Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Άγιος Ανδρέας ο δια Χριστόν Σαλός (6ος αιώνας μ.Χ)

Άγιος Ανδρέας ο δια Χριστόν Σαλός (6ος αιώνας μ.Χ)

Ευκαιρήσαντός ποτέ του Επιφανίου επί το αυτό και του Οσίου Ανδρέου, έλαβεν αυτόν εις τον οίκον αυτού, ποιήσαι
εν αναπαύσει καν μίαν εβδομάδα και ανεθήναι αυτόν εκ των πολλών πόνων.
Και δη καθεζομένων αυτών κατά μόνας, ήρξατο ερωτάν αυτόν περί τε δυστυχίας
και μεταβολάς αέρων, και άλλων τινών απορρήτων. Τέλος παρακαλεί αυτόν, ειπείν πώς έσται το τέλος του κόσμου τούτου, και πόθεν γνώσονται οι άνθρωποι το τέλος εγγύς είναι, από ποίων δε σημείων η απόδειξις της συντελείας έσται.
Οίτε θείοι σταυροί, και αι άγιαι εικόνες, και αι ιεραί βίβλοι, και πώς η Πόλις ημών αύτη η νέα Ιερουσαλήμ παρελεύσεται, οίτε σεβάσμιοι ναοί τι
γενήσονται, και των αγίων τα λείψανα που χωρηθώσι, και εν τίνι τα σεμνά της πόλεως ημών μετοικισθώσι. Δέομαι σου σαφήνισόν μοι,σον γάρ έστι δεδομένον του συνιέναι τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών,πόσω μάλλον τα του κόσμου.
Ο μακάριος (Ανδρέας) έφη: Περί της απελευθερώσεως της Κωνσταντινουπόλεως.
Η πόλις αύτη (Κων/πολη) η επάνω πολλών εθνών και πόλεων προκαθεζομένη, ανάλωτος έθνεσι γενήσεται και αχείρωτος (δεν θα αλωθεί από έθνη και δεν θα την πάρει ανθρώπινο χέρι). Η γαρ Θεοτόκος εν σκέπη
των ιδίων πτερύγων ταύτην εφύλαξε, και ταις πρεσβείαις αυτής άτρωτος διαφυλαχθήσεται.
Πλην έθνη τινά τρώσουσι (θα κτυπήσουν) τα τείχη αυτής και τα τόξα αυτών συντρίψαντες εν
αισχύνη αναχωρήσουσιν. Απ' αυτής δε πλουτήσουσιν έθνη και των ηδέων αυτής
απολαύσουσι. Λόγος δε τις φέρεται εισιέναι το γένος των Αγαρηνών και ικανά πλήθη τη
μαχαίρα αυτών κατασφάξουσιν, εγώ δε φημί, ότι το ξανθόν γένος, εισελεύσεται ούτινος η
προσηγορία πρόκειται εν τω επτακαιδεκάτω στοιχείω των εικοσιτεσσάρων στοιχείων
διακεφαλαιούμενον (δηλ το Ρ), αλλ' εισελεύσεται μεν και τα κώλα των αμαρτωλών
(Αγαρηνών-Τούρκων) επί εδάφους καταστρώσουσιν, ουαί δε αυτοίς από των δύο ορπήκων
(των αντιπάλων Ευρωπαίων και Αμερικανών), ων αι ρομφαίαι αύραι (δηλ. οι πύραυλοι
που τρέχουν σαν τον αέρα και περισσότερο), και ως οξεία δρεπάνη πυρός εν θέρει
συγκόπτουσα, και εις τα οπίσω ου μη ανθυποστρέψουσιν ουκέτι, ουδ' ου μη ενταύθα
καταλειφθήσονται (και μετά την έκρηξή τους δεν θα μένει τίποτα από αυτά).
Περί δε ωδίνων αρχής, και περί συντελείας πως σοι αδακρυτεί διεξέλθοιμι (θα σου
εξηγήσω) τέκνον; Εν γαρ ταις εσχάταις ημέραις αναστήσει Κύριος ο Θεός
βασιλέα από πενίας, και πορεύσεται εν δικαιοσύνη, και γενήσεται δι’ ελεημοσύνης τοις
πάσιν ευάρεστος, πάντα δε πόλεμον καταπαύσει, και τους πένητας πλουσίους απεργάσηται,
και έσται ειρήνη ον τρόπον επί των ημερών Νώε, δια το μη ποιείν πόλεμον πώποτε.
Έσονται γαρ οι άνθρωποι πλούσιοι εν ταις ημέραις εκείναις σφόδρα, και εν γαλήνη και
ειρήνη βαθεία εσθίοντες και πίνοντες, γαμούντες και εκγαμίζοντες, εν αδεία πολλή
πορευόμενοι, και αμερίμνως τοις γηίνοις επαναπαυόμενοι. Και εν τω μη είναι πόλεμον επί
της γης, συγκόψουσι τας σπάθας αυτών εις ζιβύνας και εις δρέπανα και εις εργαλεία
γεωπονικά. Και μετά ταύτα δώσει το πρόσωπον αυτού επί ανατολάς, και ταπεινώσει τους
υιούς Άγαρ. Οργισθήσεται γαρ αυτοίς ο Κύριος δια την βλασφημίαν αυτών ην εβλασφήμησαν
εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν (διότι δεν τον θεωρούν Θεό), και δια την των Σοδόμων
ασέλγειαν ην κατεργάζονται (αρσενοκοιτίες που δεν απαγορεύονται στους μουσουλμάνους).
Πολλοί δε εξ αυτών (των πρώην μουσουλμάνων) το άγιον Βάπτισμα κοιμισάμενοι
ευάρεστοι γενήσονται και τιμηθήσονται παρά του ευσεβούς βασιλέως εκείνου. Τους δε
λοιπούς ολέσει (θα απωλέσει), και εμπυρίσει (κατακαύσει), και βιαίω θανάτω παραδώσει.
Εν τοις καιροίς εκείνοις αποκατασταθήσεται πάσα η υφήλιος και το Ιλλυρικόν (δηλ η
σημερινή Αλβανία) τη βασιλεία Ρωμαίων, και η Αίγυπτος κομίσει τα πάκτα αυτής (θα
συνάψει συμφωνία φιλίας). Και θήσει την χείρα αυτού την δεξιάν εις τα κύκλω έθνη και
ημερώσει τα ξανθά γένη, και τους μισούντας αυτόν τροπώσεται (θα κατατροπώσει).
Τριάκοντα και δύο (32) έτη κρατήσει της βασιλείας.
Δώδεκα έτη κήνσον (φόρο) και δόματα ου λήψεται (και άλλου είδους προσφορές
δεν θα λάβει). Αναστήσει θυσιαστήρια συντετριμμένα, και ναούς αγίους ανοικοδομήσει. Δίκη
ουκ έσται εν ταις ημέραις εκείναις, αλλ' ούτε ο αδικών ή ο αδικούμενος. Πτήξει γαρ από
προσώπου αυτού πάσα η γη (θα τον φοβηθεί όλη η γη), και φόβω ποιήσει τους υιούς των
ανθρώπων σωφρονείν (όχι μόνο με λόγια αλλά και με φόβο θα κάνει τους ανθρώπους
να σωφρωνούν), και τους παρανομούντας των μεγιστάνων (αρχόντων) εξολοθρεύσει.
Εν τοις καιροίς γαρ εκείνοις πας χρυσός, ος εστίν εν οιωδήποτε τόπω κρυπτόμενος
νεύσει Θεού αποκαλυφθήσεται τη βασιλεία αυτού (διότι στους καιρούς εκείνους, κάθε τι
πολύτιμο σαν το χρυσάφι, σε οποιονδήποτε τόπο και να κρύπεται, με νεύμα Θεού θα
αποκαλυφθεί στη διάρκεια της βασιλείας του), και αυτός πάντα τα αγαθά πτύω (με το
φτυάρι) σκορπίσει τοις χρείαν έχουσι, και πλουτήσουσιν οι μεγιστάνες αυτού, και έσονται ως
βασιλείς, και οι πένητες ως άρχοντες. Και έσται αυτώ ζήλος μέγας του εκδιώξαι τους
Ιουδαίους. Ισραηλίτης ουχ ευρεθήσεται εν τη πόλει ταύτη. Και αυτός μεγάλα κατορθώματα
ποιήσει, και ουκ έσται ο λυρίζων, ή κυθαρίζων, ή τραγωδών ή τι αισχρόν πράγμα
εργαζόμενος. Πάντας γάρ τους τοιούτους μισήσει, και εξολοθρεύσει εκ της πόλεως Κυρίου
πάντας τους εργαζομένους την ανομίαν. Έσται ουν τότε χαρά και αγαλλίασις, και αγαθά εκ
της γης ανατελεί πλούσια, και έσται ον τρόπον ήσαν επί του Νώε εν γαλήνη και ειρήνη
ευφραινόμενοι, μέχρις ου (έως ότου) ήλθεν ο κατακλυσμός και ήρεν (εφόνευσε) άπαντας
(δηλ. πολύ απότομα θα χειροτερέψουν τα πράγματα).
Περί του τέλους του Κόσμου και περί της ελεύσεως του Αντίχριστου.
Παρελθόντος ουν του σκήπτρου τούτου, τότε γενήσεται αρχή ωδίνων. Τότε
εγερθήσεται ο υιός της απωλείας ονόματι Αράν χιλίαρχος και βασιλεύσει εν τη πόλει ταύτη
τρία έτη και μήνας εξ, και ποιήσει ανομίαν οία ου γέγονεν απ’ αρχής κόσμου, ουδ’ ου μη
γενήσεται. Δογματίσει γαρ και νομοθετήσει όπως μίγνυται πατήρ θυγατρί, και υιός μητρί,
αδελφός αδελφή εκόντες και άκοντες. Ο δε αντερών η αντιλέγων θανάτω τελευτάτω. Ο δε
ούτως αποθανών συν τω Προδρόμω Ιωάννη καταταγήσεται εν τη ημέρα της κρίσεως.
Τότε κελεύσει ζευχθήναι μοναχούς μοναζούσαις, και τους ιερείς ομοίως, και πληθυνθήσονται
αι παράνομοι μίξεις επί πάσαν την γην, και αυτός πορνεύσει μητέρα και θυγατέρα. Διά την
κατάρατον ακολασίαν λύσιν λαβόντες οι μωροί και απαίδευτοι ασώτως ταις εαυτών αδελφαίς
επιχρεμετίσουσι.
Και αναβήσεται η δυσωδία της αιμομιξίας εν τω ουρανώ, και οργισθήσεται Κύριος ο
Θεός όλη τη οικουμένη θυμώ μεγάλω, και εντελείται ταις βρονταίς και ταις αστραπαίς και
άρξωνται μετά θυμού αυτών ακρατώς φέρεσθαι επί παν το πρόσωπον της γης. Πολλαί δε
πόλεις πυρίκαυστοι γενήσονται και άνθρωποι εκ του πατάγου των φοβερών εκείνων
βροντών θροϊσμώ μεγάλω παραλυθήσονται, και κακώς αποθάνωσι, και πολλοί
αστραπόκαυστοι γενήσονται (θα καούν από τα αστροπελέκια). Ουαί δε τότε τη γη και τη
θαλάσση από της απειλής του Παντοκράτορος, και της απείρου οργής της επερχομένης επί
πάσαν την Οικουμένην! Γενήσεται γαρ λιμός επί την γην ώστε τελευτάν τους ανθρώπους
οξέως από της πείνης. Μετά δε ταύτα γενήσεται σεισμός μέγας, ώστε συμπεσείν άπαν
οικοδόμημα, και πολλοί εκ των εργαζομένων την ανομίαν συγχωσθέντες κακώς τον βίον
καταλύσωσι. Γενήσεται δε ο ήλιος μέλας και σκοτεινός, και η σελήνη ως αίμα διά τους
χοιρώδεις ανθρώπους, και οι αστέρες πεσούνται επί την γην. Παν δε όρος και πάσα νήσος
από της έδρας του τόπου αυτών, φόβω του σεισμού και της απειλής μετακινηθήσονται.
Τότε οι ιερείς του Θεού μετά των καταλειφθέντων εναρέτων, και εγκρατών φύγωσιν επί
τα όρη και τα σπήλαια. Παταχθήσεται τοιγαρούν το σκήπτρον τούτο της ανομίας και εν τω
σκότει τω εξωτέρω βληθήσεται. Μακάριοι δε οι κατασκηνώσαντες εν τη πρεσβυτέρα Ρώμη, ή
εν Αρσενόνη ή εν Στροβύλω, ή εν Αρμενοπέτρα, ή εν Σκυθοπόλει. Εν ταις πόλεσι γαρ
ταύταις επαναπαύσονται οι λαοί, εν δε ταις ετέραις πόλεσι πόλεμοι και ταραχαί, κατά τον
ειπόντα: «Μελλήσεται ακούειν πολέμους, και ακοάς πολέμων» (Μαρκ. ιγ'7)
Μετά δε ταύτα εγερθήσεται βασιλεία ετέρα επί την πόλιν ταύτην, και ο βασιλεύς
εκείνος βλοσυρός έσται και μέλας, αρνητής του Θεού και των αγίων, και αλλότριος της
βασιλείας των ουρανών. Ανοίξει γαρ τας μυσαράς βίβλους των Ελλήνων, και
μετατραπήσονται εις τον Ελληνισμόν, και ποιήσει πόλεμον μετά των αγίων, και διώξει την
Εκκλησίαν του Θεού. Μετά γαρ ημέρας τινάς της βασιλείας αυτού τους ναούς των αγίων πυρί
κατακαύσει, τον τίμιον σταυρόν φούρκαν (κρεμάλα) ονομάσει. Τότε ποιήσει το ιερατείον εις
πτώσιν, και συγκόψει (θα σφάξει) το κοινόν του λαού κατά τας δημοσίους οδούς. Εν γαρ ταις
ημέραις εκείναις, αναστήσονται γονείς επί τέκνα και τέκνα επί γονείς και θανατώσουσιν
αυτούς. Παραδώσει γαρ αδελφός αδελφόν, και φίλος φίλους. Πολλοί δε τον Κύριον ημών
Ιησού Χριστόν ομολογήσαντες Θεόν και βασιλέα των απάντων, τον του μαρτυρίου στέφανον
αναδύσονται.
Τότε τους κατοικούντας εν ταις νήσοις εξεδαφίσας (απομακρύνας από τα εδάφη
τους) εις τα της Θράκης και Μακεδονίας και Στρυμόνος μέρη μετάγη, έσονται δε οι νήσοι εις
ερήμωσιν. Κτύποι δε γενήσονται εν τω ουρανώ άνω φοβερώτατοι, και σεισμοί μεγάλοι, και
συμπτώματα πόλεων. Αναστήσεται γαρ έθνος επί έθνος και βασιλεία επί βασιλείαν και έσται
συντριμμός φοβερός επί της γης, θλίψις και στενοχωρία επί τους υιούς των ανθρώπων. Τω
καιρώ εκείνω φανήσεται πυρ απηνθρακωμένον (φωτιά σαν από αναμμένα κάρβουνα) από
του ουρανού έως τάχους αστραπής επισκιάζον παν το πρόσωπον της γης (ίσως κομήτες ή
αστεροειδείς), πετεινών δε συνοχαί πολλαί εν τω αέρι γενήσονται, και όφεων πλειόνων η γη
πληρωθήσεται, δακνόντων τους εν πολλαίς αμαρτίαις βιώσαντας και μη μετανοήσαντας.
Ταύτα και πάντα αρχή οδύνων εισίν.
Εν γαρ ταις ημέραις εκείναις αποστελεί τους αγίους αγγέλους αυτού ο Κύριος, τους
τεταγμένους επί των ανέμων εξάγειν αυτούς εκ των θησαυρών αυτού, και αναφράξωσι τας αναπνοάς αυτών του μη αναπνεύσαι όλως άνεμον εν όλη τη οικουμένη, ώστε γενέσθαι θλίψιν βιαίαν, βρασμόν τε και καύσωνα επί προσώπου πάσης της γης, όπως
στενοχωρηθέντες βλασφημήσωσιν επί Κύριον τον Θεόν ημών. Τότε παν χλωρόν το επί της γης φημί, και τα υψηλότατα των δένδρων ξηρανθήσονται και παν όρος και βουνός ταπεινωθήσονται, και το τρίτον των ζώντων των τε κτηνών και πετεινών και ερπετών των τιθασσών και ατιθάσσων τελευτήσουσι. Γενήσεται δε η θάλασσα εις αίμα και ευθέως το τρίτον μέρος των ιχθύων τελευτήσει, διότι ωργίσθη αυτοίς ο Θεός δια τας
αμαρτίας των ανθρώπων και το αμετανόητον αυτών. Μισήσουσι γαρ αλλήλους οι άνθρωποι
από πολλής κακίας αυτών, μη βουλόμενοι βλέπειν, ή διορθούσθαι εις τα κρείττονα και
σωτηρίας εχόμενα, αλλ' εν τω «πληθυνθήναι την ανομίαν», καθώς ο Κύριος είπε: «ψυγήσεται
η αγάπη των πολλών» (Ματθ. κδ'. 12).
Τελευτήσαντος δε και τούτου του σκήπτρου, τότε έρχεται ο από Αιθιοπίας από του
πρώτου κέρατος, όν φασι δώδεκα έτη κρατήσειν της βασιλείας τους οίακας. Ούτος γαρ
βασιλεύσει εν ειρήνη, τους αγίους οίκους τους υπό των προ αυτού συμπτωθέντας αναστήσει,
επιστρέψει τε και ταις νήσοις τον λαόν αυτών άπαντα, και ως αγαθός αγαπηθήσεται υπό του
λαού, και ενευλογηθήσεται εν παντί έθνει, και έσται χαρά και αγαλλίασις εν όλω τω κόσμω,
έως ου το σκήπτρον τούτο παρελεύσεται.
Ελεύσεται δε μετ' αυτόν ο εξ Αραβίας, ενιαυτόν ημερών. Και εν ταις ημέραις αυτού,
οι κέκτηνται (όσοι κατέχουν) εκ του Τιμίου Ξύλου μερίδα, ανοίξωσι τον θησαυρόν αυτών
και κενούς (άδειους) εύρωσι. Νεύσει γαρ του Παντοκρατορος Θεού ενωθήσονται τα άγια
τμήματα και γένηται ολόκληρος και ακέραιος, καθώς προσηλώθη εν αυτώ Χριστός ο Θεός
ημών, και δοθήσεται τω βασιλεί. Ο δε λαβών αυτόν πορεύσεται εν τη πόλει Ιερουσαλήμ,
και γενόμενος εν τω τόπω του Κρανίου οικείαις χερσί παραδώσει τον τίμιον Σταυρόν, το τε
διάδημα το επί της κεφαλής αυτού κείμενον, επί την κορυφήν του σταυρού θέμενος,
ανυψώσας, ερεί: Κύριε Ιησού Χριστέ, τετέλεσται και πεπλήρωται η ψήφος και ο αριθμός
των ετών, ων προτεθησαύρικας τη βασιλεία Ρωμαίων (τελείωσε και συμπληρώθηκε η
προτίμηση και ο αριθμός των ετών που προαπεφάσισες να δωρήσεις στην βασιλεία
των Ρωμαίων). Δέξαι σου το αοίδιμον και θαυμάσιον δόρυ, συν αυτώ δε και το πνεύμα μου.
Και ευθέως άγγελος Κυρίου εκ του ουρανού καταπτάς άρει τον Τίμιον Σταυρόν συν τω διαδήματι, και την ψυχήν του βασιλέως. Τότε παρέρχεται η βασιλεία των Ρωμαίων. Των γαρ χριστιανών η βασιλεία ο σταυρός κεχρημάτικεν. Μακάριοι εισιν οι φυγόντες εκ της πόλεως ταύτης (όσοι φύγουν από την Ιερουσαλήμ) και απερχόμενοι (αναχωρήσαντες κρυφθούν) εν ερήμοις και σπηλαίοις και οπαίς της γης.
Μετά ταύτα αναστήσονται εν τη πόλει ημών τρεις νεώτεροι, μωροί και αναιδείς, και
εξωλέστατοι, και κρατήσουσιν επί το αυτό της βασιλείας εν ειρήνη ημέρας εκατόν
πεντήκοντα. Εν δε τω μεταξύ εκ διαβολικής ενεργείας μαχηνθέντες αλλήλοις δώσωσι
πόλεμον καθ' εαυτούς ισχυρόν.
Απάρας ουν ο πρώτος εισελεύσεται εν Θεσσαλονίκη, και ερεί. Θεσσαλονικέων η
πόλις, συ νικήσεις τους εχθρούς σου, καύχημα γαρ αγίων συ υπάρχεις, και ηγίασέ σε ο
Κύριος. Τηνικαύτα στρατεύσει ο λαός αυτού από επταετούς και ανωτέρω, στρατεύσει δε και
τους ιερείς και τους μονάζοντας, και ποιήσει αυτούς φορέσαι άρματα πολεμικά, και
κατασκευάσας πλοία μεγάλα πορεύσεται εν Ρώμη, και στας προ των πυλών αυτής, ερεί.
Χαίροις Ρώμη τρίρρωμε, η μάχαιρα σου οξεία, τα βέλη σου ηκονημένα, έντιμος ει συ,
κραταιώς την πίστιν σου κάτεχε, μη αλλάξης αυτήν μέχρι της συντελείας. Μακάριοι οι
κατοικούντες εν τοις οίκοις σου. Τότε στρατεύσει τα ξανθά γένη, και ποιήσει ναυς και
εκδέξεται τους ετέρους αυτού αναμέσον δήλου και αδήλου.
Ο δε δεύτερος μείραξ εκστρατεύσει και αυτός την Μεσοποταμίαν και τας Κυκλάδας
των νήσων και στρατεύσει τους ιερείς, και τους μονάζοντας, μανία δεινή κατά των άλλων
κινούμενος. Και απάρας έλθη επ' ομφαλόν της κτίσεως. Τινές δε λέγουσι την Αλεξάνδρειαν
ομφαλόν είναι της οικουμένης. Εκείσε ουν αυτός εισδέξεται τους ετέρους αυτού, μεθ' ων
οφείλει συνάψαι τον πόλεμον.
Και τρίτος εξελεύσετοι και αυτός εκ της πόλεως, και στρατοπεδεύσει Καρίαν,
Φρυγίαν, Ασίαν, την Αρμενίαν, Γαλατίαν τε και Αραβίαν. Και εν Συλαίω γενόμενος, τάδε
ερεί προς αυτό: Σύλαιον επικέκλησαι, αλλ' ου συλλυθήσει ουδέ παραληφθήσει παρ' ουδενός
των πολεμούντων σε. Ταύτα ειρηκώς απάρας τα στρατεύματα αυτού εν λαώ ασυνθέτω
γενήσεται. Μετά ουν το συναχθήναι αυτούς επί το αυτό κατέναντι αλλήλων, συγκρουσμού
γεγονότος μεληδόν αλλήλους κατακόψουσιν ώσπερ εν μακέλλω τα πρόβατα.
Και αποκτανθήσονται οι τρεις βασιλείς μετά του πλήθους παντός, και εκχυθήσεται
το αίμα αυτών επί της γης, ως πλημμύρα βροχής ύδατος, ώστε μη καταληφθήναι τίνα εξ
αυτών. Τότε συγκραθήσεται η θάλασσα από του αίματος αυτών σημείοις δώδεκα, και έσονται
πάσαι αι γυναίκες χήραι. Επτά γαρ γυναίκες ζητήσουσιν ένα άνδρα και ουχ ευρήσουσι,
μέχρις ότε εξ αλλοδαπής γης ακούσαντες ήξουσιν, οι και ληφθέντες ανήλικοι. Ανδρυνθέντες
δε, έσονται ως χοίροι και εκ της πολλής ασωτίας μη αισθανόμενοι. Τότε δε μακάριοι και
τρισμακάριοι οι εν όρεσι και σπηλαίοις τω Κυρίω δουλεύοντες, επειδή τα δημοσίως γενόμενα
δεινά ου θεάσονται, αλλ' έσονται ιδίως εκδεχόμενοι την μετά του Αντιχρίστου μάχην και
πόλεμον. Οι ηδύτατοι άρνες, οι μέλλοντες δια Χριστόν θύεσθαι (να θυσιασθούν) υπό του
πονηρού Δαν, λέγω δη του παμπονήρου διαβόλου ήτοι του Αντιχρίστου (καταγομένου από
τη φυλή Δαν).
Τότε δια το μη είναι εν τω καιρώ εκείνω άνδρα αιδέσιμον, αλλά πάντας της απωλείας,
αναστήσεται γύναιον πονηρόν και αισχρότατον από του Πόντου, και βασιλεύσει εν τη
βασιλίδι των πόλεων. Αυτή δε γενήσεται βακχεύτρια, μάγισσα, και φαρμακός, και
απαξαπλώς του διαβόλου θυγάτηρ. Εν γαρ ταις ημέραις αυτής έσονται επιβουλαί και σφαγαί
κατά τας ρύμας της πόλεως. Αποκτενεί γαρ έκαστος, ει δυνάμεως έχει, τον πλησίον αυτού,
και υιός πατέρα, και πατήρ υιόν, μήτηρ θυγατέρα, και θυγάτηρ μητρί, αδελφοί
επαναστήσονται αλλήλοις και κατασφάξουσι, και έσται κακία πολλή, και μίσος εν τοις υιοίς
των ανθρώπων, και φόνοι αναρίθμητοι εν τη πόλει ταύτη.
Εν δε τη αγία Εκκλησία ένδοθεν έσονται ασέλγειαι, μοιχείαι, ασωτείαι, αιμομιξίαι,
κιθάραι τε και ορχήσεις, χλευασμοί τε και παίγνια, άπερ άνθρωπος ούτε είδεν ούτε ήκουσε.
Και γαρ η βασιλίς εκείνη η ακάθαρτος θεάν εαυτήν ονομάζουσα και Θεώ μαχόμενη, κόπρω
μιανεί τα άγια θυσιαστήρια, και πλυνεί το σώμα αυτής ύδατι και μολύνει πάντα τον λαόν, και
αποστρέψει το πρόσωπον αυτής από του Θεού, και ενυβρίσει τα άγια των αγίων, και
αρπάσει τα σκεύη τα τίμια από των αγίων Εκκλησιών, τους τε τίμιους σταυρούς και τας
σεβάσμιας εικόνας, τα τε Ευαγγέλια και τους Αποστόλους, και πάσαν βίβλον ιεράν
συναθροίσει επί το αυτό, και ποιήσασα σωρόν μέγαν και βαλούσα πυρ καταφλέξει πάντα, και
τας Εκκλησίας καταστρέψει μέχρις εδάφους. Ζητήσει και λείψανα αγίων του κατακαύσαι αυτά
και ουχ ευρήσει. Ο γαρ Θεός αοράτω δυνάμει από τήσδε της πόλεως μεταγάγει αυτά.
Τότε η τάλαινα της μεγάλης Εκκλησίας της του Θεού Σοφίας καταστρέψει την αγίαν
Τράπεζαν, και τον τόπον του ναού μιάνασα σταθείσα κατά ανατολάς φρυαττομένη, ερεί προς
τον Ύψιστον. Μη κατώκνησα (μήπως κουράστηκα), ω λεγόμενε Θεέ, απολείψαι σου το
μνημόσυνον από της γης. Ίδε τι σοι εποίησα και έκαμον, και ουκ ηδυνήθης καν τριχός μου
εφάψασθαι. Μείνον μοι μικρόν, και εάν ειμί ενταύθα και το στερέωμα χαλώ, και δείξω σοι τις
ο εν θεοίς δυνατώτερος φημί και θεαίς. Ταύτα λαλήσει η γάγγραινα, ή και πλείονα, και δράσει
χείρονα εις ύψος αποπτύουσα και λίθους πέμπουσα. Εώ (παραλείπω) γαρ λέγειν αυτής τα
δεινότερα (χειρότερα).
Εν γαρ τω καιρώ εκείνω κλινεί Κύριος ο Θεός ο Παντοκράτωρ το τόξον αυτού, και τον
θυμόν αυτού, και φοβερά δυνάμει της ισχύος αυτού εκτενεί την χείρα αυτού επί την μεγάλην
πόλιν ταύτην (Κων/πολη). Και δράξηται αυτής εν ισχύι, και τω δρεπάνω της δυνάμεως
αυτού υποτεμεί τον χουν τον υποκάτω της πόλεως ταύτης, και ερεί τοις ύδασι της αβύσσου
του καταπιείν αυτήν, άπερ φοβερώς υπακούσαντα εξ εκατέρων (εκ των δύο) των μερών
τάχει σφοδρώ και ήχω φοβερωτάτω αναβλύσουσι, και το υποκάτω αυτής ανασπάσει από της
γης, και επάρει αυτό εις ύψος ως μύλον γυροβολούμενον, φρίκη πολλή, ώστε θρηνείν και
οδύρεσθαι, κράζειν τε ουαί τοις εν μέσω της πόλεως. Ούτως ουν κατενεχθείσης
(καταβιβασθήσης) αυτής εν τη αβύσσω τα εξ εκατέρων των μερών αναβλύσαντα ύδατα
σφοδρώς κατακλύσαντα και κατακαλύψαντα αυτήν τω φοβερώ και αχανεί πελάγει της
αβύσσου παραπέμψουσιν. Ούτως ουν, ω τέκνον μου Επιφάνιε, η πόλις ημών
συντελεσθήσεται (θα κατασραφεί). Και άπερ δε σοι είρηκα όπισθεν ότι μέλλουσι συμβαίνειν
τω κόσμω δεινά, εκείνα εισιν, άπερ ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός έφησεν αρχήν ωδίνων.
Περί του τέλους του κόσμου.
Μετά δε την παρέλευσιν της πόλεως ταύτης, τα της συντέλειας συνίσταται. Φασί δε
τίνες ότι μετά τον αφανισμόν της πόλεως και το πλήρωμα της των εθνών βασιλείας, μέλλουσι
τα σκήπτρα Ισραήλ εξανίστασθαι (πρόκειται η βασιλεία του Ισραήλ να ανορθωθεί), προς
το βασιλεύσαι τον υπόλοιπον καιρόν εις αναπλήρωσιν του εβδόμου αιώνος (για να
συμπληρωθούν τα χρόνια του 7ου αιώνος), φέροντες εις μαρτυρίαν το υπό του Ησαΐου
ειρημένον. Και έσται εν ταις εσχάταις ημέραις, φησίν, αρεί Κύριος ο Θεός σημείον εν τη
συμπληρώσει των εθνών επί πάντα τα πρόβατα Ιούδα, τα διεσκορπισμένα εν τοις έθνεσι, και
συνάξει τον απωσμένον Ισραήλ εν τη αγία πόλει Ιερουσαλήμ. Και έσται τω Ισραήλ ως τη
ημέρα, η (κατά την οποία) εξήλθεν εκ γης Αιγύπτου, (Ησαΐας ια'12,16) και τα εξής. Και το
υπό του μακαρίου Παύλου του αποστόλου ειρημένον: «Όταν, φησί, το πλήρωμα των εθνών
ήξη, τότε πας Ισραήλ σωθήσεται» (Ρωμ. ια'26). Και ούτοι μεν ούτω λέγουσι και ισοφωνούσιν,
Ιππόλυτος δε ο μάρτυς έφησεν ότι τη επιδημία του Αντίχριστου πρώτοι οι Ιουδαίοι
πλανηθήσονται. Και ο Χριστός δε προμαρτυράμενος έλεγεν αυτοίς ότι, «Εγώ, φησίν, ήλθον
εν τω ονόματι του Πατρός μου και ου λαμβάνετέ με, άλλος ελεύσεται εν τω ιδίω ονόματι και
εκείνον λήψεσθε και εν τη αμαρτία υμών αποθανείσθε» (Ιωαν. ε'.43).
Ότι μεν ουν συνάξει αυτούς ο Θεός εν τη πόλει Ιερουσαλήμ, και τα αυτού αυτοίς
αποδώσηται, εύδηλον όπως του διασκορπισμού την επ' απωλεία πρόφασιν εν τω τέλει υπ'
αυτών εκκόψηται. Έμμελον γαρ λέγειν εν τη κρίσει ότι ει συνήγαγες ημάς εις Ιερουσαλήμ, και
τα ημών απεκατέστησας, πάλαι αν επιστεύσαμεν τω Χριστώ, την αφορμήν του φθόνου
εξεώσαντος του ένεκεν προτιμηθήναι τα έθνη υπέρ ημάς. Νυν δε συναχθέντες, και τα αυτών
απολαβόντες, και εν τη αυτή απιστία μείναντες, πώς σωθήσονται; Ευθέως του Αντιχρίστου
εξερχομένου, ω και πιστεύειν (στον οποίο και θα πιστεύσουν) κατά την φοβεράν φωνήν
του Θεού μέλλουσι: Θεός γαρ ου ψεύδεται, ο μονογενής ο ειπών: «Εγώ ειμί η αλήθεια και η
ζωή» (Ιωαν. ιδ'.ό). Τέλος δε εν τω συναχθήναι αυτούς, εν πρώτοις της απολογίας αυτούς
ταύτης αποστερήσει. Και γαρ ο Παύλος αυτούς σωθήσεσθαι είρηκεν ουκ εκ της αιωνίου
κολάσεως, αλλ’ αντί της τοσούτων ετών παρατάσεως, και της επ' αλλοτρίας περιπλανήσεως,
και του ονειδισμού των εθνών, και της αφάτου αισχύνης (ανεκφράστου εντροπής), ότι εν
τοσαύτη, φησίν, ανάγκη, και εν τοσούτω χλευασμώ, τοσαύτα έτη υπό των εθνών
κωμωδούμενοι, σωθήσονται της δουλείας και του ζυγού, ως συναχθέντες εις τα ίδια. Ου
μέντοι, ως προείπον, της αιωνίου κολάσεως ρυσθήσονται. Ους γαρ η θλίψις ουκ έπεισε
πιστεύσαι τω ζωοποιώ και μονογενεί Υιώ του Θεού, πως πείσει αυτούς η νομιζόμενη χάρις;
και τα εξής.
Ο Επιφάνιος είπεν. Αφες πάτερ πνευματικέ, περί των εχθρών του σταυρού του
Χριστού, τούτο δε μοι ανάγγειλον, οίτινες λέγουσι, μη συμποντίζεσθαι μετά της πόλεως την
του Θεού μεγάλην εκκλησίαν, αλλ' αοράτω δυνάμει κρεμασθήναι αυτήν επί του αέρος.
Ο δίκαιος έφη. Τι λέγεις, ω τέκνον; πάσης της πόλεως βυθιζομένης πως
περισωθήσεται αυτή; ή τις εστίν ο εισερχόμενος εν αυτή χάριν προσκυνήσεως; μη ο Θεός εν
χειροποιήτοις ναοίς κατοικεί; ου μεν ουν, ω τέκνον, ψευδής εστίν ο λόγος ούτος. Μόνος δε
μενεί ο εν τω φόρω στύλος, καθότι κέκτηται τους τίμιους ήλους, αυτός γαρ μόνος μενεί και
σωθήσεται, ώστε παραγενόμενα τα πλοία εν τούτω τους σχοίνους αυτών δήσαντα,
κλαύσουσι και θρηνήσουσι την Βαβυλώνα ταύτην την επτάλοφον, λέγοντες: ουαί ημίν, ότι
η πόλις ημών η μεγάλη και αρχαία βεβύθισται, εν η εισιόντες και τας πραγματείας ποιούντες,
επλουτούμεν καλώς εμπορευόμενοι. Έσται και το πένθος αυτής ημερών τεσσαράκοντα, και
από της θλίψεως των ημερών εκείνων δοθήσεται το βασίλειον και το κράτος τη πρεσβυτέρα
Ρώμη, ωσαύτως και εν τω Συλαίω και εν τη Θεσσαλονίκη υποτασσόμενα τω εν τη Ρώμη
βασιλεύοντι, προς τα τέλη ήδη του κόσμου εγγίσαντος και λοιπόν άτονα τα πράγματα
γενήσονται και δεινότερα και ολέθρια.
Εν εκείνω γαρ τω καιρώ αποφράξει Κύριος ο Θεός τας πύλας τας εν Ινδαλία (εν.
άλλω Ινδία), ας έκλεισεν Αλέξανδρος ο των Μακεδόνων βασιλεύς (δια προσευχής και
συμβολικής θύρας*), και εξελεύσονται οι εβδομήκοντα δύο** βασιλείς μετά του λαού
αυτών, τα λεγόμενα ρυπαρά έθνη, τα βδελυρώτατα πάσης συγχασίας και δυσωδίας, και
διασκορπισθήσονται εν ταις χώραις ταις υπ' ουρανόν, σάρκας ζώντων ανθρώπων εσθίοντες
και το αίμα πίνοντες, κύνας και μυίας και βατράχους νεμόμενοι και πάσαν ρυπαρίαν. Ουαί δε
τη οικουμένη πάση εν η πορεύσονται από προσώπου αυτών. Τας μεν ουν ημέρας εκείνας,
μη έστω χριστιανός Κύριε, ει δυνατόν ην. Αλλ' οίδα ότι έσονται.
Τότε αι ημέραι εκείναι σκοτισθήσονται δίκην θρηνούσαι εν τω αέρι διά το μίσος, όπερ
τα βδελυρά εργάζονται έθνη. Ο ήλιος σκοτισθήσεται, και η σελήνη ου δώσει το φέγγος αυτής,
βλέποντες τα βδελύγματα επί της γης αμιλλώμενα. Φάγονται γαρ και τον χουν της γης και τα
θυσιαστήρια κύθρους οίκων εργάσονται, τα τίμια και άγια σκεύη εν μιάσματι χρήσονται. Οι
κατοικούντες την Ασίαν φευγέτωσαν εις τας κοιλάδας των νήσων. Πενθήσει γαρ Ασία τας
νήσους. Ου γαρ πορεύσονται εν αυτή οι λαοί, αλλ' έσονται πενθούντες ημέρας ρν'.= εκατόν
πεντήκοντα, (εν. αλλω εξακοσίας εξήκοντα).
Περί Αντιχρίστου.
Τότε εγερθήσεται ο σατανάς, ο Αντίχριστος φημί, εκ της φυλής του Δάν, ου μέντοι
ιδία θελήσει γενόμενος άνθρωπος, αλλ' ευρεθήσεται ένεκεν αυτού σκεύος αισχρόν και
ρυπαρόν, όπως πληρωθή εν αυτώ τα των προφητών. Και απολυθήσεται (ο Σατανάς) εκ των
του άδου δεσμών, εν οις αυτόν ο Δεσπότης Χριστός εκείσε γενόμενος έδησε, και
εισελεύσεται εις το σκεύος το αισχρότατον και βδελυρώτατον. Και ανδρυνθέντος αυτού εν
ηλικία τελεία, και βασιλεύσαντος, τότε άρξεται την πλάνην αυτού επισπείρειν, καθά φησί περί
αυτού Ιωάννης ο Θεολόγος.
Τότε γαρ, φασί, εγείρει πόλεμον επί τας κοιλάδας (εν αλ. Κυκλάδας) των νήσων, νήσοι δε είσιν, ως Ησαΐας φησίν, αι εξ εθνών εκκλησίαι. Παραγίνεται δε τότε Ενώχ ο προ του νόμου, και Ηλίας ο εν τω νόμω και Ιωάννης ο εν τη νέα χάριτι, κηρύξαι εν όλη τη οικουμένη τον καιρόν της συντελείας, και την του πλάνου επιδημίαν. Διελεύσονται δε εν σημείοις και τέρασι και προκηρύξουσι του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού την Δευτέραν έλευσιν. Όσοι τοιγαρούν (λοιπόν) θελήσουσι του αποκτείναι αυτούς (να τους φονεύσουν) ή άλλως πως
αδικήσαι, πυρ εξελθόν καταφάγεται αυτούς (Αποκαλ. ια'5) πορεύσονται γαρ εν εξουσία
μεγάλη και τον Αντίχριστον ελέγξαντες αποκτανθήσονται υπ' αυτού εν τη πόλει
Ιερουσαλήμ, και ρίψωσι τα σώματα αυτών άταφα εν μέσω της πόλεως, και επισυναχθέντες
επιγελάσωσιν αυτών ως απροστατεύτων. (Αυτόθι 6,7,8,9,10).
Ποιήσουσι δε επί την πλατείαν κείμενα τα άγια σώματα αυτών τρεις ημέρας. Μεσούσης
δε της τετάρτης καταπτάσα περιστερά εκ του ουρανού ως είδος αστραπής, και επάνω αυτών
περιπατήσασα, ζωήν εμπνεύσει αυτοίς και ισχύσαντες εγερθήσονται ενώπιον πάντων, και
τρόμος λήψεται τους ορώντας αυτούς. Τότε γενήσεται φωνή εκ του ουρανού προς αυτούς
λέγουσα. Ανέλθετε προς με οι φίλοι μου, και ευθέως κατελθούσα νεφέλη άρη αυτούς και
κατασκηνώσει εις τον Παράδεισον. (Αυτόθι 9-13). Πικρώς δε ταπεινώσει ο πλάνος τους τότε
χριστιανούς μέχρι της εσχάτης αυτών αναπνοής, θλίβων και δεινώς τιμωρούμενος, ο μάταιος
άγαν. Τότε ει τις ου πλανηθή και πιστεύση τω Αντιχρίστω, μέγας και υψηλός αναφανήσεται
φίλος Χριστού του Θεού ημών, μακάριοι γαρ πάντες οι άγιοι, τρισμακάριοι δε οι επί του
Αντιχρίστου μαρτυρήσαντες. Μεγίστη γαρ αυτούς διαδέξεται χαρά και αγαλλίασις εις αιώνα
αιώνος. Πρώτον αποκτενεί τον Ηλίαν, είτα τον Ενώχ, μετέπειτα τον της βροντής υιόν,
και τότε τους μη πιστεύοντας εις αυτόν θανάτω πικρώ παραδώσει.
Τότε έσται πόλεμος φοβερός μεταξύ αυτού και του Δεσπότου Χριστού. Επάν γαρ
γνώση προς το τέλος έχειν του κόσμου τούτου τα πράγματα, μανία δεινή προς τον
άνθρωπον αντιπαρατάξηται, αστράπτων και βροντών τε κτύπους ποιών, ώστε τω ήχω της
βοής την υπ' ουρανόν δονείσθαι και περιηχείσθαι σφοδρώς. Και τις τότε ου πτήξει (φοβηθεί)
και θαμβηθήσεται, ω τέκνον; μακάριοι, ως προείπον, οι μη σκανδαλισθέντες επί των
Δεσπότη ημών Χριστώ τω αληθινώ Θεώ ημών, τω σαρκωθέντι και γεννηθέντι εκ της αγίας
Παρθένου Μαρίας, οι πιστεύοντες ανάστασιν νεκρών και ζωήν αιώνιον, και την βασιλείαν των
ουρανών, ήτις τέλος ουκ έχει. Μακάριοι οίτινες διά την αγάπην αυτού αποθανούσι, και ελέγξουσι κατά πρόσωπον τον δράκοντα και την αυτού αποπλάνησιν. Μακάριοι όσοι κατά του δράκοντος ανδρυνθήσονται και γενναίως τα δεινά αυτού ελέγξουσιν. Οι φωστήρες, οι ωραίοι, οι φίλτατοι μαργαρίται, αι γλυκείαι καρδίαι, και τερπναί και μελίρρυτοι, και όσοι εις Πατέρα και Υιόν και Άγιον Πνεύμα, εις την Αγίαν και ομοούσιον Τριάδα την ζωοποιόν, πιστεύωσιν.
Ταύτα του μακαρίου καθεζομένου και λέγοντος, ο Επιφάνιος ακούσας τα μέλλοντα
γενέσθαι κατά την οικουμένην, εθρήνει εκ βάθους ψυχής αυτού. Είτα λέγει προς τον Όσιον.
Δέομαι σου, ειπέ μοι, πώς μέλλει απολειφθήναι από της γης η ανθρωπότης, και ούτω
γενέσθαι την ανάστασιν; ο δε Όσιος έφη: τους μεν, ω τέκνον, τα μυσαρά έθνη αναλώσει,
τους δε εν τοις πυκνοτάτοις πολέμοις θανατώσουσι, και τους επιλοίπους ο
Αντίχριστος. Όσοι δε αυτώ πιστεύσωσι και προσκυνήσωσιν, αποστελεί Κύριος ο Θεός θηρία
πετώμενα, κατά τον Ιεζεκιήλ έχοντα εν ταις ουραίς αυτών βούκεντρα ιού μεμεστωμένα
(κεντριά γεμάτα δηλητήριο). Και όσοι ουχ έξουσι το σημείον της γραφίδος του Χριστού
σώον και ακέραιον εν τοις μετώποις αυτών, υπ' αυτών των θηρίων κεντούμενοι και τω ιώ
αλισκόμενοι χαλεπώ θανάτω πικρώς τελευτήσουσι. Τότε μόλις οι άγιοι οι την σφραγίδα
Χριστού σώαν διαφυλάξαντες εν ερημίαις και όρεσι ματανάσται γενήσονται, ους ο Θεός
πνεύματι δυνάμεως αυτού συνάξει εν τη αγία πόλει Σιών. Ουτοί εισιν οι γραφέντες εις ζωήν
αιώνιον.
Του Αντιχρίστου ήδη παταχθέντος συν τοις δαίμοσιν αυτού και υπό πυρίνων αγγέλων
συλληφθέντων τω κριτηρίω παρίστασθαι και απαιτείσθαι δίκας περί των ψυχών, ων
απώλεσε. Τότε ουν (λοιπόν) η σάλπιγξ ηχήσει και σαλπίσει, και οι νεκροί αναστήσονται
άφθαρτοι. Έπειτα οι ζώντες, καθώς είπεν ο Παύλος (Α' Θεσσαλ. δ' 15), εις την παρουσίαν
του Κυρίου οι περιλειφθέντες (οι εναπομείναντες), αλλαγέντες εν ριπή οφθαλμού από
φθοράς εις αφθαρσίαν άμα συν αυτοίς αρπαγήσονται εν νεφέλαις εις απάντησιν του Κυρίου
εις αέρα. Όταν ουν ίδη τις τα βδελυρά έθνη εις τον κόσμον εξεληλυθότα, τότε ας γινώσκει ότι επί θύραις πάντα και ότι μετά μικρόν ο Κριτής επελεύσεται αποδούναι εκάστω κατά τα έργα αυτού. Ταύτα ελάλησεν ο μακάριος Ανδρέας τω Επιφανίω τη νυκτί
εκείνη αγρυπνούντι αυτώ, παρούσης και της εμής ταπεινότητος. Και του ξύλου κρούσαντος
της Εκκλησίας εκείσε επορεύθη ο Επιφάνιος. Ο δε μακάριος Ανδρέας εν τω οίκω έμεινε καθ'
εαυτόν προσευχόμενος...
Ετελειώθη δε ο ποτέ κρυπτός ήλιος και ουρανομήκης στύλος πυρός, ο μακάριος
Ανδρέας, ο διά Κύριον πένης και σαλός και ξένος και καταπεφρονημένος και υπό πάντων
εξουθενημένος νυνί δε υιός Θεού κατά χάριν γενόμενος και κληρονόμος της βασιλείας των
ουρανών, μηνί Μαίω κη'. (28) εξήκοντα προς τοις εξ (66) έτεσι τον αγώνα τον καλόν
κρυπτώς τω Θεώ αγωνισάμενος. Εγώ δε Νικηφόρος, ελέει Θεού πρεσβύτερος της μεγάλης
Εκκλησίας της βασιλίδος των πόλεων της επωνύμου Θεού Σοφίας, συγγραψάμενος τον
θαυμαστόν τούτον και πολυθρύλλητον βίον, του σεβασμίου πατρός και εν αγίοις Ανδρέου,
άπερ, α μεν οικείοις οφθαλμοίς εώρακα, α δε και παρά του αοιδίμου Επιφανίου, του
γεγονότος ενταύθα αρχιεπισκόπου μεμάθηκα, και τώδε συγγράμματι ενέταξα, χάριτι και
φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μεθ' ου τω Πατρί, άμα τω Αγίω Πνεύματι νυν
και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Η ζωή στο Άγιο Όρος

Η ζωή στο Άγιο Όρος

Άγιον Όρος, η χερσόνησος του Άθω, το Περιβόλι της Παναγίας. Λέξεις ανυπότακτες σε ορισµούς, ωστόσο ενδεικτικές ενός τόπου και τρόπου ζωής.
Το ταξίδι ενός προσκυνητή ή απλώς ενός περίεργου διαβάτη παίρνει διαστάσεις συχνά ανύποπτες, καθώς το απρόσµενα θεϊκό συναπαντάται στις απροσδιόριστες ατραπούς του Πνεύµατος, που µε ανεκλάλητους στεναγµούς επιθυµεί να µας γνωρίσει την αγάπη του Πατρός.
Το πλοιάριο σαλπάρει από την Ουρανούπολη, από την πλευρά του Σιγγιτικού και παραπλέει την όχθη της χερσονήσου.
Αρσανάδες και µοναστήρια φαίνονται από την πλώρη. ∆οχειαρίου, Ξενοφώντος, Παντελεήµονος, Ξηροποτάµου αποβίβαση στη ∆άφνη. Ο εκεί χώρος είναι η πρώτη αίσθηση της ειρήνης του αναχωρητή και της βοής του κοσµικού, σε µια συµπλοκή κίνησης εισόδου και εξόδου.
Ο ταξιδιώτης επιλέγει τον τόπο µετάβασής του είτε διά ξηράς είτε διά θαλάσσης. Ο καθένας για τους δικούς του λόγους πλησιάζει την αθωνική πολιτεία, αναζητά κάτι διαφορετικό και αυτή του το προσφέρει. Στο διάβα του ο ξένος αρχίζει να αισθάνεται οικείος µε το απόµακρο και άγνωστο του τόπου και του τρόπου του βίου. Θα βρει φιλοξενία στο αρχονταρίκι (η αίθουσα υποδοχής και γενικότερα ο χώρος φιλοξενίας των προσκυνητών), θα ακούσει λόγο παρακλήσεως.
Ο καφές µε το ρακί και το λουκούµι εδώ και χρόνια ξεκουράζουν τον προσκυνητή. Αισθάνεσαι ότι αυτή η προσφορά είναι µίµηµα της δωρεάς και θυσιαστικής αγάπης του Τριαδικού Θεού. Από την άλλη, η οµορφιά του φυσικού τοπίου, το πράσινο, το ερηµικό και βραχώδες, το γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας, συνδυάζονται αξιοθαύµαστα µε τα ακίνητα µνηµεία, που η ιστορία τους χάνεται πολλούς αιώνες πίσω. Μυστικοί ήχοι µας γυρίζουν στην εποχή του Φωκά και του Τσιµισκή, στις Σταυροφορίες, τη διαµάχη ενωτικών και ανθενωτικών, στους Καταλανούς και Σαρακηνούς πειρατές, στο ζυγό των Τούρκων. Μέσα σε αταλάντευτη ησυχία, ήχοι του παρελθόντος δένουν µε τη συνέχεια της λατρευτικής παράδοσης, του τυπικού, της Βυζαντινής ψαλµωδίας.
Ο τόπος, συστατικό της κτιστής µας ύπαρξης, εδώ αναδίνει κάτι ξεχωριστό. Από τα κελλιά στο ναό, από εκεί στην τράπεζα, έπειτα στα διακονήµατα, κάπου - κάπου και λίγη ξεκούραση της χοϊκής µας φύσης. Γεύεσαι την ποικιλία του περιβόλου µε τα υψωµένα τείχη, το στενόχωρο του κελλιού, τη µόνωση του ησυχαστηρίου, την τραχύτητα του σπηλαίου· από τη Μεγίστη Λαύρα στη Σιµωνόπετρα, στην Ξηροποτάµου, τη Νέα Σκήτη, το κελλί του µακαριστού Γέροντος Παϊσίου, µέχρι τα Κατουνάκια και τα Καυσοκαλύβια. Ο κάθε χώρος είναι ξεχωριστά χαριτωµένος. Όλα µαζί πάλι αφήνουν την ίδια ευφραντική οσµή, τα συγκροτεί η µία επιστήµη του µοναχισµού, η µία δύναµη του Αγίου Πνεύµατος. Η ποικιλία και η ελευθερία υπάρχει σε σχέση ενότητας. Η ενότητα και η οµοιοµορφία, εκεί, ελευθερώνει. Παρθενία, ακτηµοσύνη, υπακοή. Οι τρεις µοναχικές αρετές. Η µία υποστηρίζει την άλλη και σαν αρµοί δένουν ένα καλοφτιαγµένο κτίριο. Το Ιουλιανό ηµερολόγιο, η Βυζαντινή ώρα εφάπτονται στα ξεβαµµένα και φθαρµένα κτίρια, στις απαλές αποχρώσεις του καστανοκίτρινου και ερυθρόλευκου, του συνεσταλµένου πορφυρού.
Έρχεται η ώρα για τον εσπερινό, ακολουθεί τράπεζα µε λακωνικές κουβέντες, διδακτικές και θεοπρεπείς, µαζί και οι περισταλµένες φιγούρες των µοναχών και το λιτοδίαιτο γεύµα. Προτού χωνέψεις, το τάλαντο µας συνάζει για το απόδειπνο. Ακολουθεί η ανάπαυση ως προοίµιο της ενεργητικότητας της επόµενης ηµέρας. Λίγο µετά τα µεσάνυχτα, ο ηγούµενος, ο εκκλησιάρχης (µοναχός που φροντίζει για την ευπρέπεια του Καθολικού), οι ψάλτες, ο παπάς, ο διάκος, ο κανονάρχης (µοναχός που υπηχεί κατά φράσεις ένα τροπάριο πριν τη µουσική του εκτέλεση από τον ψάλτη) όλοι στη θέση τους. Οι κινήσεις απροσποίητες, µια ανέκφραστη δραµατουργία. Μετάνοιες, σταυροκοπήµατα, ασπασµός των εικόνων, των αγίων λειψάνων.
Όψεις µιας ζωής που µαζί µε άλλες αποτελούν την καθηµερινότητα του εκεί βίου. Η κοινότητα του βίου συντελεί αποτελεσµατικά στην κοινωνία της εν Χριστώ ζωής. Μια ποικιλοµορφία διακονηµάτων οικοδοµεί την πρακτική πλευρά της µοναχικής πολιτείας. Σαν ένα σώµα, ο µάγειρας, ο δοχειάρης (ο υπεύθυνος µοναχός για την αποθήκη τροφίµων της µονής), ο τραπεζάρης, ο βουρδουνάρης (µοναχός που φροντίζει τους σταύλους της µονής), ο κηπουρός συλλειτουργούν. Όµως, σ' ένα ζωντανό από το Πνεύµα οργανισµό, η καθηµερινότητα δεν είναι ρουτίνα που προκαλεί µονοτονία ή ανία. Απεναντίας, είναι αφορµή προσευχής, µετάνοιας, ταπείνωσης του φρονήµατος της σαρκός που ρέπει στην αυτονόµηση, ζητά την αυτοθέωση. Αυτό το φρόνηµα λησµονεί και πληγώνει την αγάπη του Θεού και Πατρός.
Ο µοναχός ως επίγειος άγγελος και ουράνιος άνθρωπος, επιλέγει τη σιγή από τη φλυαρία. Γνωρίζει από την αψευδή µαρτυρία των προγενεστέρων του ότι η σιωπή είναι η γλώσσα του µέλλοντος. Γνωρίζει, επίσης, ότι η ταπείνωση - δώρο και τούτο της χάρης του Θεού - είναι το ένδυµα της θεότητας. Τα µάτια της ψυχής του µοναχού έχουν στηλωθεί στο όραµα της βασιλείας του Θεού. Οι σχέσεις του µε το φυσικό κόσµο, τους ανθρώπους, δεν είναι δουλικές αλλά µεταποιηµένες από την άκτιστη χάρη του Θεού.
Το κοινό όραµα της βασιλείας του Θεού φανερώνει την οικουµενικότητα του Χριστιανισµού και της Ορθοδοξίας. Αλλόφυλλοι και αλλόγλωσσοι δεν είναι απειλή, αλλά εν Χριστώ αδελφοί, προσδοκούν την κοινή ανάσταση, αγωνίζονται σιωπηρά για τον ίδιο σκοπό. Ο τρόπος της ζωής του µοναχού γίνεται αισθητός ως µια θαυµαστή ανάκραση χαράς και λύπης. Ζήση φορτωµένη µε σταυρούς που βλέπει πέρα από το φθαρτό της ιστορίας, στην αθανασία της βασιλείας, στο ανέσπερο φως της αναστάσεως. Σ' αυτό το πλαίσιο ο πόνος και τα δάκρυα δεν είναι φορείς ψυχολογικής λύπης ή κακοµοιριάς, αλλά πνοή αρχοντιάς. Ο άνθρωπος, βιώνοντας καθηµερινά τη θεία λειτουργία, σε χρόνο αχνοφέγγοντος ηλίου, µαθαίνει να ζει µε απεριόριστες προοπτικές, µε το όραµα της εκκλησιοποίησης ολάκερου του κόσµου.
Η προσευχή, η νηστεία, οι εκούσιες στερήσεις, ρίχνουν τον άνθρωπο σ' έναν ορίζοντα που βρίσκεται ακόµη µπροστά µας, περιµένουµε να έλθει, του νεκρώνουν το ατοµικό θέληµα και έτσι µπορεί να προκόψει αληθινά προχωρώντας σε τόπο ολόφωτο, σε δίχως όρια απλοχωριά. Το σεµνό χαµόγελο, το αγέρωχο και ειρηνικό βλέµµα, η απορροφηµένη από το Πνεύµα του Θεού όψη, όλα γίνονται δείκτες µιας άλλης βιοτής, µήνυµα και µαρτυρία, εικόνα της µελλοντικής κατάστασης αυτού που πίστεψε και βαπτίστηκε σε τίποτε λιγότερο από τη ζωή της Αγίας Τριάδος. Η ακατάσκευη και απλή ζωή του ευαγγελίου είναι η ζωή του Χριστιανού· Ο µοναχός, είναι η εικαστικότερη και καλλιτεχνικότερη έκφρασή της.
Στο Άγιον Όρος µαθαίνει κανείς πως τα πάντα συλλειτουργούν δοξάζοντας τον Τριαδικό Θεό και την Κυρία Θεοτόκο. Εκεί, η ποικιλία των µορφών της µοναχικής ζωής, η πλούσια βλάστηση, η ετερότητα του κάθε µοναχού, το µέγεθος της ιστορικής κληρονοµιάς που φυλάγεται, όλα κατορθώνουν και συνυπάρχουν αρµονικά. Η ετερότητα και διαφορά δεν συνιστούν διαίρεση, φθορά και αποτυχία της ζωής ως κοινωνίας. Γι' αυτό µπορεί να έχεις µια βασιλική του 10ου αιώνα µε τοιχογραφίες του 14ου από τους µαΐστορες της Μακεδονικής σχολής και φορητές εικόνες του 16ου αιώνα από τους µαστόρους της Κρητικής σχολής και όλα να δενουν.
Και αυτό γιατί λένε το ίδιο πράγµα, ακούµε την ίδια οµολογία.
Ο µοναχός γεννιέται µέσα από µια περίοδο σκληρής και ευλογηµένης δοκιµασίας. Φτάνει στην κουρά του και λαµβάνει το αγγελικό σχήµα. Και έτσι απλά µαυροντυµένος θα θαφτεί. Στο διακόνηµα - ή στο εργόχειρό του αν είναι ασκητής ή κελλιώτης - µόνος µε τον Θεό, προσεύχεται ακατάπαυστα. Έχει αποταχθεί, έχει λησµονήσει τον κόσµο και έχει λησµονηθεί από αυτόν. Αρκείται και χαίρεται µε το να υπάρχει στη µνήµη του Θεού. Γνωρίζει ότι η ανθρώπινη µνήµη είναι υπόθεση ψυχολογικών διαδικασιών µιας ανθρώπινης ικανότητας φευγαλέας και τελικά ανίκανης να τον στηρίξει στη ζωή, να απαθανατίσει την ύπαρξή του. Η µνήµη του Θεού αναδεικνύεται σε σταθερό έδαφος για την ανθρώπινη ύπαρξη, σε έναν αιώνα που σαλεύεται και φεύγει βιαστικά. Στον Άθω η προσευχή είναι ένας αδιάλειπτος αγώνας στο ναό, στον κήπο, στο διακόνηµα, στο φαγητό, ακόµη και στον ύπνο. Ο αγιορείτης µνηµονεύει τον Θεό ή µάλλον µνηµονεύεται απ' Αυτόν µε το να υπάρχει εν Χριστώ. Η αγρυπνία γίνεται το κατεξοχήν έργο του. Μαθαίνει να συνοµιλεί µε το Θεό, σιγά-σιγά γνωρίζει τα χούγια του, ψήνεται στη σχάρα της άσκησης και γίνεται αναλώσιµος ευαρεστώντας το Θεό, τους αγγέλους, τον Γέροντά του, καταπώς υποσχέθηκε. Ο µοναχός κρατάει το νου του στον άδη, αγγίζει την εσχατιά του σκότους της ύπαρξής του και µόλις το Πνεύµα του Θεού πνεύσει ως ειρήνη που µένει σ' όλα τα µέλη του σώµατος και τα µέρη της ψυχής του, τότε αυτό το ένα Πνεύµα, ως φως, οδηγεί την ισχνή, εύθραυστη ύπαρξή του σε προκοπή, µεγάλωµα, ανάβαση από δόξα σε δόξα.
Για όλο τον κόσµο, αλλά ιδιαίτερα για την Ελλάδα, σήµερα για µια ακόµη φορά ακούγεται σωστά ο στίχος του ποιητή: "Μνήµη του λαού µου σε λένε Πίνδο, και σε λένε Άθω" (Οδ. Ελύτης).

Μοναχική μύηση (Κουρά)

Ο µοναχός, όπως και κάθε πλάσµα, του Θεού γεννιέται και πεθαίνει. Όµως η γέννηση του µοναχού δεν ταυτίζεται µε τη βιολογική γέννηση, αλλά µε µια νέα ταυτότητα που αποκτά κατόπιν µακροχρόνιας και έντονης µύησης και δοκιµασίας. Τα θέσµια του Ορθόδοξου µοναχισµού και κατεξοχήν του Αγίου Όρους, προϋποθέτουν µια τέτοια πορεία.
Ο υποψήφιος αρχικά εντάσσεται δοκιµαστικά σε µια αδελφότητα. Εκεί, υπό την καθοδήγηση του Γέροντα - Ηγουµένου, ακολουθεί ένα πρόγραµµα προσευχής και διακονίας και συνυφασµένης κατήχησης, που τηρείται για ένα χρόνο ή και περισσότερο. Ως δόκιµος, συνήθως ο υποψήφιος δε φέρει παρά µόνο "σκουφάκι", κατόπιν ευχής που του διαβάζεται.Ύστερα από απόφαση του ηγουµενοσυµβουλίου ορίζεται η στιγµή της κουράς του υποψήφιου µοναχού. Την ιεροτελεστία θα τελέσει κάποιος ιεροµόναχος, ενώ ο ηγούµενος θα παραστέκεται στον προσερχόµενο µοναχό ως ανάδοχός του. Ο υποψήφιος, φορώντας συνήθως λευκές κάλτσες και λευκή φανέλλα, µετά την είσοδο του ευαγγελίου στη Θεία Λειτουργία, οδηγούµενος υπό του ηγουµένου, φέρεται από τη θύρα του ναού κάτω από τον πολυέλαιο. Εκεί, αφού βάλει µετάνοια προς τα τέσσερα σηµεία του ορίζοντα, προχωρεί και βάζει τρεις µετάνοιες στις εικόνες του Χριστού, της Θεοτόκου και του αγίου που τιµάται το Καθολικό. Έπειτα βάζει µετάνοια, παίρνει την ευχή του Ηγουµένου και στέκεται στα αριστερά του µε σταυρωµένα τα χέρια.Μετά την ψαλµωδία των διατεταγµένων απολυτικίων, ο ιερέας κατηχεί τον µέλλοντα µοναχό διαβάζοντας την ευχή "Άνοιξον τα της καρδίας σου ώτα, Αδελφέ,…". Ακολουθούν ερωταποκρίσεις ανάµεσα στον ιερέα και τον υποψήφιο που βεβαιώνουν την εκούσια προσέλευσή του στη µοναχική πολιτεία. Σ' όσες ερωτήσεις απαντά θετικά ακούµε την ευλογηµένη απόκριση "Ναι, του Θεού συνεργούντος µοι, τίµιε Πάτερ". Αµέσως µετά τις ερωταποκρίσεις συνεχίζεται η κατήχηση υπό του ιερέως. Νέα στιχοµυθία έπεται. Μετά και το πέρας αυτής της στιχοµυθίας, ο ιερέας απευθύνει ευχή ζητώντας τη βοήθεια του Θεού για τον κειρόµενο µοναχό. Ακολουθεί η εκφώνηση του ονόµατος του µοναχού. Ο ιερέας τότε τρεις φορές θα δώσει στον κειρόµενο µοναχό το ψαλίδι της κουράς του και ο µοναχός άλλες τρεις αντίστοιχα θα αντιδώσει το ψαλίδι διαµέσου του Ηγουµένου στον ιερέα. Ο ιερέας κείρει την κόµη του γονυκλινή υποψήφιου στο όνοµα της Αγίας Τριάδος, ενώ οι χοροί ψάλλουν τρεις φορές το "Κύριε Ελέησον". Ο τυπικάρης (µοναχός υπεύθυνος για την τήρηση του τυπικού) στη συνέχεια φέρνει τα µοναχικά ενδύµατα από το Ιερό Βήµα και τα επιδίδει στον ιερέα. Αυτός, αφού τα ευλογήσει τα παραδίδει στον Ηγούµενο, ο οποίος και ντύνει το νέο µοναχό. Έτσι µε τη σειρά του φορά το ζωστικό, το αγγελικό σχήµα, το πολυσταύρι, τη ζώνη, το ράσο, τα υποδήµατα, το καλυµµαύχι, το κουκούλι και τέλος τον µανδύα. Συνεχίζεται η Θεία Λειτουργία ψαλλοµένου του "Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε..". Θα ακολουθήσουν τα αναγνώσµατα και ο ιερέας θα δώσει στο νέο µοναχό σταυρό, κοµποσχοίνι και λαµπάδα αναµµένη. Ο νέος µοναχός θα µεταλάβει πρώτος χωρίς να βγάλει το κουκούλι του. Αφού µοιραστεί το αντίδωρο, οι άλλοι µοναχοί µε τη σειρά πηγαίνουν στο νέο αδελφό που στέκεται σε στασίδι, ασπάζονται το σταυρό που κρατά και του εύχονται "καλό παράδεισο" ή άλλες αρµόζουσες ευχές. Ακολουθεί η τράπεζα, όπου ο νεοκαρείς µοναχός κάθεται πλησίον του ηγουµένου. Τα µοναχικά ενδύµατα είναι µαύρα. Το µεγάλο σχήµα που µοιάζει µε πετραχήλι είναι µαύρο κεντηµένο µε κόκκινο ή άσπρες και χρωµατιστές κλωστές. Πάνω του αναπαρασταίνονται ο σταυρός του Κυρίου µε τη λόγχη και τον σπόγγο εκατέρωθεν και από κάτω µια νεκροκεφαλή. Αριστερά και δεξιά έχει σε συντοµογραφίες τις επιγραφές:
ΜΙΧΑΗΛ ΓΑΒΡΙΗΛ
ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΝΙΚΑ
Τούτο το Σχήµα δαίµονες φρίτουσσι
Θεού θέα Θείον Θαύµα
Χριστός Χριστιανοίς χαράν χαρίζει
Φως Χριστού φαίνει πάσι
Τόπος Κρανίου Παράδεισος γέγονε Αδάµ

Ο Λειτουργικός Κύκλος µιας Ηµέρας

Η νύχτα και ο έναστρος ουρανός κρατύνουν πάνω από τα κτίσµατα του µοναστηριού. Είναι ώρα προσευχής, εγρήγορσης και ανάτασης της ψυχής προς τις θείες διακοσµήσεις.
Στις 7:30΄ µε τη Βυζαντινή ώρα, ο εκκλησιαστικός θα σηµάνει το πρώτο τάλαντο, θα ανάψει τις κανδήλες, τις λουσέρνες, τα φανάρια και τους φανούς του Καθολικού. Στις 7:45΄ σηµαίνει το δεύτερο τάλαντο και στις 8:00΄ το τρίτο. Ο εφηµέριος βάζει το πετραχήλι και το Μεσονυκτικό αρχίζει. Τούτη η ακολουθία φέρνει εγρήγορση στην ανύστακτη ψυχή που προσµένει στο µεσονύκτιο το Νυµφίο Χριστό. Αποτελεί σηµείο διαχωριστικό του σκότους της πλάνης που ο χριστιανός και ειδικά ο µοναχός άφησε πίσω του και της ζωής του φωτός που αναµένεται να ανατείλει την επόµενη ηµέρα. Καθώς αρχίζει ο "Άµωµος" ο εκκλησιαστικός βάζει µετάνοια στον Ηγούµενο και χτυπά µε την σειρά τον κόπανο και το καθηµερινό σιδεράκι.
Μετά το τρίτο κατανυκτικό τροπάριο ο εκκλησιαστικός ανοίγει τη Βασιλική Πύλη. Ο ιερέας εισέρχεται στον κυρίως ναό και ποιεί "Ευλογητόν" ιστάµενος έµπροσθεν του τέµπλου. Κατά τη διάρκεια ανάγνωσης του "Επακούσαι σου.." θα θυµιατίσει το ναό. Ο "Εξάψαλµος" θα διαβαστεί από τον Ηγούµενο. Με το πέρας της έκτης Ωδής διαβάζεται το Συναξάρι της ηµέρας και ο εκκλησιαστικός και πάλι θα χτυπήσει το σιδεράκι. Στην εννάτη Ωδή, "Την Τιµιωτέραν", ο ιερέας θυµιάζει το ναό, ενώ οι µοναχοί αποκουκουλίζονται και κατεβαίνουν από τα στασίδια τους. Μια στάση που εύγλωττα φανερώνει την ξεχωριστή τιµή που οι µοναχοί αποτίουν στην Κυρία Θεοτόκο.
Προς το τέλος του Όρθρου σηµαίνει ένα τάλαντο σε τρεις στάσεις κύκλω του ναού. Γίνεται απόλυση και µεταβαίνουν στο παρεκκλήσι που θα τελεσθεί η Θεία Λειτουργία. Εκεί πρωτίστως αναγιγνώσκεται η τρίτη και έκτη Ώρα. Στο "∆όξα" της έκτης Ώρας ο εκκλησιαστικός σηµαίνει το σιδεράκι. Τότε περίπου θα σηµάνει και ο ιερέας τον κωδωνίσκο της προθέσεως και οι πατέρες αποκουκουλισµένοι και έχοντας κατεβεί από τα στασίδια τους µνηµονεύουν µυστικά τα ονόµατα που ο καθείς φέρει στη µνήµη του, ζώντων και κεκοιµηµένων. Σε λίγο ο εκκλησιαστικός ανάβει τα δρακόντια από το τέµπλο του παρεκκλησιού και ακολουθεί η Θεία Λειτουργία. Τα βηµόθυρα παραµένουν κλειστά, για να ανοίξουν µόνο στις δύο εισόδους και την ώρα της Θείας Μετάληψης.
Στο τρίτο αντίφωνο γίνεται η µικρή είσοδος υπό του ιερέως φέροντος το ευαγγέλιο, προηγουµένου του εκκλησιαστικού µε αναµµένο εισοδικό. Ακολουθούν τα αναγνώσµατα, ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο. Λίγο µετά ψάλλεται ο χερουβικός ύµνος, γίνεται η µεγάλη είσοδος όπου τα Τίµια ∆ώρα διακοµίζονται από την Πρόθεση στην Αγία Τράπεζα. Τα Λειτουργικά και οι αιτήσεις του ιερέως δηµιουργούν θεία ένταση φτάνοντας ως την Κυριακή προσευχή. Προ της Μεταλήψεως οι µοναχοί χαιρετούν τις εικόνες. Ακολουθεί η κοινωνία του Σώµατος και Αίµατος του Χριστού, το κέντρο της ζωής του µοναχού και κάθε χριστιανού. Έπεται η απόλυση. ∆ιανέµεται το αντίδωρο και κατά την έξοδο λαµβάνεται και ο αγιασµός που φυλάγεται σε ειδικό σκεύος στη λιτή.
Στη συνέχεια, αν δεν είναι µέρα νηστείας κατά την οποία απουσιάζει το πρωινό γεύµα, εισέρχονται στην Τράπεζα. Αρχίζει προσευχή, και ενώ οι παρευρισκόµενοι τρώνε, ο αναγνώστης διαβάζει αποσπάσµατα από πατερικά κείµενα ή βίους αγίων. Ο εφηµέριος, αν απουσιάζει ο ηγούµενος, δια ξυλίνου σφυρίδος σηµαίνει το τέλος του φαγητού και ευλογεί τα περισεύµατα ευχαριστώντας τον Θεό. Στην έξοδο της τράπεζας ο ιερέας ευλογεί τους εξερχόµενους και οι διακονητές, κάµπτοντες την οσφύ, ζητούν συγχώρεση από τους αδελφούς για τυχόν λάθη και παραλλείψεις. ∆ίωρη ή τρίωρη ξεκούραση προηγείται της επιστροφής των µοναχών στο διατεταγµένο για τον καθένα διακόνηµα.
Όπως µια µικρή κοινότητα για να ζήσει χρειάζεται σωστή κατανοµή εργασιών, έτσι και ένα κοινόβιο µοναστήρι ή σκήτη ή κελλί επιβιώνει και προοδεύει και εκπληρώνει τη σωστική αποστολή του µε την ανάθεση των διαφόρων διακονηµάτων στους εκεί εγκαταβιούντας µοναχούς.
Ο αρχοντάρης περιµένει να προσφέρει ξεκούραση στους νεοφερµένους προσκυνητές, να τους σερβίρει τον κλασικό δίσκο µε το νερό, το ρακί και το λουκούµι και να τους τακτοποιήσει στα δωµάτιά τους. Άλλοι αδελφοί ασχολούνται µε τους λαικούς εργάτες που δουλεύουν εκεί, φροντίζουν τους γεροντότερους, επιµελούνται τα ζώα, φτιάχνουν ψωµί και ετοιµάζουν το φαγητό στο µαγειρείο. Ο εκκλησιάρχης ευπρεπίζει το ναό, ενώ άλλοι έχουν για εργόχειρο το πλέξιµο κοµποσχινιών, την αγιογραφία, την ξυλογλυπτική και την αργυροχοία, την παρασκευή θυµιάµατος και σπάνια την ιεροραπτική και τη βιβλιοδεσία.
Οι γεροντότεροι, που προσµένουν τη µετάβασή τους στην αγήρω µακαριότητα, σµίγουν σε κουβέντες πνευµατικές, στρέφονται σε µνήµες του παρελθόντος και του µέλλοντος, ενώ ο τριγύρω χώρος εµµένει να διαιωνίζει µια ειρήνη αταλάντευτη που περιαυγάζει τους τρούλλους, τους σταυρούς, τη φιάλη και την κρήνη που κοσµούν το φυσικό περίγυρο.
Στις 8:30΄ κατά τη Βυζαντινή Ώρα ο εκκλησιαστικός θα σηµάνει το πρώτο τάλαντο, στις 8:45΄ το δεύτερο και στις 9:00΄ το τρίτο. Τότε στο χώρο της λιτής αρχίζει η εννάτη Ώρα. Στο "∆όξα" της εννάτης ο εκκλησιαστικός θα βγει από το ναό για να κρούσει τον κόπανο και κατόπιν το σιδεράκι. Με το τέλος της εννάτης Ώρας ο ιερέας, ιστάµενος έµπροσθεν του Ιερού Βήµατος, αρχίζει τον Εσπερινό. Η ακολουθία αυτή κατά αρχαία χριστιανική συνήθεια, έχοντας ιουδαικές καταβολές, αποτελεί το προοίµιο της επόµενης ηµέρας. Τον "Προοιµιακό" θα διαβάσει ο πρώτος στην τάξη µοναχός. Στο "Κύριε εκέκραξα.." ο ιερέας θυµιάζει το ναό. Τις ψιλές καθηµερινές δεν έχει είδοδο. Μετά το "Νυν απολύεις…" ο εκκλησιαστικός σβήνει τα λαδοκέρια και λίγο µετά ακολουθεί η απόλυση. Οι µοναχοί εξέρχονται του ναού κατευθυνόµενοι προς την Τράπεζα. Και πάλι λόγοι προσευχητικοί και διδακτικοί ανακρώνται µε το φαγητό. Στις 12:00΄ ο εκκλησιαστικός θα κρούσει το σιδεράκι για το Απόδειπνο που λαµβάνει χώρα στη λιτή. Είναι ώρα για προσευχή και δέηση προς το Θεό να τηρήσει όσους πάνε να κοιµηθούν ασφαλείς υπό τη σκέπη Του. Μετά το "Σύµβολο της Πίστεως" ανάβεται το λαδοκέρι της εικόνας της Θεοτόκου και ένας µοναχός ασκεπής απαγγέλει τους "Χαιρετισµούς". Στη διάρκεια του Αποδείπνου, ή αµέσως µετά, οι προσκηνυτές έχουν την ευλογία να χαιρετίσουν τα άγια λείψανα στον κυρίως ναό. Πρό του τέλους του αποδείπνου µοναχοί και προσκηνυτές ασπάζονται τις εικόνες και παίρνουν την ευχή του ηγουµένου ή του ιερέως και γίνεται απόλυση. Ύστερα άλλοι θα προτιµήσουν µια διδακτική συζήτηση, άλλοι την ανάγνωση και άλλοι την ξεκούραση. Τέλος όλοι θα πάνε στα κελλιά τους. Οι µοναχοί από νωρίς, µετά τα µεσάνυχτα, πριν προσέλθουν στο ναό, θα ξυπνήσουν για την επιτέλεση του προσωπικού τους κανόνα, που περιλαµβάνει συνήθως µετάνοιες, προσευχή µε κοµποσχοίνι και ανάγνωση ψυχωφελών βιβλίων.
Κατ' αυτόν τον τρόπο αρχίζει και κλείνει µια ηµέρα, η καθηµερινότητα του µοναχικού βίου στον Άθω, εδώ και χίλια χρόνια. Και έχεις την έντονη εντύπωση πως η νύχτα που εξουσιάζει και στην έναρξη και στη λήξη, δεν είναι ο ζόφος που συρρικνώνει και συστέλλει τη ζωή, αλλά η φερέλπιδη ησυχία που βιώνει τη ζωηφόρο νέκρωση, η ταφή που κυοφορεί σαν το σπόρο τη ζωή και η νύχτα µε το σκοτάδι που θα δώσει τόπο στην πληρότητα του φωτός της Τρισηλίου Θεότητος.

Κηδεία Μοναχού

Όταν επισυµβεί να κοιµηθεί ένα γεροντάκι ή οποιοσδήποτε µοναχός (συνήθως φθάνουν σε µεγάλη ηλικία, γιατί δεν κάνουν καταχρήσεις και τρώνε υγιεινές τροφές), δεν του κάνουν λουτρό, αλλά τον σφουγγίζουν µε χλιαρό νερό σταυροειδώς στο µέτωπο, το στήθος, τα χέρια, τα γόνατα και τα πόδια. Χωρίς να τον δει γυµνό ο µοναχός που θα τον ντύσει, τον αλλάζει, του φοράει κάλτσες καθαρές, εσώβρακο µακρύ, φανέλλα, το σχήµα, το πολυσταύρι, του σταυρώνει τα χέρια και τα δένει µε επίδεσµο. Του περνάει µετά ένα κοµποσχοινάκι σ' αυτό, του βάζει σκούφο και του σκεπάζει µε το κουκούλι, που του βάζει, το πρόσωπο σχηµατίζοντας σταυρό. Τον τοποθετεί στο σάγισµα (τρίχινο ή ψαθί), αφού τον περιζώσει µε το λουρί και του φορέσει καινούργια υποδήµατα. Μετά ρίχνει πάνω του το ράσο µε σχιστά τα µανίκια, που τα τοποθετεί διαγωνίως και το ράβει όλο, ώστε να περιλάβει µέσα όλο το λείψανο, µε µαύρη κλωστή. Με άσπρη κάνει τρεις σταυρούς στο κεφάλι, το στήθος και τα πόδια. Αν έχει κοιµηθεί στο Νοσοκοµείο ή το Γηροκοµείο, έρχεται ένας ιερέας και κάνει τρισάγιο. Αν ο ίδιος ο νεκρός είναι ιεροµόναχος, του βάζουν από πάνω ένα πετραχήλι. Αν είναι ηγούµενος δεν του σκεπάζουν το κεφάλι. Με ξύλινο φορείο (νεκροκράβατο) µεταφέρεται στο νάρθηκα. Όσον καιρό µένει εκεί, καίει λαµπάδα και αδελφοί εναλλάξ διαβάζουν το ψαλτήρι. Η νεκρώσιµη (εξοδιαστική) ακολουθία ιεροµονάχου ψάλλεται στο µέσο του καθολικού, ενώ απλού µοναχού στο µέσο της λιτής.
Κατά τη διάρκεια της ακολουθίας όλοι οι αδελφοί κρατούν αναµµένα κεριά. Πάνω στο στήθος του νεκρού υπάρχει η τρίµορφη εικόνα. Η ακολουθία είναι πολύ µεγαλύτερη από τη συνήθη.
Αµέσως µετά, ενώ ψέλνεται το Τρισάγιο, το λείψανο µεταφέρεται στο κοιµητήρι. Μπρος πηγαίνουν οι εκκλησιαστικοί κρατώντας φανάρια, ακολουθούν οι χοροί των ψαλτών, των ιερέων και των άλλων αδελφών και καθ' οδόν γίνονται στάσεις, για ν'αναπεµφθούν αιτήσεις. Αφού τοποθετηθεί το λείψανο χωρίς το σάγισµα στο µνήµα, ο ιερέας ρίχνει σταυροειδώς χώµα και λάδι απ' το καντήλι του Χριστού (στο Κοιµητήρι)… Μετά οι αδελφοί κάνουν κοµποσχοίνι 100άρι υπέρ αναπαύσεως… Ύστερα γίνεται το Τρισάγιο…και ο Ηγούµενος εκφωνεί λόγο εξαίροντας την αρετή και τους πνευµατικούς αγώνες του µοναχού που κοιµήθηκε.
Επί 40 µέρες οι αδελφοί του µοναστηριού κάνουν στον κανόνα τους κοµποσχοίνι "υπέρ αναπαύσεως" του αδελφού που κοιµήθηκε. Ο νεκρός µνηµονεύεται επί 40 µέρες µετά την ταφή του κατά τη µεγάλη είσοδο. Αν είναι Ηγούµενος, πολύ περισσότερο χρόνο. Αναγράφεται στα δίπτυχα (ο κάθε µοναχός που απήλθε) και µνηµονεύεται καθηµερινά στην προσκοµιδή κατά τη Θεία Λειτουργία (καθολικό, παρεκκλήσια).

ΤΙ ΕΙΔΑ ΚΑΙ ΤΗ ΕΖΗΣΑ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΓΕΡΟΝΤΑ ΦΙΛΟΘΕΟ ΖΕΡΒΑΚΟ . Ο ΓΕΡΟ-ΔΑΜΙΑΝΟΣ «Α, να δούμε θα μας αφήσει ό Θεός χωρίς λάδι;».


ΤΙ ΕΙΔΑ ΚΑΙ ΤΗ ΕΖΗΣΑ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΓΕΡΟΝΤΑ ΦΙΛΟΘΕΟ ΖΕΡΒΑΚΟ . Ο ΓΕΡΟ-ΔΑΜΙΑΝΟΣ «Α, να δούμε θα μας αφήσει ό Θεός χωρίς λάδι;».


ΤΙ ΕΙΔΑ ΚΑΙ ΤΗ ΕΖΗΣΑ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΓΕΡΟΝΤΑ ΦΙΛΟΘΕΟ ΖΕΡΒΑΚΟ .
Ο ΓΕΡΟ-ΔΑΜΙΑΝΟΣ «Α, να δούμε θα μας αφήσει ό Θεός χωρίς λάδι;».

H πρόνοια του Θεού αγκαλιάζει τα πάντα  και είναι ωραίο να εγκαταλείπεσαι   σ' αυτήν. Ή εμπιστοσύνη αυτή     κάνει να περιμένω με υπομονή και να στέκω ορθός με αναμμένη μέσα μου την ελπίδα. Σήμερα ό πατήρ-Δαμιανός πού είναι οικονόμος της μονής, ήρθε σε προστριβές με τούς νεότερους μοναχούς γιατί τον κατηγόρησαν πώς σκορπούσε το λάδι   στο    κόσμο, σε φιλανθρωπίες, ενώ ή αδελφότητα σε τρις μέρες δέ θα είχε σταγόνα για να συντηρηθεί. Έτσι λοιπόν ο Γέροντας κλαμένος, ήρθε στο κελί μου γεμάτο πόνο. Πόνο, όχι για την προστριβή αλλά για την έλλειψη εμπιστοσύνης στην πρόνοια του Θεού. Ακούς εκεί μονολογούσε, να απιστούν στην πρόνοια του Πατέρα μας!!


Έτσι δεν πτοήθηκε άπ' τις πιέσεις. Εκείνη την Παρασκευή άδειασε όλο το λάδι και το 'δωσε στους φτωχούς. Και σαν τελειώσαμε μαζί την αποστολή, το καλοσυνάτο προσωπάκι του, έλαμπε από χαρά και ικανοποίηση. Με κοίταξε ίσια στο πρόσωπο και μου 'πε: «Ή μεγαλύτερη αρρώστια είναι ή απιστία». Τί να πω; Ήμουν στο μετερίζι ενός βράχου πάνω και κάτω απ' τα πόδια μου απλωνόταν το χάος.. Εκείνος τότε, σα να κατάλαβε και με την απλοϊκή του πίστη πού μετακινεί βουνά είπε: «Α, να δούμε θα μας αφήσει ό Θεός χωρίς λάδι;».


Την Κυριακή, ό γέρο-Δαμιανός, κτύπησε την πόρτα μου και σαν του άνοιξα, τον είδα να λάμπει όλος από χαρά!! Μπροστά μου δεν είχα τον όγδονταπεντάρη γέρο, αλλά ένα φωτεινό παιδάκι με μάτια πού άστραφταν από ικανοποίηση!! Κοίτα μου λέει, απλώνοντας το χέρι σαν ικεσία σε μένα και δίνοντας μου ένα χαρτί.. Έμεινα άφωνος, ενώ τα μάτια μου, είχαν βουρκώσει!! Ήταν ένα τηλεγράφημα από τούς Μολάους Μάνης, πού οι κάτοικοι μας έστελναν δωρεά στο μοναστήρι χίλια κιλά λαδιού. Θα το συνόδευε κάποιος μπάρμπα-Γιώργης.


Στην αγάπη για τον άνθρωπο και στην αμφιβολία μας, απαντούσε ό καλός Θεός με το χέρι του πατέρα-Δαμιανού. Φίλησα το γέροντα και του είπα: «Είναι καιρός να καθαρισθώ απ' τα λέπια των ματιών μου για να βλέπω και να ευχαριστώ». Πρέπει να γίνω απλός σαν παιδάκι για να ζήσω και να διώξω από μέσα μου το θάνατο.
 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΟΥ. ΑΡΧΙΜ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ ΖΩΚΑΡΗ.

Περί Εφημεριών εν Κωνσταντινουπόλει. (Αρχιμ. Δοσιθέου Κανέλλου, Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας)

Περί Εφημεριών εν Κωνσταντινουπόλει. (Αρχιμ. Δοσιθέου Κανέλλου, Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας)





Περί Εφημεριών εν Κωνσταντινουπόλει.
(Αρχιμ. Δοσιθέου Κανέλλου,
Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας)
Σεβασμιώτατε  δέσποτα, αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί και συλλειτουργοί, ευχαριστώ πολύ που με καλέσατε για να σας ομιλήσω. Δεν έρχομαι εν σοφία λόγων, ούτε ως επιστήμων θεολόγος, ούτε για να τριχάσω την τρίχα.
Είμαι ένας καλογερόπαπας και απευθύνομαι σε παπάδες, με την παλαιά έννοια του όρου «παπάς», κι όχι με την μειωτική που μας αποδίδουν σήμερα με την λέξι «παπαδαριό». «Παπάς» είναι λέξις τιμητική και είναι χαϊδευτικό της λέξεως «πατήρ», και μετάφρασις της αραμαϊκής λέξεως «αββάς». Και η λέξις «παπάς» ή «παπίας» δεν είναι μακρυά ετυμολογικώς από την λέξι «πάπας» που τόσον έχει παρεξηγηθή εξ αιτίας της χρήσεώς της από τον επίσκοπο Ρώμης.
Τονίζω ότι ιερομόναχοι και έγγαμοι πρεσβύτεροι είμεθα ένα· άνευ διακρίσεως «αγιότητος». Είμαι παπάς, είσθε παπάδες. Είμαι πρεσβύτερος, είσθε πρεσβύτεροι.
Δεν υπάρχει στην Εκκλησία του Χριστού διάκρισις μεταξύ έγγαμου και άγαμου κλήρου. Όπου υπάρχει διάκρισις, εκεί υπάρχει αίρεσις. Διότι μια φορά, θυμάμαι, κάποιοι αρχιερείς οι οποίοι προέρχονταν από οργανώσεις είχαν επισκεφθεί το Μοναστήρι που ήμουν καλόγηρος. Και λέγει τότε ο οικείος επίσκοπος, μακαριστός πλέον τώρα, πως την επομένη ημέρα θα ετελείτο μια «παρθενική Λειτουργία». Του λέγω:
-Τι εννοείτε; Μου απαντά:
-Θα λειτουργήσουμε μόνον εμείς οι άγαμοι.
-Συγγνώμη, μα εγώ δεν θα λειτουργήσω, δεν θα έρθω.
-Γιατί; ερωτά. Και του απαντώ:
-Πρώτον, διότι αυτό είναι εγκρατιτική αίρεσις, δεύτερον διότι οι Κανόνες της Εκκλησίας απαγορεύουν την διάκρισι μεταξύ άγαμου και έγγαμου επί ποινή αφορισμού, και τρίτον διότι εγώ δεν είμαι παρθένος.
Εκεί τινάχτηκε! Λέει:
—Τί εννοείς;
—Εννοώ πως αν ο Μέγας Βασίλειος λέγει ότι «Και γυναίκα ού γινώσκω και παρθένος ούκ ειμί», εγώ δεν μπορώ να ισχυρισθώ πως είμαι παρθένος. Εξάλλου η Εκκλησία του Χριστού, εκ των ανδρών μόνον ένα ονόμασε Παρθένο∙ τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και Ευαγγελιστή. Οι υπόλοιποι είμαστε καθ’ υπόνοιαν «παρθένοι».
Γι’ αυτό λοιπόν, αγαπητοί μου, αισθάνομαι πολλήν την οικειότητα ανάμεσά σας. Άλλωστε να ξέρετε πως οι καλύτεροί μου φίλοι είναι οι έγγαμοι κληρικοί. Και χαίρω ιδιαιτέρως όταν έρχονται στο Μοναστήρι μας και λειτουργούν. Διότι δεν είναι σωστό κάποιοι αρχιμανδρίτες των 20 και 25 χρόνων να περιφρονούν κληρικούς έγγαμους 80 – 85 χρόνων.
Αλλά «περί την νύσσαν τον πώλον κεντώ» για να θυμηθώ το άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο
Ο νους μου πετά προς την Κωνσταντινούπολι την αγαπημένη. Εκεί θέλω να μεταφέρω και την αγάπη σας. Δεν θα σας μιλήσω για τους ναούς της, ούτε για τ’ αγιάσματά της, ούτε για τα κάστρα της. Δεν θα σας μιλήσω ούτε για τον Πατριάρχη και την Πατριαρχική αυλή. Γι’ αυτά μιλούν πολλοί και έχουν γράψει πολλά και γράφουν εισέτι.
Θα σας απασχολήσω με κάτι που κανείς μέχρι τώρα δεν καταπιάστηκε. Θα σας μιλήσω για συναδέλφους. Για τους δικούς σας ανθρώπους. Για τους παπάδες της Πόλης. Γι’ αυτούς τους ήρωες για τους οποίους κανείς δεν ομιλεί, κανείς δεν γράφει. Θα σας μιλήσω για όσα έχω ακούσει, για όσα έχω δή, για όσα οι ίδιοι μου έχουν διηγηθή. Ιερείς με οικογένειες, σε μακρυνές ξεχασμένες ενορίες, χωρίς ενορίτες, σ’ ένα περιβάλλον εχθρικό. Ιστορίες άγνωστες, άλλες συγκινητικές, άλλες ηρωικές, αλλά όλες ενδιαφέρουσες. Φυσικά θα αναφερθώ ενδεικτικά, σε πολύ λίγα, διότι δεν θα ήτο δυνατόν να αναφέρω στην αγάπη σας όλα όσα γνωρίζω.
Για να κάνουμε και μια σύγκρισι μεταξύ αυτών και ημών. Διότι παραπονούμεθα πολλάκις αλλά χωρίς λόγο και αιτία.
Ζούν οι ταπεινοί λευίτες της Κωνσταντινουπόλεως σε ένα εχθρικό περιβάλλον. Δεν γνωρίζουν από που και από ποιόν θα έρθη η βρισιά, η πέτρα, το φτύσιμο. Λίγο να διαταραχθούν οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, αυτοί πληρώνουν τα σπασμένα.
Επίσης γνωρίζουν ότι εκεί είναι μόνιμοι. Κάθε φυγή προς τα εδώ ή το εξωτερικό σημαίνει καθαίρεσις. Και όμως μένουν εκεί από του χρέους μη κινούντες. Ωσάν τον στρατιώτη μιας πύλης στην Πομπηΐα. Η λάβα του Βεζούβιου ήρθε και τον εκάλυψε, μα εκείνος έμεινε ακίνητος φρουρός μιάς διαταγής· να μη εγκατάλειψη την πύλη. Και στις ανασκαφές βρέθηκε πετρωμένος απ’ την λάβα με το δόρυ στο χέρι, στην πύλη.
Ο εφημέριος της Παναγίας στο Πέραν μου έλεγε πριν μερικά χρόνια: «Είμαι εδώ εφημέριος επί 54 χρόνια». Αν ζη πρέπει να έχη ξεπεράση τα 60 χρόνια ιερατικής διακονίας. Και είδε δόξες να περνούν και να χάνονται…
Εμείς πολλές φορές έχουμε σαν όνειρο την συνταξιοδότησι. Να πάρουμε σύνταξι να γλυτώσουμε από τριμηνίες, προϋπολογισμούς και απολογισμούς. Γνώρισα τον πατέρα Φιλόθεο στην ηλικία των 92 ετών. Ήτο εφημέριος στον Άγιο Γεώργιο Εδίρνε Καπού (στην Πύλη της Αδριανουπόλεως). Ενορίτες; Αυτός, η παπαδιά του και μία κόρη, αν δεν απατώμαι. Ψάλαμε μαζύ σε μια Προηγιασμένη στο Αγίασμα των Βλαχερνών. Εθαύμασα την αντοχή του στο ψάλσιμο, παρ’ όλη την προχωρημένη ηλικία του. Μετά την απόλυσι, τον ερώτησα:
-Είσθε συνταξιούχος; Μου απήντησε:
Εμείς εδώ δεν γνωρίζουμε τι έστι σύνταξις· πεθαίνουμε στο Θυσιαστήριο!
Μετά τρία έτη έμαθα ότι εκοιμήθη. Όμως εκοιμήθη ως λειτουργός. Στο Θυσιαστήριο, από του χρέους μη κινών.
Ύστερα από το διάταγμα του Κεμάλ το 1934 η ρασοφορία εκτός του ναού απαγορεύεται. Οπότε οι ιερείς κυκλοφορούν με πολιτικά και εισερχόμενοι εις τον ναόν φορούν ράσο και καλυμαύχι. Διευκρινίζω πως η ρασοφορία έκτοτε απαγορεύθηκε για τους τούρκους υπηκόους και μόνον, κι όχι δι’ όσους απλώς επισκέπτονται την Τουρκία (εξ Ελλάδος φερ’ ειπείν ή όπου αλλού). Ενθυμούμαι, λοιπόν, τον μακαριστόν π. Μελέτιο Σακκουλίδη, τον Μεγάλον Οικονόμον. Ήτο εφημέριος σε 11 ναούς της περιφερείας Υψωμαθείων. Έζησε τα δραματικά γεγονότα του ’55 στους Αγίους Θεοδώρους Βλάγκας. Αυτός ποτέ δεν εκάθισε σε ώρα ακολουθίας η Θείας Λειτουργίας. Μέχρι τέλους. Και εντύπωσι μου είχε κάνει μεγάλη διότι δεν έκρυβε ποτέ την ιερωσύνη του. Και γένεια έτρεφε και κόμη διατηρούσε. Μάλιστα δε ο μακάριος εκείνος στο αριστερό πέτο του σακακιού του είχε πάντοτε καρφιτσωμένο ένα χρυσό σταυρό. Και πάντα έτσι κυκλοφορούσε εν μέσω αλλογενών και αλλοθρήσκων· με τον σταυρό να λάμπει.
Αυτό το διάταγμα του Κεμάλ, έφερε σε πολύ δύσκολι θέσι τους εφημέριους τότε, αλλά και τους πιστούς. Έχει καταγραφεί ότι ο Πατριάρχης Φώτιος ο Β’ (επί του οποίου βγήκε το διάταγμα) ουδέποτε εξήλθε του Πατριαρχείου, αρνούμενος και μη ανεχόμενος να συνοδεύεται από παντελονοφόρους κληρικούς.
Ο μακαριστός π. Γεώργιος Οκουμούσης εφημέριος στην Ίμβρο (εκοιμήθη πέρυσι) μου εδιηγείτο τα εξής: «Ο πατέρας μου ήταν παπάς. Όταν ήλθε ειδοποίησις από το Πατριαρχείο να βγάλουν οι ιερείς τα ράσα, να περιορίσουν κατά το δυνατόν την γενειάδα και να κόψουν την κοτσίδα (για να μη δίδουν στόχο, διότι τα πράγματα τότε ήσαν πολύ άγρια και επικίνδυνα) έπεσε θρήνος στο σπίτι μας. Ο πατέρας μου ήταν ιερεύς στους Αγ. Θεοδώρους και έπρεπε να συμμορφωθή. Με κλάμματα η μητέρα μου παπαδιά πήρε το ψαλίδι, έκοψε την κοτσίδα και την τοποθέτησε σ’ ένα κουτί. Την έβαλε κάτω άπ’ τα εικονίσματα, και όταν ο πατέρας μου εκοιμήθη, το μόνο κτέρισμα που τον συνώδευσε στον τάφο ήσαν τα μαλλιά του, η κοτσίδα του»…
Είπα και προηγουμένως· οι κίνδυνοι ελλοχεύουν πάντοτε. Οι ιερείς είναι στο στόχαστρο. Ας κυκλοφορούν με πολιτικά, τους διακρίνουν αμέσως. Ακόμα, θυμηθείτε, αγνοείται η τύχη του πτώματος του Ηγουμένου του Μπαλουκλή Χρύσανθου. Κάποιο πηγάδι κρατάει το μυστικό του βασανισμού του… Ο τέως Μέγας Εκκλησιάρχης π. Σεραφείμ όταν ήτο διάκονος, λειτουργούσε σε κάποιο ναό της περιφερείας του Βοσπόρου. Θες από άγνοια του κινδύνου, θες από αφέλεια φόρεσε γαλάζια διακονική στολή. Ήταν η εποχή μετά τα Σεπτεμβριανά. Ξαφνικά εισβάλλουν στον ναό τραμπούκοι εγκάθετοι και απήτησαν με κραυγές, βρίζοντας και απειλώντας, να βγάλη τα άμφια που θύμιζαν Ελλάδα…
Μου έλεγεν ο μακαρίτης παπα-Νεόφυτος εφημέριος στο Μπαλουκλή: «Κάποιος Χριστιανός με χάρισε ένα ρολόι χειρός που είχε στο κέντρο την Παναγία. Το φόρεσα και μπήκα στο λεωφορείο για να πάω στο σπίτι μου στα Ταταύλα. Το λεωφορείο γεμάτο ήταν, θέσεις δεν είχε, και στεκόμουν όρθιος. Πιάστηκα από την χειρολαβή να μη πέσω, τραβήχτηκε το μανίκι καί φάνηκε το ρολόϊ. Σαν κοράκια, σαν όρνια έπεσαν επάνω μου να με γδάρουν. Είδα κι έλαβα να γλυτώσω από τα χέρια τους. Και από τότε το έχω στην τσέπη του σακακιού μου». Εκείνο, αδελφοί μου, που είναι πολλές φορές ανυπόφορο για τους ιερείς της Πόλεως είναι η μοναξιά. Χωρίς οικογένεια, χωρίς ενορίτες.
Περιμένω μια φορά στον διάδρομο έξω από το Πατριαρχικό Γραφείο να με δεχθή ο Πατριάρχης. Δίπλα μου κάθεται ένας ηλικιωμένος ιερεύς. Περιμένει να δη κι αυτός τον Πατριάρχη. Πιάνουμε κουβέντα. «Είμαι Ίμβριος και εφημερεύω στον Άγιο Φωκά στο Ορτάκιοϊ (Μεσοχώρι). Έχω 15 ενορίτες, απ’ τους οποίους οι μισοί είναι κατάκοιτοι. Δύο θυγατέρες έχω, αλλά στην Αθήνα μένουν. Εδώ πιά μόνος μένω. Έχασα την παπαδιά μου εδώ και δέκα επτά χρόνια. Μόλις πέθανε η παπαδιά μου σκέφθηκα να φύγω. Πως να έμενα πιά μόνος μου, με προβλήματα υγείας… Την ώρα που της έριχνα λίγο χώμα στον τάφο της, πάτερ μου, σαν να άκουσα την φωνή της: -Παπά μου, τόσα χρόνια σε υπηρετούσα πιστά, και τώρα φεύγεις και με αφήνεις μόνη; Ποιος θα μου ανάβη το καντήλι στον τάφο; Κι έτσι, πάτερ, αποφάσισα κι έμεινα μόνος μου δέκα επτά χρόνια, σ’ ένα κελλάκι του ναού, στο οποίο γυναίκα δεν πάτησε∙ μόνος μου τακτοποιούμαι και συντηρούμαι. Όμως έχει πολλά σκαλιά και δεν μπορώ πιά ν’ ανεβοκατεβαίνω. Δεν με βαστούν τα πόδια μου. Έχω και πολλές αρρώστιες… Γι’ αυτό ήλθα στον Πατριάρχη να με αφήση να φύγω, να πάω στις κόρες μου»…
Μπαίνει πρώτος στον Πατριάρχη. Εγώ δεύτερος. Μου λέγει ο Πατριάρχης: «Τον λυπούμαι, έχει πολλές αρρώστιες, είναι ηλικιωμένος, αλλά εάν φύγει θα κλείση ο Άγιος Φωκάς». Απαντώ: «Παναγιώτατε, ολοι έχουμε αρρώστιες. Άλλος λίγες, άλλος πολλές. Αλλά ο πατήρ έχει μια αρρώστια ανίατη∙ την μοναξιά!»…
Μετά από δύο χρόνια εκοιμήθη. Ένας νέος κληρικός εύελπις τον διεδέχθη και λειτουργεί τώρα στον Άγιο Φωκά στο Μεσοχώρι.
Κουβεντιάζω, πριν από χρόνια, με τον τότε εφημέριο της Παναγίας Χαντζεριώτισσας, τον μακαρίτη επίσης π. Γεώργιο. Ενορίται; Ουδείς. Μόνον οι νεωκόροι και αυτοί αραβόφωνοι. Χήρος με μια κόρη με ειδικές ανάγκες. Μου αφηγείται: «Ήλθε, πάτερ, η ημέρα της Πεντηκοστής. Χτύπησα την καμπάνα γιατί έπρεπε να την χτυπήσω· διότι αν δεν την χτυπήσω θεωρείται η εκκλησία έρημη, mazbut, και καταλαμβάνεται από την Γενική Διεύθυνση Βακουφιών. Διάβασα όσα διάβασα, μόνος κι έρημος. Έφθασα στις ευχές της γονυκλισίας. Γονάτισα. Κουτσά – στραβά τις διάβασα. Πήγα να σηκωθώ. Αδύνατον! Τα γόνατά μου δεν με ακολουθούσαν! Σύρθηκα σαν χελώνα μέσα στο ιερό. Βρήκα μια καρέκλα. Πιάστηκα και επιτέλους σηκώθηκα»…
Με μια συντροφιά πήγα προσκυνητής στον ναό του Ευαγγελισμού στο Βαφεοχώριον ή στους Ταξιάρχες Μεγάλου Ρεύματος, δεν ενθυμούμαι καλώς. Μεγάλη χαρά είχε ο εφημέριος που μας είδε. «Ελάτε να σας βλέπουμε! Να ακούμε ελληνικά! Δεν θέλουμε τίποτε. Μόνο λίγο λιβάνι, δυο καθαρές λαμπάδες, ένα πρόσφορο!».
Όμως υπάρχουν στην Πόλι και πολλοί τούρκοι, ίσως οι πλείστοι, που είναι άνθρωποι ταπεινοί, ευλαβείς. Και πολλές φορές ωφελείσαι απ’ αυτούς.
Όταν ο νύν Μητροπολίτης Καλλιουπόλεως και Μαδύτου Στέφανος ήτο Αρχιδιάκονος, μπήκε σ’ ένα ταξί για να πάη στους γονείς του, στα Ταταύλα. Κυκλοφορούσε, φυσικά, με τα πολιτικά. Ο ταξιτζής τον κοιτάζει από το καθρεφτάκι και τον ρωτάει, στα τούρκικα βεβαίως:
—Παπάς είσθε;
—Ναι, άπαντα απορημένος (που τον κατάλαβε) ο Αρχιδιάκονος. Ο ταξιτζής κουνώντας το κεφάλι του συνεχίζει:
Εσείς έχετε πολύ δύσκολη δουλειά.
—Εσείς ίσως δυσκολότερη, που όλη μέρα είσθε στο τιμόνι, στους δρόμους.
—Όχι, παπάζ εφέντη, η δική σας δουλειά είναι πιο δύσκολη. Εγώ αν κάνω καμμιά ζημιά θα πληρώσω στο συνεργείο ή στην τροχαία, κι αν κάνω κάτι σοβαρότερο ίσως μπώ και φυλακή. Εσείς, όμως, αν δεν κάνετε όπως πρέπει τα καθήκοντα σας, θα έχετε να κάνετε με τον Αλλάχ! Έκπληξις!
Άλλη περίπτωσις. Στην Αντιγόνη ήταν ένας εφημέριος με πέντε παιδιά. Τα ‘μπλεξε με μιάν Αρμένισσα και παρατάει την οικογένειά του. Το μαθαίνει ο χότζας του νησιού, τον πλησιάζει και τον νουθετεί: «Μεγάλη αμαρτία κάνεις, παπάζ εφέντη! Είσαι ιερεύς. Αυτό είναι μεγάλη υπόθεσις! Έχεις ευθύνη στον Θεό και στο Γένος σου. Τίποτε δεν σας λείπει. Ξέρουμε ότι το Πατριαρχείο σας φροντίζει. Ξανασκέψου το! Ντροπή, γιατί το κάνης αυτό;». Δυστυχώς ο ταλαίπωρος δεν τον άκουσε και καθηρέθη. Το παράδοξον και λυπηρόν του πράγματος είναι ότι αυτός τώρα κάνει τον ξεναγό στην Πόλι, ακόμα και μέσα στο Πατριαρχείο!
Γνωρίζω, όμως, και μια εντελώς αντίθετη ιστορία. Την έζησα προσωπικώς. Μια ιστορία μεγάλης μετανοίας. Φυσικά, δεν θα αναφερθώ σε ονόματα ή ναούς.
Βρίσκομαι σ’ ένα πανηγυρίζοντα ιερό ναό κάπου στην Πόλι. Μέσα στο ιερό βήμα βλέπω ένα (για νεωκόρος μου φάνηκε) που εγνώριζε τα πάντα από τάξη. Άριστος στην διακονία του. Στο τέλος, με την απόλυσι, τον πλησιάζω και τον συγχαίρω:
—Μπράβο! Είσαι ο καλύτερος νεωκόρος που έχω συναντήση!
Αμέσως αυτός άρχισε να κλαίη!
—Μήπως σε προσέβαλα, ζητώ συγγνώμη, του λέγω.
—Όχι, πάτερ. Αλλά δεν είμαι νεωκόρος. Είμαι καθηρημένος διάκονος, και μένω στην Ελλάδα χρόνια τώρα, δουλεύοντας ως καθηγητής.
Συζητήσαμε επ’ αρκετόν. Κατάλαβα ότι δεν υπήρχαν ηθικοί λόγοι. Μόνον λόγοι ανυπακοής.
—Άκου, του λέγω, αν διετηρήθης καθαρός, πήγαινε στον Πατριάρχη. Βάλε μετάνοια. Ζήτησε συγγνώμη. Αυτός θα σε δεχθή και θα σε επαναφέρη.
Είπαμε κι άλλα πολλά. Σκορπίσαμε. Μετά από 2-3 χρόνια βρέθηκα πάλι στην Πόλι σε κάποιον άλλο ναό. Διακονούσε ένας διάκονος. Δεν μου πήγε στο νού τίποτε. Μετά την απόλυσι με πλησιάζει, με αγκαλιάζει, με φιλάει, δακρύζει.
—Δεν με θυμάσαι; Είμαι ο τάδε, κι όλα έγιναν όπως μου είπες!
Τώρα πλέον ως ιερεύς άμισθος υπηρετεί με ζήλο πολύ σε εκκλησία της Πόλης! Καλή του ώρα!
Έχω δε διαπιστώσει ότι καλοί εφημέριοι διεμβολίζουν τους αλλόθρησκους και πολλάκις οι σχέσεις τους είναι φιλικές· εξαιρούνται βεβαίως οι γκρίζοι λύκοι.
Στα Σεπτεμβριανά όλες οι εκκλησίες της Πόλεως και των ομόρων Μητροπόλεων υπέστησαν δηώσεις, καταστροφές και ιεροσυλίες αφάνταστες. Μια, όμως, εγλύτωσε. Ποιά; Οι Άγιοι Απόστολοι στο Φερίκιοϊ.
Το τι θα συνέβαινε εκείνη την φοβερή αποφράδα νύχτα, στους λεγάμενους (στους τούρκους δηλαδή) ήταν γνωστό από ημερών πολλών. Έγινε θέμα συζητήσεως στους θαμώνες του απέναντι του ιερού ναού καφενείου. Ψιλοκουβεντιάζουν οι τούρκοι μεταξύ τους. Άλλοι υπέρ, άλλοι κατά. Κάποιος επεμβαίνει.
—Πρέπει να προστατέψουμε την ρωμαίϊκη εκκλησία, διότι σ’ αυτήν, το ξέρετε όλοι, είναι ένας παπάς που μας βοηθάει στις ανάγκες μας, στις αρρώστιες μας, στην ανέχειά μας.
—Πάψε, ρε! Παραμύθια! λένε οι φωνασκούντες αντιτιθέμενοι.
—Θα σας το αποδείξω! Αμέσως κιόλας. Δεν έχω ούτε μια λίρα πάνω μου, ψάξτε με! Θα πάω στο σπίτι του παπά και θα σας φέρω 500 λίρες!
Πάει, λοιπόν, και χτυπάει την πόρτα. Ζητάει τα χρήματα παρακαλώντας, λέγοντας πως έχει μεγάλη ανάγκη, άρρωστη γυναίκα και άλλα τέτοια. Ο παπάς απαντά:
—Βρε παιδί μου, δεν έχω τόσα χρήματα πάνω μου, και μάλιστα τέτοια ώρα. Θα ζητήσω και από τις αδελφές μου, όμως. Περίμενε!
Συγκεντρώνει το ποσόν και του το δίδει. Τότε ο τούρκος τρέχει στο καφενείο και κρατώντας τα χρήματα στα χέρια του ψηλά και δείχνοντας τα φωνάζει στους ομοφύλους του:
—Βλέπετε, όλοι; Αυτός είναι ο παπάς!
Έτσι, λοιπόν, εκείνο το φρικτό βράδυ του 1955, όλοι οι τούρκοι γείτονες περικύκλωσαν την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και όταν άρχισαν να έρχονται οι παρακρατικοί τραμπούκοι και ο μαινόμενος όχλος με ρόπαλα και μαχαίρια, βρήκαν τους ομοθρήσκους τους να προασπίζονται αποφασισμένοι τον ιερό ναό· «θα περάσετε πάνω άπ’ τα πτώματά μας και ύστερα θα πειράξετε τον ναό και τον παπά»!
Το όνομα του εφημερίου; Δημήτριος Παπαδόπουλος. «Άνους» κατά τον Πατριάρχη Αθηναγόρα. Ταπεινός και απέριττος, ευλαβής και αφανής. Ποιος Δημήτριος; Ο κατόπιν Οικουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος! Από τους καλυτέρους Πατριάρχας του 20ού αιώνος!
Ας είναι αυτά τα ολίγα, ταπεινό μνημόσυνο γι’ αυτόν τον υπέροχο Πατριάρχη!
Υπάρχουν, αδελφοί συλλειτουργοί, και άλλα πολλά. Ενθυμούμαι όμως τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο που λέγει ότι ο λόγος δεν πρέπει να γίνεται «αηδής διά τον κόρον» διό και τελειώνω εδώ.
Αυτοί οι πρεσβύτεροι αξίζουν τον θαυμασμό μας. Χωρίς ποίμνιο, χωρίς «τυχερά», χωρίς κρατική ενίσχυσι, χωρίς καμμιά εξουσία (σημειωτέον πως η κρατική εξουσία εκεί δεν αναγνωρίζει καθόλου τους κληρικούς παρά μόνον τους εφοροεπιτρόπους των βακουφιών, οι ιερείς και οι επίσκοποι είναι ως μη υπάρχοντες), γαντζωμένοι σαν τα στρείδια στον βράχο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, χτυπούν καμπάνα και μ’ αυτήν διαλαλούν ότι υπάρχουν, ότι η Ρωμηοσύνη ζη και θα ζη έως ότου έλθη ο Ευλογημένος. Αμήν.
[*] Ομιλία του Γέροντος Δοσιθέου σε Ιερατική Σύναξη των Εφημερίων της Ιεράς Μητροπόλεως Ιεραπύτνης και Σητείας, που πραγματοποιήθηκε στον Ιερό Καθεδρικό Ναό Αγίας Φωτεινής Ιεράπετρας τη Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012.
Πηγή: Διμηνιαία έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Ιεραπυτνής και Σητείας, «Άγκυρα Ελπίδος», περίοδος Β΄, τ.68, Μάϊος-Ιούνιος 2012

Ένα άγγελος ζήτησε από εμένα να προσευχηθώ γι' αυτόν!

Ένα άγγελος ζήτησε από εμένα να προσευχηθώ γι' αυτόν!

Ἕνας Γέροντας εἶπε ὅτι ὑπῆρχε κάποιος ἀναχωρητής, ποὺ κατοικοῦσε στὴν πιὸ βαθιὰ ἔρημο ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια κι εἶχε ἀποκτήσει χάρισμα διορατικό, ὥστε νὰ συναναστρέφεται μὲ τοὺς ἀγγέλους. Καὶ συνέβη τὸ ἑξῆς: Δυὸ ἀδελφοὶ μοναχοὶ ἄκουσαν τὰ σχετικὰ μ᾿ αὐτὸν καὶ εἶχαν τὴν ἐπιθυμία νὰ τὸν γνωρίσουν καὶ νὰ ὠφεληθοῦν. Βγῆκαν ἀπὸ τὰ κελιά τους καὶ πήγαιναν πρὸς αὐτὸν μὲ ἐμπιστοσύνη στὴν καρδιά. Καὶ ἀναζητοῦσαν τὸν δοῦλο τοῦ Θεοῦ στὴν ἔρημο.

Ὕστερα ἀπὸ μερικὲς μέρες πλησίασαν στὴ σπηλιὰ τοῦ Γέροντα. Ἀπὸ μακριὰ βλέπουν κάποιον σὰν ἄνθρωπο ντυμένο στὰ λευκὰ νὰ στέκεται πάνω σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς λόφους ποὺ ἦταν κοντὰ στὸν ὅσιο σὲ ἀπόσταση περίπου τριῶν σημείων.

Τοὺς φώναξε:
«Ἀδελφοί, ἀδελφοί».
Αὐτοὶ τὸν ρώτησαν:
«Ποιὸς εἶσαι καὶ τί θέλεις;»
«Νὰ πεῖτε, τοὺς ἀποκρίθηκε, στὸν ἀββᾶ ἐκεῖνον ποὺ θὰ συναντήσετε: θυμήσου αὐτὸ ποὺ σὲ παρακάλεσα».
Οἱ ἀδελφοὶ ἦρθαν, βρῆκαν τὸν Γέροντα, τὸν χαιρέτισαν καὶ πέφτοντας στὰ πόδια τοῦ παρακαλοῦσαν νὰ ἀκούσουν ἀπὸ τὸ στόμα του λόγο σωτηρίας. Πράγματι, διδάχτηκαν ἀπ᾿ αὐτὸν καὶ ὠφελήθηκαν πολύ.
Τοῦ μίλησαν καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ εἶδαν καθὼς ἔρχονταν, καὶ τὴν παράκλησή του. Ὁ Γέροντας κατάλαβε ποιὸς ἦταν, ἀλλὰ προσποιοῦνταν ὅτι δὲν τὸν ἤξερε. Μάλιστα ἔλεγε: «Κανένας ἄλλος ἄνθρωπος δὲν κατοικεῖ ἐδῶ». Οἱ ἀδελφοὶ ὅμως βάζοντας συνέχεια μετάνοιες καὶ ἀγκαλιάζοντας τὰ πόδια του τὸν ὑποχρέωναν νὰ πεῖ ποιὸς ἦταν αὐτὸς ποὺ εἶδαν.
Ὁ Γέροντας τοὺς σήκωσε ὄρθιους καὶ τοὺς εἶπε:
«Δῶστε μου τὸν λόγο σας ὅτι δὲν θὰ μιλήσετε ἐπαινετικὰ σὲ κανέναν γιὰ μένα σὰν γιὰ κάποιον ἅγιο, μέχρι νὰ φύγω στὸν Κύριο, καὶ τότε θὰ σᾶς μιλήσω καθαρὰ γιὰ τὴν ὑπόθεση». Ἐκεῖνοι ἔκαναν ὅπως τοὺς ζήτησε. Τοὺς λέει λοιπόν:
«Αὐτὸς ποὺ ἔχετε δεῖ ντυμένο στὰ λευκὰ εἶναι ἄγγελος Κυρίου, ποὺ ἦρθε ἐδῶ καὶ παρακαλεῖ ἐμένα τὸν ἀδύναμο καὶ μοῦ λέει: «Ἱκέτευσε τὸν Κύριο γιὰ μένα, νὰ ξαναγυρίσω στὸν τόπο μου, γιατὶ ἔχει πιὰ συμπληρωθεῖ ἡ προθεσμία ποὺ ὁρίσθηκε σὲ βάρος μου ἀπὸ τὸν Θεό». Στὴν ἐρώτησή μου «ποιὰ εἶναι ἡ αἰτία τῆς ποινῆς σου;» ἀπάντησε:
«Συνέβη σὲ μία ἐπαρχιακὴ πόλη πολλοὶ ἄνθρωποι νὰ παροργίζουν τὸν Θεὸ μὲ τὶς ἁμαρτίες τους γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα, καὶ μ᾿ ἔστειλε νὰ τοὺς παιδεύσω μὲ εὐσπλαχνία. Ἐγὼ ὅμως ὅταν τοὺς εἶδα πολὺ νὰ ἀσεβοῦν, τοὺς ἐπέβαλα μεγαλύτερο παιδεμό, μὲ ἀποτέλεσμα πολλοὶ νὰ ἐξοντωθοῦν. Γι᾿ αὐτὸ μοῦ ἐπεβλήθη ἡ ἀπομάκρυνσή μου ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ ποὺ μοῦ εἶχε ἀναθέσει τὴν ἀποστολή».
Ὅταν τοῦ εἶπα «καὶ πῶς εἶμαι ἄξιος νὰ παρακαλέσω τὸν Θεὸ γιὰ ἕναν ἄγγελο;», ἐκεῖνος εἶπε:
«Ἂν δὲν ἤξερα ὅτι ὁ Θεὸς δέχεται τὴν προσευχὴ τῶν γνήσιων δούλων του, δὲν θὰ ἐρχόμουν καὶ δὲν θὰ σὲ ἐνοχλοῦσα».
Ἐγὼ ἀναλογίσθηκα ἐκείνη τὴ στιγμὴ τὸ ἀμέτρητο ἔλεος τοῦ Κυρίου καὶ τὴν ἄπειρη ἀγάπη του πρὸς τὸν ἄνθρωπο, ποὺ τὸν ἔκανε ἄξιο νὰ μιλάει μαζί του καὶ νὰ τὸν βλέπει, ἐπίσης οἱ ἄγγελοί του νὰ ὑπηρετοῦν τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ ἔχουν ἐπαφὴ μαζί τους, ὅπως ἔχει γίνει μὲ τοὺς μακάριους δούλους του Ζαχαρία καὶ Κορνήλιο καὶ τὸν προφήτη Ἠλία καὶ τοὺς ἄλλους ἁγίους. Ἔνιωσα κατάπληξη μ᾿αὐτὰ καὶ δόξασα τὴν εὐσπλαχνία του».
Μετὰ ἀπ᾿ τὸ περιστατικὸ αὐτὸ ὁ τρισμακάριστος πατέρας μας ἀναπαύτηκε. Οἱ ἀδελφοὶ τὸν ἔθαψαν τιμητικὰ μὲ ὕμνους καὶ προσευχές. Κι ἐμεῖς ἂς ἐπιδιώξουμε νὰ μιμηθοῦμε τὶς ἀρετὲς αὐτοῦ τοῦ Γέροντα μὲ τὴ δύναμη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ θέλει ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ σωθοῦν καὶ νὰ φτάσουν στὴν ἐπίγνωση τῆς ἀλήθειάς του».
Ἕνας Γέροντας ἔλεγε ὅτι δὲν πρέπει κανεὶς νὰ μεριμνᾷ γιὰ τίποτε παρὰ μόνο γιὰ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ. Καὶ πρόσθετε:
«Κι ἂν ἀναγκασθῶ νὰ φροντίσω γιὰ γήινη ἀνάγκη, ποτὲ δὲν τὴν σκέφτομαι πρὶν ἀπὸ τὴν ὥρα της».


Μέγα Γεροντικό