας δέν ἐκλείδωνε τό κελλί του, διότι δέν ὑπήρχε κάτι πού νά μᾶς κλέψη κάποιος. Κάθε τί πού εἴχαμε ἀνάγκη μᾶς τό ἔδιναν ἀπό τήν Σκήτη.
‘Αλλά νά ἰδῆτε τώρα πῶς ἠθέλησε ὁ νοητός ἐχθρός μας νά μέ κυριεύση μέ τό πάθος τῆς φιλαργυρίας. Κατά τό ἔτος 1937, στό ὁποῖο ἤμουν μάγειρος, ἦλθε ἕνας Χριστιανός μας καί μοῦ εἶπε: «Πάτερ Κλεόπα, κύτταξε αὐτό τό καινούργιο νόμισμα τί ὡραῖο πού εἶναι».
Καί μοῦ ἔδωσε ἕνα.
‘Εγώ ἐπῆρα τό νόμισμα αὐτό στό κελλί μου, τό  ἐβαλα στό παράθυρο κάτω ἀπό ἕνα χαρτί, γιά νά μή τό ἰδῆ κανείς κι ἔκλεισα τήν πόρτα. ‘Από τό μαγειρεῖο ἐπήγαινα πάντοτε τρέχοντας στό κελλί μου, ἐκύτταζα ἀπό τό τζάμι ἄν τό χαρτί μέ τό νόμισμα εἶναι μέσα.
Κάποια ἡμέρα, βλέποντας ἐγώ ὅτι ὁ διάβολος μοῦ αἰχμαλώτισε τήν καρδιά καί ἐκλείδωνα τήν πόρτα καί ἐσκεπόμουν μόνο τό νόμισμα, κατάλαβα τήν πτῶσι μου κι ἔκανα τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ.
῎Αφησα τήν πόρτα πάλι ἀκλείδωτη, ὅπως καί πρῶτα, καί τό νόμισμα τό ἔδωσα σέ κάποιον πτωχό.
῎Ετσι λυτρώθηκα ἀπό τό πάθος τῆς φιλαργυρίας.

Πυρκαϊά στήν Σκήτη Συχαστρία


Κατά τά ἔτη 1938-1941 ἡ Σκήτη Συχαστρία ἀριθμοῦσε περί τούς 35 Πατέρας καί Δοκίμους ‘Αδελφούς. Τά κελλιά τῶν Μοναχῶν ἦσαν κατασκευασμένα ἀπό ξύλο ἐλάτης καί ἀρκετά παλαιά, διότι καί ὁ Γέροντας π. ‘Ιωαννίκιος ἦτο γέρων, ἡλικίας τότε 80 ἐτῶν, καί μέ δυσκολία ἠμποροῦσε νά φροντίζη γιά ὅλα τά ἀναγκαῖα.
Στίς 30 Μαϊου 1941, πλησιάζοντας ἡ ἑορτή τῆς ‘Αναλήψεως τοῦ Κυρίου μας, χιλιάδες ἤρχοντο οἱ Προσκυνητές γιά νά συμμετάσχουν στήν Πανήγυρι τῆς Μονῆς Νεάμτς πού ἑώρταζε καί νά παρακολουθήσουν τήν Θεία Λειτουργία. ‘Επίσης Μοναχοί καί ἄλλοι ‘Αδελφοί διήρχοντο κι αὐτοί ἀπό τήν Συχαστρία, ἔμεναν ἐκεῖ μία νύκτα καί συνέχιζαν τό ταξίδι τους γιά τήν Μονή Νεάμτς παραμένοντας κάθε νύκτα καί στά ἄλλα γειτονικά Μοναστήρια.
‘Επειδή ἦτο ξηρασία καί φυσσοῦσε ἕνας ζεστός ἄνεμος, ξαφνικά ἀπό μία σπίθα ἄναψε ἕνα ξύλινο κελλί καί σέ μισή ὥρα, ὅλος ὁ περίβολος εἶχε κυριευθῆ στίς φλόγες. ‘Εκάησαν ὅλα τά κελλιά, ἡ σκεπή τῆς πέτρινης ἐκκλησίας, τό ξύλινο Παρεκκλήσιο τῶν ‘Αγίων Θεοπατόρων ‘Ιωακείμ καί ῎Αννης καί, δέν ἠμπόρεσαν νά διασώσουν τίποτε οἱ Πατέρες, παρά λίγα ἐκκλησιαστικά ἀντικείμενα.
Σ’ ἐκείνη τήν ἀναταραχή, μερικοί Χριστιανοί μπῆκαν μέσα στίς φλόγες κι ἔβγαλαν ἀπό τό Παρεκκλήσιο τό Εὐαγγέλιο, τά ‘Ιερά Σκεύη μερικές εἰκόνες καί τό ‘Αρτοφόριον. Μή γνωρίζοντας ὅμως ποῦ εὑρίσκοντο τ’ ῞Αγια Λείψανα, τ’ ἄφησαν ἐπάνω στήν ‘Αγία Τράπεζα καί πετάχθηκαν ἔξω ἀπό τίς φλόγες. ‘Ενῶ ὅλοι ἐλυποῦντο γιά τήν φθορά τῶν ‘Αγίων Λειψάνων, ξαφνικά φάνηκε μία λευκή, ἀργυρᾶ φλόγα σάν μαχαίρι μέ μία κόκκινη ταινία δίπλα, ὅπου ἐκρατοῦντο τά ῞Αγια λείψανα, τά ὁποῖα ἐξῆλθον ἔξω καί αἰωροῦντο μέ τήν ταινία στόν ἀέρα.
Κατόπιν ἔπεσαν στό μέσον τῆς αὐλῆς μέ εὐλάβεια.

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2014

Π. Πορφύριος: " Σοῦ εὔχομαι νά "σκιρτᾶς" ἀπό χαρά, κοιτάζοντας πίσω σου τό χάος ἀπό τό ὁποῖο μᾶς πέρασε ὁ Ἀναστάς Κύριος"

Ἀντί ἄλλης Πασχάλιας εὐχῆς θά σᾶς μεταφέρω τά χαρμόσυνα ἀναστάσιμα βιώματα τοῦ μακαριστοῦ γέροντα Πορφύριου, ὅπως τά ἔζησα μία Τρίτη της Διακαινησίμου στό κελάκι του. Πῆγα νά τον δω σάν γιατρός. Μετά τήν καρδιολογική ἐξέταση καί τό συνηθισμένο καρδιογράφημα, μέ παρακάλεσε νά μήν φύγω. Κάθισα στό σκαμνάκι κοντά στό κρεβάτι του. Ἔλαμπε ἀπό χαρά τό πρόσωπό του.
Μέ ρώτησε:
-Ξέρεις τό τροπάριο πού λέει "Θανάτου ἐορτάζομεν νέκρωσιν...";
-Ναί γέροντα, τό ξέρω.
-Πές το.
Ἄρχισα γρήγορα-γρήγορα. "Θανάτου ἐορτάζομεν νέκρωσιν, Ἅδου τήν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτής, τῆς αἰωνίου, ἀπαρχήν καί σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τόν αἴτιο, τόν μόνον εὐλογητόν τῶν πατέρων Θεόν καί ὑπερένδοξον".
-Τό κατάλαβες;
-Ἀσφαλῶς τό κατάλαβα. Νόμισα πώς μέ ρωτάει γιά τήν ἑρμηνεία του. Ἔκανε μία ἀπότομη κίνηση τοῦ χεριοῦ του καί μοῦ εἶπε:
-Τίποτε δέν κατάλαβες βρέ Γιωργάκη! Ἐσύ τό εἶπες σάν βιαστικός ψάλτης... Ἄκου τί φοβερά πράγματα λέει αὐτό τό τροπάριο. Ὁ Χριστός μέ τήν Ἀνάστασή Του δέν μᾶς πέρασε ἀπέναντι ἀπό ἕνα ποτάμι, ἀπό ἕνα ρῆγμα γής, ἀπό μία διώρυγα, ἀπό μία λίμνη ἤ ἀπό τήν Ἐρυθρά θάλασσα. Μᾶς πέρασε ἀπέναντι ἀπό ἕνα χάος, ἀπό μία ἄβυσσο, πού ἦταν ἀδύνατο νά τήν περάσει ὁ ἄνθρωπος μόνος. Αἰῶνες περίμενε αὐτό τό πέρασμα, αὐτό τό Πάσχα. Ὁ Χριστός μᾶς πέρασε ἀπό....

τόν θάνατο, στή Ζωή. Γι' αὐτό σήμερα "Θανάτου ἐορτάζομεν νέκρωσιν, ἅδου τήν καθαίρεσιν". Χάθηκε ὁ θάνατος. Τό κατάλαβες; Σήμερα γιορτάζουμε τήν "ἀπαρχή" τῆς "ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου" ζωῆς κοντά Του.

Ψυχή - προσευχή (π. Πορφύριος)

porphy_flowers_bl.jpg
 Όταν η ψυχή είναι ταραγμένη, θολώνει το λογικό και δε βλέπει καθαρά. Μόνο, όταν η ψυχή είναι ήρεμη, φωτίζει το λογικό, για να βλέπει καθαρά την αιτία κάθε πράγματος.
Η ψυχή είναι πολύ βαθιά και μόνο ο Θεός τη γνωρίζει. Γιατί να κυνηγάμε τα σκοτάδια;
Να, θα ανάψουμε το φως και τα σκοτάδια θα φύγουν μόνα τους. Θα αφήσουμε να κατοικήσει σ' όλη την ψυχή μας ο Χριστός και τα δαιμόνια θα φύγουν μόνα τους.
Όταν έρθει μέσα μας ο Χριστός, τότε ζούμε μόνο το καλό, την αγάπη για όλο τον κόσμο. Το κακό, η αμαρτία, το μίσος εξαφανίζονται μόνα τους, δεν μπορούν, δεν έχουν θέση, να μείνουν.
Να μην ενδιαφέρεσαι αν σε αγαπούν, αλλά αν εσύ αγαπάς το Χριστό και τους ανθρώπους. Μόνο  έτσι  γεμίζει η ψυχή.

Στην ψυχή, που όλος ο χώρος της είναι κατειλημμένος από το Χριστό, δεν μπορεί να μπει και να κατοικήσει ο διάβολος, όσο κι αν προσπαθήσει, διότι δεν χωράει, δεν υπάρχει κενή θέση γι' αυτόν.
Ο σκοπός μας δεν είναι να καταδικάζουμε το κακό, αλλά να το διορθώνουμε. Με την καταδίκη ο άνθρωπος μπορεί να χαθεί, με την κατανόηση και βοήθεια θα σωθεί
Το κακό αρχίζει από τις κακές σκέψεις. ΄Oταν πικραίνεσαι και αγανακτείς, έστω μόνο με τη σκέψη, χαλάς την πνευματική ατμόσφαιρα.
Εμποδίζεις το Άγιο Πνεύμα να ενεργήσει και επιτρέπεις στο διάβολο να μεγαλώσει το κακό.
Εσύ πάντοτε να προσεύχεσαι, να αγαπάς και να συγχωρείς, διώχνοντας από μέσα σου κάθε κακό λογισμό.
http://1myblog.pblogs.gr/2008/08/psyhh-prosefhh-p-porfyrios.html

1658 - Περί αρετής



Ἀρετή εἶναι ἡ μέθεξη τῆς ἀκτίστου δόξης τοῦ Χριστοῦ, πού διαπερνᾶ καί συνέχει καί ἁγιάζει οὐρανό καί γῆ, καί ἀνακρᾶται μέ κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο σέ μία σχέση ἐκστατικῆς ἀγάπης, ὅπου τό ἐγώ γίνεται Ἐσύ, ὅπου τό ἐμεῖς γίνεται ἡ εἰκόνα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Τό δῶρο τῆς ἀρετῆς, φῶς καί ζωή τοῦ κόσμου, γίνεται ἀπαίτηση ἀληθινῆς κοινωνίας ἐν Χριστῷ.
Ἀρχιμ. Χριστοδούλου,
ἡγουμένου Μονῆς Κουτλουμουσίου,
Πρόλογος στό: 
Ὀρθοδοξία-Ἑλληνισμός. Πορεία στήν τρίτη χιλιετία, τ. Β’,
Ἅγιον Ὄρος 1996.

- Όταν ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης ανέβηκε στην κορυφή του Άθω, στο εκκλησάκι της Μεταμόρφωσης



Αλέξανδρος Μωραϊτίδης
Υπεράνω των νεφελών
Ἀπὸ τὸ «ὲ τοῦ βορρηᾶ τὰ κύματα» Ἀθῆναι , ἔκδ. Ι.Ν.Σιδέρης, 1927.


Ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως συνέπεσε νὰ εὑρίσκωμαι εἰς Κατουνάκια, ἕνα βραχῶδες ὁροπέδιον, ἐπάνω ἀπὸ τὸ Καροῦλι, τὸ περιβόητον ἀκρωτήριον τοῦ Ἄθωνος, εἰς τοὺς πρόποδας ἀκριβῶς τοῦ ἱεροῦ βουνοῦ, φιλοξενούμενος εἰς τὴν Καλύβην τοῦ γνωστοῦ ἐρημίτου Δανιὴλ τοῦ Σμυρναίου, γέροντος ἐκ τῶν μᾶλλον τιμωμένων ἐν Ἁγίῳ Ὄρει διὰ τὴν διάκρισιν αὐτοῦ καὶ τὸν ἀσκητικὸν βίον.
Τὰ Κατουνάκια εἶναι τὸ ἐρημικώτατον μέρος τοῦ Ἄθωνος, ἡ Ἔρημος, ὡς ἀποκαλεῖται κοινῶς, μακρὰν τῶν κέντρων καὶ τῶν συγκοινωνιῶν, ἔνθα ἀπεσύρθησαν οἰκοῦντες εἰς σπηλαιώδεις καλύβας, ταπεινὰ καὶ εὐτελῆ κελλία, οἱ ἡσυχασταί του Ἄθωνος, οἱ ποθοῦντες τὴν ἄκραν ἡσυχίαν, ἵνα ἀποκτήσωσι τὴν ἀπαιτούμενην ἀπὸ τῶν παθῶν κάθαρσιν, τὴν τόσο ὑμνουμένην ὑπὸ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, διδάσκοντος ἀξιωμάτικῶς: «ἡσυχία, ἀρχὴ καθάρσεως...»
Τὸ μέρος εἶνε εἰς ἄκρον ὑγιεινὸν διὰ τὴν ἁγνὴν δροσιὰν του, ἄλλην μὲν ἀναβαίνουσαν ἀπὸ τοῦ πελάγους, γεμάτην ἀπὸ ἰώδειον, ἄλλην δὲ καταβαίνουσαν ἀπὸ τῆς κορυφῆς τοῦ Ἄθωνος, γεμάτην ἀπὸ ἀπεσταγμένην κυριολεκτικῶς δροσιάν, κατερχομένην ἀπὸ τῶν αἰθερίων.
Τὴν πρωΐαν μετὰ τὴν Ὀρθρινὴν Ἀκολουθίαν καθὼς καὶ εἰς τὰ εὔμορφα δειλινά, ὁ γέρων Δανιὴλ μὲ τοὺς δύο ὑποτακτικούς του κατεγίνετο εἰς τὴν ζωγραφικήν, ἢ εἶχεν ἐπίσκέπτας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπέλιπον, ζητοῦντες τὰς συμβουλὰς του• ἐγὼ δὲ ρεμβάζων εἰς τὸ γαλήνιον ἐκεῖνο ὕψος ἔβλεπον καθ'ἑκάστην τὴν κορυφὴν τοῦ Ἄθωνος, ὅπου εἶνε κτισμένος ὁ ναΐσκος τῆς Μεταμορφώσεως, τὸν ὁποῖον ἔβλεπον ὡσὰν ἕνα μνημοῦρι μικρούτσικον.
—Ὅστις δὲν ηὐτύχησε νὰ ἀναβῇ εἰς τὸν Ἄθωνα, μοῦ ἔλεγε καμμιὰ φορὰ ὁ γέρων Δανιήλ, τὴν ἡμέραν τῆς Μεταμορφώσεως, νὰ συμπροσευχηθῇ μετὰ τῶν ἀσκητῶν καὶ ἐρημιτῶν ἐν μὲσῳ τῶν νεφῶν ὑπὸ τὰς ὀφιοειδεῖς ἀναλάμψεις τῶν ἀστραπῶν, πρηνὴς ὡς οἱ πρόκριτοι τῶν μαθητῶν, ἐν τῇ θείᾳ τοῦ Θαβωρίου λάμψει, μέσα εἰς τοὺς κρυεροὺς κρότους τῶν κεραυνῶν, δὲν δύναται νὰ ἀναπαραστήσῃ μὲ τὴν φαντασίαν του, πόσον ἄρρητον, πόσον ἀπερίγραπτον, πόσον ἐξαίσιον, πόσον οὐράνιον ὄντως, εἶνε τὸ θέαμα μιᾶς ἀγρυπνίας τελουμένης ἐπάνω εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ Ἄθωνος, ἐν τῷ ναΐσκῳ τῆς θείας τοῦ Σωτῆρος Μεταμορφώσεως...
— «Δεῦτε ἀναβῶμεν εἰς τὸ Ὄρος Κυρίου...» Μοῦ λέγει τὴν πρωΐαν τῆς παραμονῆς τῆς λαμπρᾶς πανηγύρεως, ἕνας γείτονάς μας ἐρημίτης, θὰ εὐχαριστηθῆς πολύ, πάρα πολύ. Νά, κύτταξε ἐκεῖ ἐπάνω.
Φαίνεται ὄντως ὁ ναΐσκος τῆς Μεταμορφώσεως. Εἶνε πανάρχαιος, χτισμένος ἐπάνω ἀκριβῶς εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ Ἄθωνος, ἐπὶ τῆς στακτερᾶς πέτρας. Φαίνεται ὡσὰν ἕνα σύννεφον ἀπὸ τὴν Λαύραν, σκοῦφος Ἅγιαννανίτικος ἀπὸ τῶν μακρυνωτέρων τῆς Χερσονήσου Μονῶν. Τὰ περὶ αὐτοῦ ἀδόμενα ὑπὸ τῶν μοναχῶν περιλάλητα, τὰ ὁποῖα ἀπίστευτα καθιστῶσιν αἱ ζωηραὶ διηγήσεις τῶν ὀλίγων τολμηρῶν, ὁποῦ ηὐτύχησαν νὰ ἀπολαύσουν τὴν ἀνέκφραστον αὐτὴν ἡδονήν, ὅλα τὰ μυθοπλαστούμενα ἐκεῖνα, ὅτι ὁ ναΐσκος εἶνε τόσον μικρὸς ὡσὰν τὸ φανάρι τῆς Τραπέζης τοῦ Ρωσικοῦ, ἐν ὧ φυλάσσονται τὰ ἀπομεινάρια τοῦ δείπνου, ὅτι αἱ εἰκόνες του εἶναι κατάμαυροι, ἀπὸ μπροῦντζον, ὅτι ὁ θόλος του εἶνε κατατρυπημένος ἀπὸ τοὺς κεραυνούς, καὶ ὅτὶ οἱ τοῖχοι καὶ τὸ δάπεδον κατακαυμένα ἀπὸ τὰς ἀστραπάς, καὶ ὅτὶ σῴζεται ἀκόμη ὁ σκελετὸς τοῦ δυστυχοῦς Διάκου, ὅστις ἐκεραυνώθη μίαν χρονιάν, κατὰ τὴν πανήγυριν, ἐμπρὸς εἰς τὴν Ἁγίαν Πύλην, ἐνῷ ἒλέγε τὰ Εἰρηνικά... ὅλαι αὐταὶ αἱ τρομεραὶ περιγραφαί, αἱ ὁποῖαι ποικίλλονται ἀναλόγως τῆς φαντασίας ἢ στωμυλίας τῶν αὐτοπτῶν γενομένων, ἢ παρ' ἄλλων αὐτοπτῶν ἀκουσάντων, θὰ ἴδῃ ὅτι εἶνε ἀληθιναὶ καὶ ὄντως ἱστορικαί, ὅταν ἀποφασίση κανείς, μίαν εὐδίαν τοῦ θέρους αὐγήν, ὅτε δὲν εἶνε κανεὶς κίνδυνος θυέλλης, ν' ἀναβῇ εἰς τὴν ὑπερνεφῆ αὐτὴν κορυφήν, ἥτις εἶνε τὸ θέατρον δύο ἀντιθέτων πραγμάτων, δύο ἐναντίων ὁράσεων καὶ θεαμάτων, κέντρον ἐξ ἑνὸς καὶ ὀμφαλὸς οὐρανίου ὄντως καλωσύνης καὶ εὐδίας ἄνω μιᾶς ἀπεράντου γαλανῆς ὀθόνης, ἁπλουμένης ἀπὸ Δαρδανελλίων μέχρι Σμύρνης καὶ Σάμου, καὶ ἐξ ἄλλου ὑπέροφρυ ἐργοστάσιον τερατουργῶν κεραυνῶν, ἐν θυέλλῃ καὶ ζόφῳ, ὡς ἐν Σιναὶῳ τὸ πάλαι, ὑπὸ τὰς λάμψεις τὰς ὑπερφιάλους τῶν ἀστραπῶν, ὅτε Ἄθως καὶ ναὸς καὶ προσκυνηταὶ ἀπόλλυνται εἰς τὰ νέφη μὲ ὅλον τὸν περίγειον κόσμον, στοιχεῖον ἒκφυλον, σπαραγμὸς τῶν ἄλλων τῆς Δημιουργίας λυσσαλέων στοιχείων ὅταν εἰς τὸ ἐλάχιστον τοῦ καιροῦ σκανδάλισμα ἔρχωνται ἀπὸ τὸν τετραπέρατον κόσμον αἱ νεφέλαις νὰ καθήσωσιν εἰς τὴν ἀγαπημένην των φωλεάν...
Ἡ κορυφὴ καὶ ὁ ναΐσκος τοῦ Ἄθωνος ἐξαρτῶνται ἀπὸ τῆς Μονῆς τῆς Λαύρας ὡς ἰδιοκτησία της ἀναφαίρετος, ἥτις ἀποστέλλει κατ' ἔτος τὴν ἡμέραν τῆς ἑορτῆς ἐφημέριον μετὰ διακόνου καὶ ψάλτου πρὸς ἐπιτέλεσίν της ἀγρυπνίας, τοὺς ὁποίους συνοδεύουν καὶ οἱ εὐάριθμοι ἐκεῖνοι προσκυνηταί, οἵτινες ἀψηφοῦντες τὸν κίνδυνον τοῦ κεραυνοῦ ἀναβαίνουσι νὰ ἑορτάσουν τὴν Μεταμόρφωσιν ὑψηλὰ ἐκεῖ, οἱ μὲν ἐξ ἁπλῆς περιεργείας ὁδοιπόρων, οἱ δὲ ἐξ εὐλαβείας, ἀββάδες ἐνάρετοι, ποθοῦντες νὰ ψαύσωσι σχεδόν, ἐκεῖ ἐπάνω, τὴν ὑπέρφωτον τοῦ Θαβωρίου δόξαν...
— Καὶ ὅσοι δὲν ἀναίβουν, μετανοοῦν, μοῦ ἐλεγεν ἕνα γεροντάκι εἰς τὰς Καρυάς, ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἑορτῆς, καὶ ὅσοὶ ἀναίβουν, πάλιν μετανοοῦν.
Οἱ μὲν διότι δὲν ἠσθάνθησαν τὴν ἀπόλαυσιν τοῦ ἀρρήτου θεάματος, οἱ δὲ διότι τὴν ἔχασαν τόσον ὀγλήγορα.
Εἰς τὴν Κερασιάν, λοιπόν, συνεκεντρώθημεν οἱ εὐάριθμοι προσκυνηταὶ τὴν παραμονὴν τῆς ἁγίας ἡμέρας. Εἶνε δὲ ἡ Κερασιὰ κατάρρυτον καὶ χλοερὸν ὀροπέδιον εἰς τὴν ποδιὰν τοῦ Ἄθωνος, ἢ ἂν τὸν Ἄθωνα τὸν παραστήσης ὡς λευκογένειον καὶ λευκόμαλλον ἀσκητήν, σταυροπόδι καθήμενον, εἰς τοὺς κόλπους αὐτοῦ, ὅπου δύο μόνον τοῦ ἔτους ὧραι ὑπάρχουσιν, ἄνοιξις καὶ χειμών, καὶ ὅπου καὶ τὸν Ἰούλιον ἀκόμη ἀνθίζουσιν ἡ ἀγριαμπελιαίς, καὶ ἡ πόα πρασινίζει, πυκνὴ καὶ βαθεῖα, ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀνέρπει μὲ χάριν ὡς γλάστρα βασιλικοῦ, τὸ χιώτικο Κάθισμα τοῦ παπᾶ - Ἱεροθέου μὲ τοὺς τέσσαρας ὑποτακτικοὺς ἱερεῖς του, οἵτινες ὅλοι ἀλάδωτοι ἀκούονται, ὡς μὴ τρώγοντες οὐδέποτε, καὶ τὸ Πάσχα ἀκόμη, ἔλαιον, ἀντὶ δὲ κόκκινων αὐγῶν μεταχειριζόμενοι βρασταὶς πατάταις... Ἀφ' οὗ ἐσταθμεύσαμεν ὀλίγον εἰς τὸ οὐρανοκρέμαστρον Κάθισμα τοῦτο, μεγάλον ὡς μίαν μικρὰν Μονήν, πέριξ τοῦ ὁποίου εὐωδιάζουν τὰ καζανάκια, δι’ ὧν ἀποστάζουσιν ἐκ τῶν διαφόρων ἰαματικῶν βοτανῶν τὰ σπάνια ἁγιορείτικα μυρέλαια οἱ ἐδῶ κ' ἐκεῖ διαιτώμενοι ἀσκηταί, μέλισσαι ἱεραὶ ἐπάνω εἰς τῆς ἀρετῆς τὰ ἄνθη, ἠρχίσαμεν τὴν ἀνάβασιν εἰς τὸν Ἄθωνα. Ὅλοι φέρομεν κατ' ἀρχαίαν συνήθειαν ἀπὸ ἕνα ξύλον, χονδρὴν ράβδον, ἥτις θὰ χρησιμεύσῃ ἐπάνω διὰ τὴν νυκτερινὴν πυρὰν κατὰ τοῦ ψύχους. Μεταξύ μας ὑπάρχουν καί τινες νεαροὶ ρῶσοι μοναχοί, ἐνθουσιώδεις ἀνιχνευταὶ ὄχι τόσον τοῦ ὑπερφυσικοῦ μεγαλείου τοῦ θεάματος, οὐδὲ ἐξ εὐλαβείας μετεωριζόμενοι ἐκεῖ ἐπάνω, ὅσον ἐκ φιλαργυρίας ὠθούμενοι πρὸς τὴν ἐπικίνδυνον κορυφήν, νὰ συνάξουν ἀμάραντα τὰ εὔμορφα λευκοπόρφυρα τῆς πετρώδους κορυφῆς ὁποῦ ποτὲ δὲν μαραίνονται, ἀνθύλλια, τὰ ὁποῖα περιδένοντες εἰς μικρὰ μπουκετάκια ἀποστέλλουσιν εἰς Ρωσίαν, εὐσεβῆ ἀνάμνησιν τοῦ τόσον τιμωμένου ἐν τῇ ἀχανεῖ ὁμοδόξῳ χώρᾳ ἁγίου βουνοῦ.
Ὁ παπᾶ-Βίκτωρ, ἕνας παχὺς καὶ κοντὸς ἐφημέριος Λαυριώτης, πολὺν χρόνον διατρίψας εἰς τὸ Μετόχι τῆς Λαύρας ἐν Ὕδρᾳ, καὶ ἄρτι ἐπανελθὼν εἰς τὴν Μονήν του, εἶνε ὅλος χαρά, διότι μετὰ τόσον καιρὸν ἐν τῷ κόσμῳ ἠξιώθη πάλιν νὰ ἀπολαύσῃ τὴν ἐρημικὴν τῆς Μετανοίας του ἡσυχίαν, μηδὲν ἀποκομίσας ἐκ τῶν ἐγκοσμίων μεριμνῶν του ἤ ὀλίγα ἀρβανίτικα, τὰ ὁποῖα σπείρει ἐδῶ κ’ ἐκεῖ ὡς κουκκία μισιριώτικα, μικρὰ καὶ γλυκά, εἰς τοὺς ἀγόνους τῆς Κορυφῆς βράχους, πολὺ ὁμοιάζοντας πρὸς τὰς φαιὰς πέτρας τῆς ἐνδόξου νήσου, διαχέων οὕτω ἱκανὴν θυμηδίαν, εἰς τὴν εὐλαβῆ συνοδίαν μας, καὶ διαλύων πᾶσαν ὁμίχλην δειλίας ἀπὸ τῶν καρδιῶν μας, ὅταν μάλιστα προσαγορεύων ἀρβανίτικα τοὺς ρώσους λαμβάνῃ ρωσιστὶ τὰς ἀπαντήσεις.
Εἰσήλθομεν ἤδη, ἀναβαίνοντες, εἰς πυκνὸν δρυμὸν ἐκ δρυῶν καὶ καστανεῶν αἰωνοβίων, ὑπὸ τοὺς κλώνους τῶν ὁποίων αἰσθανόμεθα τὴν δρόσον τοῦ θέρους ὡς ἀναφρικίασιν χειμερινοῦ ψύχους, ἐν ὧ ἐξ ἄλλου κατάξηροι καὶ κατάμαυροι κορμοὶ ἐξ αὐτῶν δηλοποιοῦσιν ὅτι τόσον πλησίον μας ἐξερράγησάν ποτε κεραυνοί, οἵτινες ἀπηνθράκωσαν τὰ ὑπερήφανα δένδρα, τὰ ὁποῖα ὑπερηφάνως ἀκόμη, ὡς νὰ μὴ ἐπτοήθησαν ποτέ, ἀνατείνουσι τὸν ἄφυλλον καὶ μαῦρον κορμὸν των, μὲ δύο ξηροὺς κλώνους δεξιὰ καὶ ἀριστερά, οἵτινες ἀπέμειναν ὡς ἀπανθρακωθεῖσαι χεῖρες ἐρημίτου, κεραυνοβοληθέντος ἐν τῇ ὥρᾳ τῆς προσευχῆς διὰ τὸν γαῦρον φαρισαϊσμόν του, ἴσως, ὅτε κατὰ τὰς θυελλώδεις ἰδίως νύκτας, ἀληθεῖς μάχαι γιγάντων καὶ τιτάνων συνάπτονται μέσα εἰς τὰς ἀνηλίους φάραγγας ἐκείνας. Καὶ ὅταν ἐφθάσαμεν εἰς τὴν Παναΐτσαν, Κάθισμα τῆς Λαύρας εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ δρόμου, ἐξεπεζεύσαμεν νὰ ἀναπαυθῶμεν ὀλίγον καὶ νὰ δειπνήσωμεν ἀπὸ τὴν τράπεζαν, τὴν ὁποίαν προφθάσας εἶχε προετοιμάσει ὁ Κελλάρης τῆς Λαύρας, πλουσιοπάροχον διὰ τοὺς προσκυνητάς.
— Χάνι-μίρ, εἶπεν ἀρβανίτικα προκαθίσας ὁ παπᾶ-Βίκτωρ, θαρρῶν ὅτι εὑρίσκεται ἐν Ὕδρᾳ ἀκόμη, ἐ-πίνι-μίρ! (φᾶτε καλὰ καὶ πιῆτε καλά) θωπεύων δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ τὸν πυρρόχρουν πώγωνά του, καὶ προσφέρων εἰς ἡμᾶς ἄρτον καὶ ὕδωρ καὶ ὀπώρας διὰ τὴν νηστείαν τῆς παραμονῆς.
Ὅλων οἱ ὀφθαλμοί, ἐν ὧ ἐτρώγαμεν, ἦσαν ἐστραμμένοι πρὸς τὴν κορυφὴν διότι τὸν Αὔγουστον δὲν εἶνε σπάνιον πρᾶγμα ἡ ἀλλαγὴ τοῦ καιροῦ αἴφνης, ἡ δὲ καρδιά μας ἔτρεμεν ἀπὸ μέλλοντα φόβον, τὸν ὁποῖον εἰς μάτην προσεπάθει ν' ἀπομακρύνῃ ὁ καλὸς καὶ ἀγαθὸς λευίτης μὲ τὰ μονόλεξα ἀρβανίτικά του, ἐπαναλαμβάνων συχνά, διὰ τὴν ὄρεξιν:
— Χάνι-μίρ, ἐ-πίνι-μίρ!
Ἀποτεινόμενος δὲ πρὸς τὸν νεαρὸν ρῶσον Παλάμωνα, τὸν Προφητηλιάτην, τοῦ ὁποίου, ἀστειευόμενος, παρέφθειρε τὸ ὄνομα, ἐπὶ τὸ ὑδραϊκὸν τάχα, εἰς Μπαμπ-Λένο (θεία Ἑλένη) ὅπως ἐκαλεῖτο ἡ κανδηλανάπτρια τοῦ ὑδραϊκοῦ Μετοχίου, εἶπε γελῶν:
— Πίνι-μίρ, Μπάμπ-Λένο!
— Νού, Μπάμπ-Λένο!. διέκοψε πειραχθεὶς ὁ ρῶσος ἀσκητής. Σκουσένιε! Παλάμων! Καὶ ἐπανελάμβανε: Παλάμων! Παλάμων! Σκουσένιε!...
Μέχρι τῆς κορυφῆς ἦτο μιᾶς ὥρας περίπου ἀκόμη ἐπὶ τοῦ βράχου ὁδός. Ὁ καιρὸς ἦτο εὐδιώτατος, ἕν ἐκ τῶν σπανιωτάτων δειλινῶν, ἡ δὲ κορυφὴ τοῦ Ἄθωνος γελαστὴ ὡς ἡ κεφαλὴ τοῦ γέροντος πάππου ἐν τῇ εὐδαιμονίᾳ τῶν μικρῶν ἐγγόνων του, ἐχάνετο εἰς τὸν γαλανὸν ὁρίζοντα. Κάτω πρὸς τὴν βαραθρώδη ἀκτὴν κοιμώμενον τὸ Αἰγαῖον, ὡς κῆτος ξενερισμένον ἀπὸ τὴν ζέστην, ἥπλωνε τὴν οὐράν του ἀτάραχον πρὸς τὸν Ἀκράθω τὸν φοβερόν, τὸν ὁποῖον ἡδέως ἐθώπευε πρὸς μεγάλην χαρὰν τῶν ρώσων ἀσκητῶν ἐκεῖ, οἵτινες καταβάντες ἀπὸ τὸ βραχόσπιτον Καροῦλι, ὅπου ἀσκητεύουν εἰς μίαν κάτω σπηλαιάν, ἡτοίμαζον τὴν βαρκίτσαν των, ἡ ὁποία ὡς σαβουρόκοφα ἐκρέματο ὑψηλὰ ἀπὸ μίαν πέτραν, διὰ νὰ ψαρεύσουν μὲ δυναμίτιδα.
Ἡ γαλανή του Αἰγαίου σινδών, ἀπὸ τὸν πολὺν καύσωνα, εἰς ὁμίχλην μετεβάλλετο πέραν πρὸς τὴν Λῆμνον καὶ τὸν Ἅη-Στράτην, τὸ δὲ ἀτμόπλοιον τοῦ Κουρτζῆ, τὸ ὁποῖον τὴν ὥραν ἐκείνην κατέβαινεν ἀπὸ τὰ Δαρδανέλλια ὡς μαύρη πελαγίσια πάπια μᾶς ἐφαίνετο. Καὶ ἐπειδὴ ὁ γοερὸς χαιρετισμὸς διὰ τῆς μηχανῆς του δὲν θὰ ἔφθανεν ἕως ἐκεῖ ἐπάνω, οὐδὲ ἡ σημασία του ἦτο ὁρατὴ νὰ τὴν ἀναιβάζῃ καὶ καταιβάζη, ἐχαιρέτιζε μὲ καπνὸν κατάμαυρον, παρερχόμενον γιαλό-γιαλό...
Ἡ Παναΐτσα εἶνε ναΐσκος μετὰ τινων κελλίων, σταθμὸς διὰ νὰ ξαλλάζουν οἱ ὁδοιπόροι, καὶ νὰ διανυκτερεύουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὴν αὐγήν, ὅταν ἴδουν πλέον τὸν οὐρανὸν καθαρὸν καὶ ξάστερον, ἀναβαίνουν χωρὶς φόβον. Ὅλον τὸν χειμῶνα ἡ Παναΐτσα εἰνε σκεπασμένη ἀπὸ τὰς χιόνας, καὶ οὔτε φαίνεται.
Ἄλλοτε οἱ ἀγωγιάται ἄφινον ἐδῶ τοὺς ἡμιόνους των, καὶ οἱ προσκυνηταὶ πεζοὶ ἀνέβαινον τὴν ἄβατον πέτραν. Διότι ἀπὸ ἐκεῖ ἕνα μονοπάτι ἐπικίνδυνον πολὺ μόνον ὑπάρχει, ὅπου ἀπὸ ἕνας ἕνας προχωροῦν μετὰ φόβου καὶ τρόμου. Ἀλλ' ἐσχάτως δι' ἐξόδων του Ἰωακεὶμ ὁ Γ' κατέστησε βατὴν ἕως ἐπάνω τὴν ὁδόν, ὁποῦ ἀνέτως ἀλλ' οὐχὶ ἄνευ φόβου διὰ τὸ ἄναντες καὶ ὀλισθηρὸν τοῦ βράχου, ἀνέρχονται οἱ προσκυνηταί. Φαντασθῆτε μίαν τεφράν, ξηρὰν καὶ ἄθαμνον κωνικὴν πέτραν, βασιζομένην ἐπὶ τῆς Παναΐτσας. Ἡ κορυφὴ τῆς πέτρας αὐτῆς, εἶνε τοῦ Ἄθωνος ἡ κορυφή.
Νὶ-ρὲ-σόχ! Ἕνα σύννεφο! ἀνεκραύγασεν ὁ παπᾶ-Βίκτωρ αἴφνης ἐπτοημένος, ὅτε ἐξεκινήσαμεν μετὰ τὴν ξηροφαγίαν, διὰ τὴν κορυφήν.
Τρόμος ἐνέπεσε πάραυτα εἰς πάντας, φοβηθέντας θύελλαν.
— Ἆ! Μπάμπ-Λένο! Σκουσένιε! ὑπέλαβε τότε γελῶν ὁ Λευΐτης ἀρβανίτικα καὶ ρωσικὰ ἀναμίξας, ὅστις ἠστεΐζετο ὄχι τόσον διὰ νὰ ἐνθαρρύνῃ τοὺς ἄλλους, ὅσον διὰ νὰ ἐνισχύσῃ τὸν ἑαυτόν του, ξεσυνειθίσας τὸν τραχὺν καὶ ἄβατον Ἄθωνα ἀπὸ τὴν έν τῷ κόσμῳ μαλθακὴν διατριβήν.
— Νού, Μπάμπ-Λένο! διέκοψε πάλιν ὁ Παλάμων ἐπαναλαμβάνων μετ' ἐπιμονῆς:
— Παλάμων, Σκουσένιε! Παλάμων, Σκουσένιε!...
Ἐφθάσαμεν εἰς τὴν κορυφὴν τέλος μὲ τὴν ὥραν μας. Ὁ παπᾶ-Βίκτωρ ἔβαλεν εὐλογητὸν ἀμέσως, γοργά-γοργά, ἡμεῖς δ’ οἱ ἄλλοι σωρεύσαντες. τὰς ράβδους μας ἠνάψαμεν πυράν, διότι τὸ ψῦχος ἦτο ἐπαισθητὸν ἐκεῖ ἐπάνω. Κ' ἐν ὧ οἱ ψάλται ἐψαλλον τὰ «Ἀνοιξαντάρια», ὁ Παλάμων ἑτοιμάσας τὸ τσαγερό του ἔθεσεν εἰς τὴν πυρὰν συμμαζευόμενος μέσα εἰς τὸ πλατὺ ράσον του καὶ ψιθυρίζων:
— Κρύο, σφηνιά! Ἀτόνα, κρύο πολύ! Ὁ ναΐσκος τῆς Μεταμορφώσεως εἶνε μικρός, μόλις δυνάμενος νὰ περιλάβη δεκάδα προσκυνητῶν, οἵτινες διανυκτερεύουσιν ἐν ὑπαίθρῳ, ἐν τῇ λειανθείσῃ πέτρᾳ, ὅπου ἠμποροῦν νὰ χωρέσουν, ἕως διακόσιοι ἄνθρωποι.
Ἡ ἀγρυπνία ἔπροχώρει γοργὰ πάντοτε, ὥστε ὄρθρου βαθέος εἶχεν ἀρχίσει ἡ Λειτουργία διὰ τὸν φόβον πάντοτε τῆς μεταβολῆς τοῦ καιροῦ, τὸν ὁποῖον κίνδυνον ζωηρῶς ἐξεικόνιζον αἱ μαυρισμέναι μπρούντζιναι εἰκόνες καὶ αἱ σχισμάδες τοῦ ναΐσκου, οὗ ὁ θόλος καὶ οἱ τοῖχοι κατατρυπημένοι φαίνονται. Ἀνέκφραστον ὅμως καὶ ἀπερίγραπτον ἦτο τὸ θέαμα τὰ μεσάνυκτα, ὅτε ψαλλομένης τῆς Λιτῆς ἐφωτίσθη ἡ κορυφὴ ἐκείνη ἡ πέτρινος ἀπὸ τὰς λαμπάδας τῶν μοναχῶν καὶ ἡμῶν τῶν ἄλλων.
Ἐθαρροῦμεν ὅτι ἐπὶ φωτεινῆς νεφέλης, ὡς ἐπὶ ἀεροστάτου καίοντος, ἤρθημεν ἐκεῖ ἐπάνω, ὁπόθεν ὡς μαῦρον μέγα θωρηκτὸν ἀπέραντον ἐφαίνετο ὅλη ἡ Χερσόνησος μὲ τὰ φαναράκια τῶν κοιτώνων καὶ τοὺς φανοὺς τοῦ πλοῦ, ὡς ὡμοίαζον τὰ φῶτα τῶν ἀσκητηρίων τῶν ἀγρυπνούντων μοναχῶν τὴν ἱερὰν αὐτὴν τῆς Μεταμορφώσεως νύκτα, καὶ οἱ πυρσοὶ τῶν μονῶν• ἡμεῖς δὲ εἴχομεν ἀνέλθει εἰς τὸ κορζέτο ὡς μοὶ ἐφαίνετο, τοῦ τεραστίου ἱστοῦ. Ὅτε δὲ ὁ παπᾶ-Βίκτωρ βαστάζων τὴν μπρούντζινην εἰκόνα τῆς Μεταμορφώσεως ἐξῆλθε λιτανεύων καὶ ψάλλων μὲ τὴν πανηγυρικὴν φωνήν του:
«Τὸ ἄσχετόν τῆς σῆς φωτοχυσίας θεασάμενοι τῶν Ἀποστόλων οἱ πρόκριτοι ἐπὶ τοῦ ὄρους τῆς Μεταμορφώσεώς σου, Ἄναρχε Χριστέ, τὴν θείαν ἠλλοιώθησαν ἔκστασιν...», ὢ τότε ἐκστατικῶς ἠλλοιώθημεν ὅλοι, ἐπὶ τῆς ἀπροσίτου ἐκείνης κορυφῆς, καὶ πρηνεῖς ὅλοι κατεπέσαμεν ἐπὶ τοῦ πετρίνου ἐδάφους, ζωντανὴν παριστάνοντες τὴν εἰκόνα τῆς Μεταμορφώσεως, ἀνελθόντες ἄλλους, καὶ ἄλλους τόσους ἀκόμη πόδας ὑψηλότερά του Ἄθωνος διὰ τῆς ἐπαρθείσης ἡμῶν φαντασίας, καὶ προσεγγίζοντες ἐκεῖ ὅπου ἡ ἀνεκλάλητος καὶ ἀνέσπερος φωτοχυσία, δι' ἥν οἱ μάρτυρες ἔχυνον τὸ αἷμα των, καὶ οἱ ὅσιοι ἐκακουχοῦντο ἐξαϋλοῦντες διὰ τῶν ἀλγηδόνων τὴν γηΐνην σάρκα. Τὸ δέος τὸ ἀπὸ τῆς αἰφνίδιας μεταλλαγῆς τοῦ καιροῦ συνέχον τὰς καρδίας πάντοτε ὅλων μας καθίστα συγκινητικωτέραν τὴν ἱερὰν σκηνογραφίαν, τὴν ἔλλαμψιν δὲ τῆς χαρᾶς ὡς μισθὸν τοῦ τόσου κόπου ἀπελαύσαμεν, ὅτε γοργὰ-γοργὰ ἐτελείωσε καὶ ἡ θεία Λειτουργία ἐν χαρμοσὺνῳ εὐδίᾳ, καὶ παρέστημεν τότε ἐνώπιον ὑπερτάτου θεάματος, τοῦ ὁποίου τὸ μεγαλεῖον ἀδύνατον νὰ μεταδοθῇ εἴτε διὰ λόγου εἴτε διὰ περιγραφῶν. Ὅλη ἡ Χερσόνησος ἐκτείνεται ἤδη ὑπὸ τοὺς πόδας ἡμῶν μακρὰ καὶ στενή. Ἐνώπιόν μας ἔχομεν τὰς ἀκτὰς καὶ τοὺς ὅρμους της, αἱ δὲ Μοναὶ καὶ αἱ Σκῆται καὶ αἱ Καλύβαι ὅλαι ἐν γραφικωτάτῃ εἰκόνι παρίστανται ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν μας.

- Η Αγία Άννα εις τον χώρον του Αγίου Όρους




Εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος ὑπάρχει φερώνυμος Σκήτη ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς Ἁγίας Ἄννης καὶ εἶναι ἡ μεγαλύτερα καὶ ἀρχαιότερα τῶν «ἰδιορρύθμων Σκητῶν». Ἂς σημειωθῆ δὲ ὅτι καμμία ἄλλη ἑορτὴ (γυναικεία) δὲν ἑορτάζεται εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος εἰμὴ μόνον τῆς «Γιαγιᾶς», ὡς ὀνομάζεται χαϊδευτικῶς, ἀπὸ τοὺς μοναχούς.
Ὁ Ἱεροσολύμων Δοσίθεος (1669—1707), Νοταρᾶς ὁ Πελοποννήσιος ἐν τῇ δωδεκαβίβλῳ αὐτοῦ ἀναφέρει τάδε: «Ἡ νῦν σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης εἰς τόπον τραχὺν καὶ κρημνώδη ἤρξατο οἰκοδομηθῆναι περὶ τὸ 1680 διὰ συνεργίας τοῦ ἀοιδίμου Πατριάρχου Διονυσίου τοῦ ἐξ Ἄνδρου, ὅστις παρητήσατο τὸν θρόνον Κωνσταντινουπόλεως ἐξ αἰτίας ταύτης.
Ἐν ἐπίσημῳ τινι ἡμέρᾳ, ἐνοχλουμένου τοῦ Πατριάρχου τούτου ὑπὸ πολλῶν, ὤφθη πτωχὸς τις ζητῶν θεωρηθῆναι τὸ δίκαιον αὐτοῦ παρὰ τοῦ Πατριάρχου καὶ ἐβόα: Θεώρησόν μου τὸ δίκαιον.
Λέγει αὐτῷ ὁ Πατριάρχης: Οὐχ ὁρᾷς πόσην σύγχυσιν ἔχω καὶ ζητεῖς μοι καὶ σὺ τὸ δίκαιόν σου νὰ θεωρήσω; Λέγει ὁ πτωχός· ἂν τὸ δίκαιόν μου οὐ δύνασαι ἰδεῖν, μὴ Πατριάρχευε.
Ἤθελεν ὅμως ἀνταποκριθῆναι καὶ τὸν Πατριάρχην. Καὶ τί νὰ κάμω, ἂν μὴ Πατριαρχεύσω;
Λέγει ὁ πτωχός· πήγαινε εἰς τὸ Ὄρος νὰ σώσῃς τὴν ψυχήν σου. Καὶ μὲ τὸν λόγον τοῦτον ἔγινεν ἀφανὴς ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν του ὁ πτωχὸς καὶ οὐχ εὑρέθη.
Ὅθεν ἐγνω ἐκ θείας ἄφατου οἰκονομίας γενέσθαι τὴν ὀπτασίαν ἐκείνην καὶ οὕτω παρῃτήσατο καὶ ἐλθὼν εἰς τὸ Ὄρος πολλῶν καλῶν ἐγένετο πρόξενος μετὰ τῶν ἄλλων δὲ καὶ τούτου, τῆς Σκήτης.
Προεκατοίκησαν ἐν τῇ Σκήτῃ δυὸ ἢ τρεῖς Ἡσυχασταὶ ἔχοντες μετ᾿ αὐτοῦ γνωριμίαν, οἵτινες καὶ μικρὰν εἶχον Καλύβην καὶ Ναὸν σμικρότατον ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Συνέβη τότε νὰ ἔλθουν ἐξ Ἀσίας τινὲς καὶ φέρουν εἰς τὰ Κελλία τῆς Προβάτας (Κελλίον Ἁγίου Γεωργίου) τὸν πόδα ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ καὶ ἐφανέρωσαν περὶ τούτου τῷ Πατριάρχῃ ζητοῦντες συμβουλὴν τί νὰ κάμωσιν.
Ἔχων δὲ κλίσιν ὁ Πατριάρχης εἰς τὸν τόπον τοῦτον συνεβούλευσεν αὐτοῖς, νὰ οἰκοδομήσωσι Ναὸν ἐπὶ τῷ ὀνόματι τῆς ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ καὶ νὰ ἀφιερώσωσιν ἐν αὐτῷ τὸν πόδα καὶ νὰ ἡσυχάσωσι καὶ οἱ ἴδιοι κτίζοντες οἰκήματα· καὶ ἔδωκε καὶ τὴν δαπάνην τῆς οἰκοδομῆς τοῦ Ναοῦ ὁ Πατριάρχης καὶ ὠκοδομήθη μικρὸς Ναὸς τότε. Διότι ὁ νῦν μέγιστος καὶ κάλλιστος ἐγένετο ἔπειτα.
Ἔκτοτε ὁ τόπος ἔλαβε τὴν ὀνομασίαν «ΑΓΙΑ ΑΝΝΑ» καὶ ἔπαυσε τὸ ὄνομα τῶν «Βουλευτηρίων». Πρὸ δὲ τούτου, πανταχοῦ τῶν «βουλευτηρίων» εὑρίσκομεν λεγόμενον. Ἐκ τοῦ Κώδικος δὲ τῆς Σκήτεως μανθάνομεν ὅτι ὁ ποῦς τῆς Ἁγίας Ἄννης προσεκομίσθη τῷ 1686.