Τετάρτη 7 Μαΐου 2014

Μιά νύχτα κι' ένα ξημέρωμα στο Άγιον Όρος....


Βρισκόμουν στο Άγιον Όρος για ν’ αγοράσω αγιορείτικο εργόχειρο. 

Το αγιορείτικο εργόχειρο είναι τα πράγματα που κατασκευάζουν οι μοναχοί όπως θυμίαμα, κομποσχοίνι και άλλα, τα οποία πωλούν και προσπορίζονται έτσι τα προς το ζην. Μου είπαν στις Καρυές, στην πρωτεύουσα του Αγίου Όρους, ότι θα έβρισκα δάκρυα της Παναγίας και μικρές φορητές εικόνες από μελισσοκέρι στην Καψάλα. Μου υπέδειξαν επίσης και σε έναν τοπικό χάρτη και το κελλί που τα πουλούσε. 

Τα δάκρυα της Παναγίας είναι κομποσχοίνια ή κατ’ άλλους κομπολόγια φτιαγμένα από καρπούς ενός φυτού που λέγεται δάκρυ της Παναγίας.
 Ο Γεράσιμος Σμυρνάκης στο βιβλίο του Άγιον Όρος που εκδόθηκε το 1903 γράφει: 
«Ενταύθα καλλιεργείται και το καλαμώδες φυτόν, εκ των ασταχύων του οποίου εξάγονται από του μηνός Ιουλίου μέχρις Οκτωβρίου κόκκοι σκληροί και φαιόχροοι, καλούμενοι εν τω Αγίω Όρει Δάκρυα της Παναγίας, και του οποίου η καλλιέργεια, αναπτυσσομένου και μέχρι μέτρου, απαιτεί μάλλον τελματώδη μέρη ήτοι αφθονούντα υδάτων. 


Εκάστης δε οκάδος των ανωτέρω κόκκων η αξία ανέρχεται εις γρόσια 10-25. Τούτους οι διάφοροι μοναχοί αγοράζοντες, κατασκευάζουσι κομβολόγια, συνδέοντες δια σύρματος, όπερ διαπερώσι δια των φύσει υπαρχουσών διατρήσεων αυτών. 
Απεκλήθησαν δε Δάκρυα της Παναγίας, ως λέγεται, υπό των ησυχαστών, διότι αύτη εμφανισθείσα εις τον εν τη καλύβη του Αγίου Παντελεήμονος διαμένοντα Γέροντα υπέδειξεν αυτώ την καλλιέργειαν του φυτού τούτου προς πόρον ζωής, καθ’ ον χρόνον ηδημόνει δακρύων, μη δυνάμενος ένεκα του γήρως να προσπορίζηται τα προς ζωάρκειαν αυτού.». 

Πώς κάνουν εμπόριο οι Αγιορείτες


Η Καψάλα είναι περιοχή των Καρυών με αρκετά κελλιά. Η διαμονή εκεί για τους μοναχούς θεωρείται δύσκολη επειδή το μέρος έχει πολύ υγρασία και κρύο, ιδιαίτερα το χειμώνα. Φανταστείτε δύο ορεινούς βραχίονες να πέφτουν κάθετα στη θάλασσα ψηλά από τις Καρυές και ο ένας απ’ αυτούς να κάνει μία δίπλα γύρω από τον άλλον. Στο εσωτερικό βάθος αυτής της κλειστής δίπλας βρίσκεται η Καψάλα. Η περιοχή μαζεύει το νερό από τις γύρω περιοχές και δεν θερμαίνεται αρκετά από τον ήλιο, αφού οι ακτίνες του ηλίου εμποδίζονται από τους ψηλούς ορεινούς κάθετους όγκους. Ερημικώτατη και άκρως ασκητική την ονομάζουν γι’ αυτό το λόγο οι πατέρες.
Μετά από κατηφορική και δύσκολη πορεία μιάμισης ώρας, μέσα σε μια σκοτεινή και άγρια φύση, έφτασα τελικά στο κελλί του οσίου Νικοδήμου, όπου, όπως μου είχαν πει, ο μοναχός που έμενε εκεί κατασκεύαζε και πουλούσε τα δάκρυα της Παναγίας.
Το κελλί του οσίου Νικοδήμου ήταν μικρό σε μέγεθος. Χτισμένο με την παραδοσιακή πέτρινη αρχιτεκτονική του Αγίου Όρους είχε ισόγειο και ανώγειο. Στο ισόγειο, όπως ανακάλυψα αργότερα, είχε ένα χώρο που χρησιμοποιούνταν ως καθιστικό και άλλον έναν μεταμορφωμένο σε μικρή εκκλησία. Η μικρή αυτή μονόχωρη εκκλησία ετιμάτο επ’ ονόματι του οσίου Νικοδήμου του αγιορείτου, προεξάρχουσα μορφή του πνευματικού κινήματος των Κολλυβάδων, κινήματος που αναζωογόνησε την Ορθοδοξία τον 18ο αιώνα.
Χτύπησα την πόρτα. Δεν πήρα απάντηση. Παρατήρησα ότι η πόρτα ήταν σάπια και στηριζόταν σε δύο ξεχαρβαλωμένους σκουριασμένους μεντεσέδες. Ξαναχτύπησα προσεκτικά για να μην διαλυθεί στα χέρια μου. Άκουσα κάτι σαν θόρυβο από μέσα. Ευλόγησον πάτερ, είπα. Ο Θεός μου απάντησε κάποιος από μέσα και ταυτόχρονα η ξύλινη πόρτα άνοιξε.

Στην πόρτα εμφανίστηκε ένας νέος σχετικά μοναχός. Ψηλός, ξερακιανός που φαινόταν ιδιαίτερα καταβεβλημένος από τη σκληρή ζωή σ’ εκείνο τον τόπο και κάπως άρρωστος. Έσκυψα να του φιλήσω τα χέρι ως ένδειξη σεβασμού, αλλά αρνήθηκε. Με ρώτησε τι ήθελα. Του εξήγησα ότι αγοράζω αγιορείτικο εργόχειρο, το οποίο μεταπουλώ σε κοσμικούς και βγάζω τα προς το ζην. Μου σύστησαν το όνομά του ως κάποιου που κατασκευάζει κομπολόγια με δάκρυα της Παναγίας. Κομποσχοίνια είναι, όχι κομπολόγια, μου απάντησε στεγνά κι απότομα. Τον είδα έτοιμο να σταματήσει τη συζήτηση και να κλείσει την πόρτα. Τότε άρχισα να του μιλώ γι’ άλλους πατέρες που μου πουλούσαν εργόχειρο αναφέροντας πολλά ονόματα πατέρων, ενώ ταυτόχρονα του ζητούσα συγγνώμη για το λάθος μου. 

Ηρέμησε κάπως. Ίσως κάποιο όνομα απ’ αυτά που του είπα να του ήταν γνωστό. Πόσο τ’ αγοράζεις με ρώτησε. Πόσο τα πουλάς αντέτεινα. Τον είδα διστακτικό και απόμακρο. Η ερώτησή μου ήταν λάθος. Με χαμηλή φωνή του είπα ότι το να φτιάχνει κάποιος κομποσχοίνια από δάκρυα της Παναγίας ήταν σπάνιο, αφού απαιτούσε πολύ κόπο να τρυπήσεις τους σκληρούς καρπούς. Ήμουν διατεθειμένος να του πληρώσω εκείνη τη στιγμή όσο ήθελε, σε όποια τιμή μου έλεγε. Του εξήγησα ότι το κέρδος μου ήταν ένα μικρό ποσοστό της αξίας αγοράς και ότι ταυτόχρονα αναλάμβανα όλο το ρίσκο. Το εργόχειρο μπορεί να μην πουλιόταν, εγώ όμως δεν θα το επέστρεφα πίσω. Συνέχιζε όμως αυτός να παραμένει διστακτικός. Άλλαξα τότε τη συζήτηση και τον ρώτησα αν πράγματι το κελλί του ετιμάτο επ’ ονόματι του οσίου Νικοδήμου του αγιορείτου. Απάντησε ναι, ο όσιος ασκήτεψε μάλιστα στο ίδιο το κελλί για κάμποσο χρόνο μου είπε. Με έκδηλη χαρά τότε του απάντησα ότι το βιβλίο του οσίου “Αόρατος πόλεμος” που πρωτοεκδόθηκε το 1796 ήταν ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία κι άρχιζα να του μιλώ με ενθουσιασμό για το βιβλίο. Θα μπορούσε άραγε να μ’ αφήσει να προσκυνήσω στην εκκλησία, στο κελλί που ασκήτεψε ο άγιος; Αυτό ήταν, χαμογέλασε δειλά και με προσκάλεσε μέσα. 

Με πήγε στην εκκλησία να προσκυνήσω. Η εκκλησίτσα ήταν σκοτεινή και υγρή. Αφού προσκυνήσαμε τον Δεσπότη Χριστό και τη Θεοτόκο, αυτός με βαθιές μετάνοιες κι εγώ με σταυρούς, μ’ οδήγησε μπροστά σε μία παλαιά εικόνα του οσίου Νικοδήμου. Προσκυνήσαμε την εικόνα και σταθήκαμε λίγο εκεί κοιτώντας την σιωπηλά. 
Μετά επιστρέψαμε στο καθιστικό. Μ’ άφησε εκεί χωρίς να μου πει να καθίσω και πήγε να μου φέρει το εργόχειρο. Περιεργαζόμουν το καθιστικό όρθιος. Ένα ξύλινο τραπέζι με δύο καρέκλες κι έναν πάγκο. Το μέρος δεν θερμαινόταν και μύριζε έντονα μούχλα. Μερικές ξεθωριασμένες χάρτινες εικόνες στους τοίχους και μερικά βιβλία ψηλά στα ράφια. Πρόσεξα ότι κάποια ήταν ρωσικά. 


Ο μοναχός επέστρεψε και έφερε μαζί του κάμποσα κομποσχοίνια με δάκρυα της Παναγίας. Μου τα έδειξε και μου είπε ότι δεν ήξερε πόσο κάνουν. Ας του έδινα ότι ήθελα. Ήρθα σε δύσκολη θέση. Τι θα μπορούσα να του δώσω; Τον ρώτησα πόσο τα πουλούσε σε άλλους. Μου απάντησε ότι τα έδινε σε άλλους μοναχούς από σκήτες ή μονές κι αυτοί σε αντάλλαγμα του έδιναν τρόφιμα ή αναγκαία πράγματα για την μικρή του εκκλησία. Ήταν η πρώτη φορά που θα πουλούσε κάτι σ’ έναν κοσμικό. Συνέχιζα να είμαι σε δύσκολη θέση, γιατί ήταν και για μένα η πρώτη φορά που αγόραζα τέτοια κομποσχοίνια. Δεν είχα μέτρο σύγκρισης. Τότε έβγαλα όσα χρήματα είχα στο περτοφόλι μου και του είπα να πάρει όσα θέλει. Ήρθε σε δύσκολη θέση. Κοιταζόμασταν αμήχανα. Ένιωθα ότι ήταν έτοιμος να μου τα χαρίσει, αλλά καταλάβαινα ότι είχε απόλυτη ανάγκη μερικά χρήματα. 

Δυο άνθρωποι, ένα γράμμα, ο Θεός, κάτι κουτσά ρώσικα

  
Τότε τον ρώτησα αν ήξερε ρωσικά, επειδή έβλεπα να έχει κάποια ρωσικά βιβλία. Μου είπε ότι ήταν αυτοδίδακτος και ότι μάθαινε απ’ αυτά τα βιβλία. Του ζήτησα να τα δω. Με ρώτησε έκπληκτος αυτός αυτή τη φορά, αν ήξερα ρωσικά. Του είπα ναι, τελειώνω τώρα ρωσικά στη σχολή βαλκανικών γλωσσών του ΙΜΧΑ. Άστραψαν με χαρά τα μάτια του και μου είπε κάτι σε σπασμένα ρωσικά. Ανταπάντησα γρήγορα σε ωραία ρωσικά που μου’ μαθε η δασκάλα μου, φιλόλογος Τ. Μ. Τρέμοντας από έξαψη μου έφερε ένα γράμμα γραμμένο στα ρωσικά να το διαβάσω, μου πρότεινε να καθήσω, ζητώντας μου συγγνώμη που με είχε τόσην ώρα όρθιο, και ταυτόχρονα έβαζε μπροστά μας ένα πλαστικό κουτί γεμάτο με φουντούκια κι αμύγδαλα που ξετρύπωσε από κάπου. Ως φαίνεται αυτό θα ήταν το δείπνο μας. 
Ξέρεις το ρωσικό περιοδικό "Ορθόδοξος προσκυνητής" (Православный паломник) με ρώτησε; Κάποιος ρώσος μοναχός από την ιερά μονή του Αγίου Παντελεήμονος μας έκανε συνδρομητές, εμένα και κάποιους άλλους μοναχούς, και αποφάσισα να μάθω ρωσικά για να το διαβάζω. Συγγενείς μού έστειλαν τα απαραίτητα, λεξικό, γραμματική, μέθοδο άνευ διδασκάλου και ξεκίνησα. Όταν προχώρησα λίγο στην γλώσσα, άρχιζα να διαβάζω κάποια εύκολα κείμενα από το περιοδικό, ξεκινώντας από τη στήλη της αλληλογραφίας, στην οποία δημοσιεύονταν γράμματα των αναγνωστών με ερωτήσεις, απορίες και σχόλια. 

  Μια μέρα διάβασα το γράμμα μιας αναγνώστριας του περιοδικού από κάποια μακρινή πόλη της Σιβηρίας. Στο γράμμα παραπονιόταν ότι ο Θεός δεν υπάρχει, αφού, όντας μόνη στη ζωή, ανύπαντρη μητέρα με ένα παιδί 18 χρονών, ήρθε η στιγμή και το παιδί της πέθανε σε ατύχημα. Το σκότωσε αυτοκίνητο που οδηγούσε μεθυσμένος οδηγός, καθώς περνούσε τη διάβαση ενός δρόμου.
 Ο Θεός, αν υπήρχε, ήταν κακός. Της στέρησε το μονάκριβό της παιδί, αυτό που τόσο δύσκολα και με ανέχεια μεγάλωσε, υπομένοντας αγγόγυστα όλες τις ταπεινώσεις. Τον μεγάλωσε χριστιανικά, έκανε τα πάντα για να τον προφυλάξει από κακοτοπιές, και να πως ο θεός την αντάμειβε. Τον πήρε τόσο νέο στο θάνατο. Γιατί; Την άφησε μόνη στη ζωή, χωρίς στήριγμα, χωρίς αποκούμπι. Τι νόημα είχε πια η ζωή της; Θα έδινε ένα τέλος σ’ αυτήν.
Με σπάραξε η κραυγή αυτής της μάνας, όταν τελείωσα την μετάφραση, μου είπε. Προσευχόμουν όλη μέρα στο Θεό γι’ αυτήν. Παναγιά μου, έλεγα, παρηγόρησε αυτή την καρδιά, κάνε το θαύμα σου! 

Έγραψα αμέσως ένα γράμμα στη ρωσίδα μάνα με άτεχνα και λανθασμένα ρωσικά. Είχε στη στήλη αλληλογραφίας του περιοδικού μόνο το ονοματεπώνυμό της και την πόλη, αλλά σκεφτόμουν ότι μπορεί η πόλη να ήταν μικρή και να την βρουν. Της έγραφα πως ήμουν ένας μοναχός στον Άγιο Όρος που ζούσε στην ερημιά. Η επιστολή που έστειλες στο περιοδικό μ’ άγγιξε βαθύτατα και προσεύχομαι νύχτα μέρα για σένα. Της έγραφα λόγια παρηγορητικά. Ο Θεός, της έλεγα, υπάρχει, κι αυτός ξέρει καλύτερα. Η ζωή δεν σταματάει σ’ αυτή τη ζωή, ίσα ίσα αρχίζει μετά θάνατον και άλλα τέτοια.
Σε λίγο καιρό πήρα ένα γράμμα. Ήταν απ’ αυτήν, αυτό είναι που διαβάζεις τώρα. Ήταν έτοιμη ν’ αυτοκτονήσει, να πέσει από το παράθυρο από το ψηλό κτίριο που ζούσε, όταν χτύπησε εκείνη τη στιγμή το κουδούνι της κάτω εισόδου. Ασυναίσθητα κατέβηκε κάτω από το παράθυρο και πήγε να ρωτήσει ποιος ήταν. Ήταν ο ταχυδρόμος και της έφερνε εκείνη τη στιγμή ένα γράμμα. Το γράμμα που έγραψε ένας άγνωστος της μοναχός του Αγίου Όρους χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά και της μιλούσε για το γιο της. Από το Άγιον Όρος! 

Ένα γράμμα χωρίς την πλήρη διεύθυνσή της, αλλά ο ταχυδρόμος έκανε τον κόπο, έψαξε και την βρήκε. Έκλαιγε με λυγμούς. Ήταν ο Θεός που της έστελνε αυτό το γράμμα.
Διάβαζα και μετέφραζα το γράμμα της. “…Ο Θεός δεν με ξέχασε. Μου έδειξε ότι υπάρχει και ο δρόμος του σταυρού…”. Κύριε, κατά το πλήθος των οδυνών μου εν τη καρδία μου αι παρακλήσεις σου εύφραναν την ψυχήν μου, υπέψαλλε ο μοναχός. Ας είναι δοξασμένο το όνομά του! Από τότε έχουμε συχνή αλληλογραφία και φυσικά ούτε σκέψη πια γι’ αυτοκτονία. Κρατούσα ατα χέρια μου και κοιτούσα το γράμμα της ρωσίδας συγκινημένος. Έπαιξε ο Θεός μπιλιάρδο. Χτύπησε εσένα εδώ για νά ’βρει εκείνην εκεί, του είπα χαμογελώντας. Δεν του άρεσε η παρομοίωση. 


Η αγρυπνία - και ένας πειρασμός μέσα στη νύχτα

Έξω είχε πέσει η νύχτα. Πίσσα σκοτάδι. Ήταν αδύνατο να φύγω. Ο μοναχός είδε που κοιτούσα ανήσυχος το σκοτάδι και μου πρότεινε να μείνω. Είχε στο ανώγειο δύο δωμάτια, στο ένα έμενε αυτός, στο άλλο θα έμενα εγώ. Μου είπε ότι εκείνη τη νύχτα θα ερχόνταν μετά τα μεσάνυχτα τέσσερεις πέντε μοναχοί για να κάνουν αγρυπνία. Θα ήθελα να συμμετάσχω κι εγώ; Ναι, βέβαια, απάντησα. Με οδήγησε στο δωμάτιό μου. Το δωμάτιο μικρό, χτισμένο με μπαγδατί, τα ξύλα σάπια και σκοροφαγωμένα. Υπήρχε μία λάμπα πετρελαίου που την άναψα. Ο μοναχός μου είπε ότι η τουαλέτα ήταν έξω στην ύπαιθρο, αλλά όταν άνοιξα την εξώπορτα, κάποια στιγμή αργότερα, είδα απέναντί μου ένα σκοτάδι πίσσα, μαύρο, κατάμαυρο σκοτάδι να τυλίγει τα πάντα κι αποφάσισα να κρατηθώ και να μην πάω. 
Το κρύο ήταν ανυπόφορο. Ο μοναχός μου έφερε τέσσερεις ψιλές, άπλυτες και φαγωμένες από τη πολυχρησία κουβέρτες. Την άλλη μέρα ανακάλυψα ότι αυτές ήταν όλες κι όλες οι κουβέρτες που είχε. Ξάπλωσα ντυμένος, φορώντας το μπουφάν, τυλιγμένος στις τέσσερεις κουβέρτες, και πάλι κρύωνα, κρύο του θανάτου. Ήταν αδύνατον να κοιμηθώ από το κρύο. Υγρασία που προερχόταν από το έδαφος ανερχόταν έρποντας σταδιακά στους τοίχους του δωματίου όσο κυλούσε η ώρα. Το δωμάτιο είχε επίσης ένα ξύλινο παράθυρο, μ’ ένα ψιλό τζαμλίκι, χωρίς κουρτίνα, χωρίς παντζούρι, χωρίς τίποτα. Κοίταξα στο παράθυρο από το κρεββάτι. Θεούλη μου, το κρύο σκοτάδι ήταν σα ζωντανό, κακό πλάσμα, που με περιεργαζόταν κι αυτό μέσα από το σκοτάδι. Ασυναίσθητα έλεγε μέσα μου Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με για να παίρνω κουράγιο. 

Οι ώρες περνούσαν βασανιστικά αργά. Το αφόρητο κρύο δωνάμωνε όλο και περισσότερο. Άκουσα ένα χτύπημα στη πόρτα και τη φωνή του μοναχού να με καλεί στην αγρυπνία. Κατέβηκα αμέσως. Είχαν έρθει και οι άλλοι μοναχοί, ανάμεσα σ΄ αυτούς και ένας γέροντας που όλοι τον ευλαβούνταν και του φιλούσαν το χέρι. Πήγα κι εγώ. Με κοίταξε καλοκάγαθα και μ’ ευλόγησε. 

Η αγρυπνία άρχισε. Η εκκλησίτσα φωτιζόταν με μερικά κεριά. 

Οι μοναχοί έψελναν σιγανά. Οι εικόνες μόλις που διακρίνονταν. Υπήρχε μια θαλπωρή και μια ζεστασιά, ίσως από τα σώματα τόσων ανθρώπων. Η ώρα περνούσε κι εγώ νύσταζα. Ξαφνικά ακούστηκαν δυνατοί χτύποι στην εξώπορτα. Δυνατός αέρας φύσηξε σφυρίζοντας δυνατά μέσα από τις χαραμάδες της πόρτας. Οι μοναχοί κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους ερωτηματικά. Ποιος να ήταν τέτοια ώρα στην ερημιά, σ’ αυτό το σκοτάδι; Τα χτυπήματα ξαναντήχησαν επίμονα και δυνατά. Αν ήταν κάποιος άνθρωπος έπρεπε να του ανοίξουν, ίσως είχε κάποια ανάγκη. Ευλόγησον φώναξε ο μοναχός. Σιωπή. Σε λίγο ξανά δυνατά χτυπήματα στην πόρτα που ’ταν έτοιμη πια να διαλυθεί. Όλοι κοίταξαν τον γέροντα. Ο γέροντας κατέβηκε από το στασίδι του και πλησίασε τη σαθρή πόρτα. Στάθηκε μπροστά της. Πες, φώναξε μπροστά στην κλειστή πόρτα, Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν, και θα σ’ ανοίξω. Σιωπή για λίγο. Μετά ακούστηκε καθαρά κάποιος να λέει απέξω Δι’ ευχών των μμμμμ και να συνεχίζει με ακατανόητους ήχους. 
Οι μοναχοί πισωπλάτισαν προς το εσωτερικό της μικρής εκκλησίας. Ο γέροντας έμεινε μόνος μπροστά στην πόρτα. Είπε πάλι, αν είσαι άνθρωπος, πες Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν και θα σ’ ανοίξω. Απέξω ξανά το ίδιο Δι’ ευχών των μμμμ και ξανά μπερδεμένοι κι ακατανόητοι ήχοι, που ’μοιζαν με οξείς γρυλλισμούς ζώων. Την τρίτη φορά ο γέροντας είπε σιγανά μερικές εξορκιστικές ευχές. Τότε κάτι ξένο, μη ανθρώπινο, έτσι μας φάνηκε, χτύπησε με ορμή και θυμό την πόρτα μουγκρίζοντας. Μετά ησυχία. Ο άνεμος κόπασε. Δεν ξανακούσαμε χτυπήματα στην πόρτα. Ο γέροντας επέστρεψε στο στασίδι του και ζήτησε να συνεχίσουμε. Είμασταν ανήσυχοι, αλλά σιγά σιγά οι φόβοι μας καταλάγιασαν.
Νομίζω ότι οι πάντες προσευχήθηκαν εκείνη τη νύχτα με τόση θέρμη όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή τους. Η αγρυπνία τελείωσε δοξαστικά με τη θεία λειτουργία. Ξημέρωσε.

 Ένας λαμπρός ήλιος έκανε την παρουσία του κι έδιωξε τα σκοτάδια της νύχτας. Το πρωί άκουσα από απόσταση τον γέροντα να μιλάει με τους άλλους μοναχούς. Έπιασα να λέει “…ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπιεί, αλλά ως υπερήφανος που είναι δεν μπορεί να ζητήσει το έλεος του Θεού, ούτε να προφέρει το όνομα του Ιησού, γιατί μαστιγώνεται..”. 
Αργότερα ο γέροντας και οι άλλοι μοναχοί έφυγαν. Συμφωνήσαμε με το μοναχό σε μια τιμή για τα κομποσχοίνια και επέστρεψα στις Καρυές.
 Με τον μοναχό είχαμε μια καλή συνεργασία για χρόνια, αν και ποτέ ξανά δεν επισκέφθηκα το κελλί του, ούτε την Καψάλα. Μου έστελνε το εργόχειρο με το ταχυδρομείο των Καρυών.  
"Νεκρός για τον κόσμο"

Κυριακή 4 Μαΐου 2014

ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟΙ ΚΑΙΡΟΙ... ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΙΛΑΡΙΩΝΑ ΑΡΓΚΑΤΟΥ




Έρχονται δύσκολοι καιροί επειδή λιγόστεψε ή πίστη. Εξ' αιτίας της φτώχειας, οι άνθρωποι θα πουλήσουν την ψυχή τους για τροφή και ρούχα. Ό κόσμος θα γίνει κακός, θα εξαφανιστεί ή αγάπη και το έλεος μεταξύ των ανθρώπων. Ιερείς και λαϊκοί θα γίνουν ένα και δεν θα υπάρχει κάποιος να καθοδηγήσει τούς πιστούς. Οι πιστοί δεν θα μπορούν να βρουν τον ποιμένα, ούτε και τον σωστό δρόμο. Θα κυβερνάει το χρήμα και ή επιθυμία να κάνουν περιουσίες.


Κανείς δεν θα φροντίζει για τις ψυχές των ανθρώπων. Όλα θα περιοριστούν σε μία απλή συναλλαγή. Όλοι θα αδιαφορούν για την σωτηρία τους, για την πίστη, δεν θα έχουν φόβο Θεού, το καθήκον, ή υποχρέωση, ή ευθύνη θα είναι άγνωστες έννοιες. Όλα θα περιστρέφονται γύρω από το χρήμα.


Ό ένας θα πουλάει τον άλλον, ή κακία στον κόσμο θα είναι ανυπόφορη. Θα ζήσουμε τούς έσχατους καιρούς. Δεν μπορούμε να φανταστούμε πόσο δύσκολα θα είναι. Δεν μπορούμε να φανταστούμε τί περιμένει εμάς και τα παιδιά μας.


Τα παιδιά μας σε αυτούς τούς δύσκολους καιρούς θα είναι ανέτοιμα να αντιμετωπίσουν τις καταστάσεις, επειδή οι γονείς σήμερα δεν διδάσκουν στα παιδιά τον φόβο τού Θεού και την ντροπή προς τούς ανθρώπους. Γι' αυτόν τον λόγο θα πέσουν θύματα πολλών κακών.

 Μητέρες μην αφήσετε τα παιδιά σας να τα παρασύρει το κύμα αυτού του διεφθαρμένου αιώνα. Θα κλαίτε αιώνια πού δεν σώσατε τα παιδιά σας και θα τα κάνετε υιούς της γέενας του πυρός. Εάν σταματούσε ή αμαρτία στον κόσμο και οι άνθρωποι μετανοούσαν δεν θα ζούσαμε εμείς τούς έσχατους καιρούς...



Γέροντας Ιλαρίωνας Άργκάτου(+2006)

Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού μέσα μας και στους αδελφούς μας


Με την συμπλήρωση είκοσι ετών από την κοίμηση του Γέροντος Σωφρονίου, ιδρυτού και κτίτορος της Ιεράς Πατριαρχικής Μονής του Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ της Αγγλίας, ολοκληρώθηκε η έκδοση του γραπτού και προφορικού λόγου που κληροδότησε στην Μονή του. Ειδικότερα οι Ομιλίες που απευθύνθηκαν προς την αδελφότητά του και διατηρήθηκαν σε μαγνητοταινίες, εκδόθηκαν πρόσφατα από την Μονή του σε τρεις φροντισμένους, όπως πάντοτε, τόμους με περισσότερες από τετρακόσιες σελίδες ο καθένας.

Με τους τόμους αυτούς ο Γέροντας Σωφρόνιος, που πλούτισε την σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία με τα μνημειώδη συγγράμματά του, παρουσιάζεται σήμερα και ως ποιμένας και καθοδηγητής της αδελφότητός του με έναν αμεσότερο και πιο αυθόρμητο τρόπο. Όπως πληροφορούμαστε από τους αυτήκοους των Ομιλιών του, ο Γέροντας Σωφρόνιος μιλούσε αργά, με τα μάτια κλειστά, σε ατμόσφαιρα μυσταγωγική, σαν να έλεγε τις ευχές της Αναφοράς.
Επί σειρά ετών ο Γέροντας δεν ήθελε την μαγνητοφώνηση των λόγων του. Έτσι χάθηκε ένα πλήθος από αυτούς. Οι Ομιλίες που εκδόθηκαν τώρα εκφωνήθηκαν, είτε στα ρωσικά είτε στα γαλλικά, κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του Γέροντος, όταν πια τον είχαν εγκαταλείψει οι σωματικές του δυνάμεις, υπέφερε από ισχυρούς πόνους και ήταν σχεδόν τυφλός.

Αισθανόμενος ότι πλησιάζει το τέλος του βιαζόταν να μεταδώσει στα μέλη της αδελφότητός του όσα θεωρούσε απαραίτητα να γνωρίζουν και να τηρούν στην ζωή τους. Ήδη είχε αφήσει προ καιρού την Διαθήκη του και μία προσευχή για την ενότητα της αδελφότητος. Τελικά ο ίδιος ο Γέροντας ζήτησε την μαγνητοφώνηση των λόγων του για την πνευματική οικοδομή των αδελφών που είχαν προσέλθει προσφάτως στην Μονή και δεν γνώριζαν επαρκώς την διδασκαλία του.

Ήδη έχουν κυκλοφορήσει στα ρωσικά δύο τόμοι με τις Ομιλίες που έγιναν στην γλώσσα αυτήν. Στην τρίτομη ελληνική έκδοση περιλαμβάνονται οι Ομιλίες των δύο τόμων της ρωσικής εκδόσεως μαζί με τις υπόλοιπες που έγιναν στα γαλλικά, ταξινομημένες με χρονολογική σειρά. Στον τρίτο τόμο παρατίθεται επιπλέον και αναλυτικό ευρετήριο θεμάτων και ονομάτων για το περιεχόμενο των τριών τόμων.

Στους τρεις αυτούς τόμους παρουσιάζονται με αναλυτικό τρόπο οι βασικές θέσεις της διδασκαλίας του Γέροντος. Έτσι μπορεί ο αναγνώστης να προσεγγίσει ακριβέστερα την σκέψη του και να εισδύσει πληρέστερα στο πνεύμα του. Μπορεί ακόμα να γνωρίσει καλύτερα το κλίμα της Μονής που θεμελίωσε. Ο ίδιος, έχοντας υπόψη την ιδιαιτερότητα της Μονής του, ξεκίνησε την λειτουργία της χωρίς Τυπικό. Στην θέση του Τυπικού είχε το Ευαγγέλιο και τις εντολές του Χριστού. Έλεγε: Ίσως το μοναστήρι μας μεγαλώσει ακόμη. Τότε ο ηγούμενος και οι άλλοι πατέρες θα αναγκαστούν να βρουν έναν τύπο προσαρμοσμένο στις περιστάσεις μας, και στην περίπτωση αυτή μπορεί κανείς να δει να δημιουργείται ένα Τυπικό.
Οι περισσότερες Ομιλίες, όπως αναφέρει και ο Γέροντας, γίνονταν χωρίς προετοιμασία και διατηρούν εντονότερο τον αυθόρμητο χαρακτήρα τους. Σε μία από αυτές λέει: «Δεν διαβάζω κείμενο γραμμένο από πριν, αλλά αναζητώ με την προσευχή εκείνο που αναδύεται μέσα από την καρδιά μου»(τομ.3,σ.143). Αλλά και όταν γινόταν προετοιμασία, αυτή έχει ιδιαίτερο χαρακτήρα. «Προετοιμάζομαι να σας πω τα λόγια αυτά», λέει αρχίζοντας κάποια Ομιλία του, «όπως ετοιμάζομαι για την Θεία Λειτουργία» (τόμος 2,σ.28). Ανάμεσα στις Ομιλίες υπαρχουν και ορισμένες, που έχουν τον χαρακτήρα συνεπτυγμένης πραγματείας και παρουσιάζουν βασικά θέματα πνευματικής ζωής, αλλά και ζητήματα μοναστικής οργανώσεως και ασκητικής ζωής, όπως αυτά βιώνονταν και εξακολουθούν να βιώνονται στην Μονή.
Οι κεντρικές έννοιες της θεολογίας που υπάρχουν στα ήδη εκδοθέντα βιβλία του Γέροντος Σωφρονίου, όπως η ενότητα των πιστών, η αιωνιότητα, η μνήμη του θανάτου, η ακηδία, ο υπερεθνικός και παγκόσμιος χαρακτήρας του Χριστιανισμού, παρουσιάζονται με απλούστερη συνήθως μορφή και επαγωγικότερο τρόπο για την οικοδομή των ακροατών. Υπάρχουν ακόμα αναφορές σε προσωπικές αναμνήσεις, όπως και επαναλήψεις για την καλύτερη εμπέδωσή τους στις συνειδήσεις των ακροατών.
Ο μοναχισμός κατά τον Γέροντα Σωφρόνιο αποτελεί προετοιμασία για την αφομοίωση της αιώνιας ζωής. Είναι ένα υπέρτατο δώρο από τον Θεό και όχι μια «ανιαρή, α-χαρη ζωή» (τόμος 1,σ. 57). Το μοναστήρι είναι σχολείο ζωής. Και το μεγαλείο της μοναχικής ζωής έγκειται στην ταπείνωση. Ο μοναχισμός δεν είναι πίστη στον θάνατο αλλά στην ζωή. Άριστο παράδειγμα εδώ είναι ο Πατέρας της Μονής, ο άγιος Σιλουανός, στον οποίο συχνότατα αναφέρεται στις ομιλίες του ο Γέροντας.
Ως θεολόγος της υποστατικής αρχής, της αρχής του προσώπου, δεν παύει να αναφέρεται συχνά στο πρόσωπο. «Στον προσωπικό Θεό τίποτε δεν είναι απρόσωπο. Στη ζωή μας λοιπόν οφείλουμε να γίνουμε πρόσωπα κατ’ εικόνα του προσωπικού Θεού, ικανά να φέρουμε μέσα μας τα πάντα, και τη ζωή του κόσμου και τη χάρη του Θεού, δηλαδή την αιώνια ζωή». Και αυτό επιβάλλει «να ζούμε ως πρόσωπα, υπεύθυνα για κάθε μας ενέργεια, για κάθε μας σκέψη»( τομ. 2, σ.325).
Ο ηγούμενος, όπως σημειώνει ο Γέροντας, δεν παύει ποτέ να είναι και υποτακτικός. «Είναι αυτός που κατεξοχήν κάνει υπακοή»(τομ. 2, σ. 25). Με την άσκηση της υπακοής ο άνθρωπος μεταβαίνει στο άναρχο Είναι του Θεού, για το οποίο είναι αδύνατο να μιλήσουμε χρησιμοποιώντας την λογική. Ειδικότερα για την δομή της Μονής του κάνει λόγο στην τεσσαρακοστή τέταρτη ομιλία του (τομ. 2, σ. 43 κ.ε).
Στην αρχή ο μοναχός δεν πρέπει να ασχολείται με τίποτε άλλο, παρά με το πως θα περάσει χωρίς αμαρτία ολόκληρη την ημέρα. Έτσι δημιουργεί μέσα του ελεύθερο χώρο, ώστε να έρθει το Άγιο Πνεύμα με την χάρη του. Με την αφηρημένη θεολογία είναι αδύνατο να επιτύχει κανείς την τελειότητα. Δεν πρέπει να φανταζόμαστε ότι ο Θεός είναι μαζί μας και ότι τον βλέπουμε. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι ο Θεός βλέπει εμάς. Έτσι αποφεύγεται η πλάνη (τομ. 2, σ.84). Με τον τρόπο αυτόν ο μοναχός αποφεύγει την «θρησκευτική» κίνηση της αυτοανυψώσεως, η ακριβέστερα της αυτοθεώσεως, και ακολουθεί την χριστιανική οδό της κενώσεως και ταπεινώσεως, από την οποία προέρχεται και κάθε αρετή. Όσο περισσότερο καθαρίζει ο άνθρωπος το «κατ’ εικόνα» του, τόσο δεκτικότερο καθιστά τον εαυτό του στην φανέρωση του αρχετύπου του στην ύπαρξη και την ζωή του.
Ιδιαίτερη σπουδαιότητα αποδίδεται στην μελέτη της θεολογίας. Η αφηρημένη θεολογία δεν σώζει τον άνθρωπο. Χρειάζεται αληθινή θεολογία, που γίνεται περιεχόμενο της προσευχής και κατάσταση της ζωής του ανθρώπου. Για παράδειγμα της θεολογίας ως προσευχής αναφέρει ο Γέροντας Σωφρόνιος την Θεία Λειτουργία του Μ. Βασιλείου, ενώ για παράδειγμα της θεολογίας ως καταστάσεως της ζωής το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο. Στο τελευταίο αυτό είδος της θεολογίας ανήκουν και τα έργα του Γέροντος Σωφρονίου. Όπως σημειώνει ο ίδιος, «στα βιβλία μου περιγράφω μόνο εκείνα που έζησα κατά το θέλημα του Θεού, όταν παραδόθηκα σε αυτό το θέλημα. Βλέπετε, έθεσα όρο: όταν παραδόθηκα σε αυτό το θέλημα» (τομ. 2, σ.416).
Θέλουμε, τονίζει, η θεολογία να γίνει «το περιεχόμενο της ζωής μας». Ακόμη περισσότερο, προσθέτει, θέλουμε «στο τέλος της ασκήσεως η με την επενέργεια της χάριτος να γίνει η κατάστασή μας» (τομ. 3, σ.44). Η γνώση του Θεού παρέχεται με την παραμονή του ανθρώπου σε αυτόν, οπότε «η θεολογία παίρνει τον χαρακτήρα διηγήσεως. Αλλά και η βιβλική θεολογία αποτελεί διήγηση» (τομ. 3, σ.65).
Ιδιαίτερη σύσταση απευθύνει για την διατήρηση της λειτουργικής ζωής. Και η λειτουργική ζωή για τον Γέροντα Σωφρόνιο δεν περιορίζεται στην διάρκεια της θείας Λειτουργίας. Λειτουργική ζωή είναι ολόκληρη η ζωή του Χριστιανού, με κεντρικό πάντοτε άξονα την θεία Λειτουργία. Όλη η ζωή μας, λέει, είναι «μια αδιάλειπτη Λειτουργία» (τομ. 3, σ.38).
Κεντρική θέση στην διδασκαλία του Γέροντος έχει η καταπολέμηση των παθών και των κακών λογισμών. Οι τελευταίοι δεν οδηγούν μόνο στα πάθη, αλλά και δημιουργούν ψυχρότητα και εχθρότητα μεταξύ των ανθρώπων, ακόμα και χωρίς να εκφράζονται εξωτερικά. Οι άνθρωποι, λέει, «δεν γνωρίζουν ότι, όταν διαλογίζονται κάτι κακό σε κάποια γωνιά του σπιτιού τους, στη “φωλιά” τους, καταστρέφουν το μεγάλο σώμα όλης της ανθρωπότητος. Από τους κακούς αυτούς λογισμούς και τις αρνητικές διαθέσεις προς τον αδελφό συντρίβεται ο ίδιος ο άνθρωπος και αισθάνεται τη δυστυχία του»(τομ. 3,σ.98).

Όποιος επιθυμεί να γνωρίσει καλύτερα τον Γέροντα Σωφρόνιο και να μελετήσει αναλυτικότερα την διδασκαλία του, θα ανταμειφθεί πλούσια από την ανάγνωση των Ομιλιών του.

Πώς θά καταλάβουμε ότι δέν λυπηθήκαμε κατ’ άναλογίαν τοϋ σφάλματος¯;

Πώς θά καταλάβουμε ότι δέν λυπηθήκαμε κατ’ άναλογίαν τοϋ σφάλματος¯;

-Απόδειξη άν πέφτετε πάλι στο ίδιο σφάλμα. Ύστερα, όταν παρακολουθήτε τόν εαυτό

σας, νά μήν κάνετε μόνο διάγνωση. Εσείς συνέχεια κάνετε μικροβιολογικές εξετάσεις, βρίσκετε τό μικρόβιο, τό κοιτάτε καί λέτε: ¨πρέπει νά τό σκοτώσω άλλά δέν αρχίζετε θεραπεία. Εντάξει, διαπιστώσατε ότι έχετε μιά πάθηση. Τάκ, νά κοιτάξετε πώς θά τήν θεραπεύσετε. Τί ωφελεί νά κάνετε συνέχεια άναλύσεις-άναλύσεις, χωρίς νά προσπαθήτε νά διορθωθήτε; Λέτε: ¨έχω εκείνο τό πάθος, έχω τό άλλο, άλλά δέν τά κόβετε καί παραμένετε στά ϊδια μοιρολογώντας. Έτσι σπαταλάτε τις δυνάμεις σας καί χαραμίζεστε. Χαραμίζετε τό μυαλό σας, τήν καρδιά σας. Αρρωσταίνετε άπό τήν στενοχώρια καί ύστερα δέν κάνετε τίποτε. Έπειτα, όταν γίνετε καλά, αρχίζετε: ¨Καί γιατί τότε αρρώστησα καί πώς αρρώστησα;. Δέν λέω, θά παρακολουθήτε τόν εαυτό σας, δέν θά αφήνετε τά σφάλματα σας νά περνάνε απαρατήρητα, άλλά μέχρις ενός σημείου, βρέ παιδάκι μου, καί ή στενοχώρια!
Όχι αδιαφορία, άλλά όχι καί κακομοιριά! Έκανες κάτι πού δέν ήταν σωστό; Τό σκέφτηκες; Τό είδες; Τό αναγνώρισες; Τό εξομολογήθηκες; Προχώραμή σκαλώνης.
Κράτησε το μόνο στον νοϋ σου, γιά νά προσέξης άλλη φορά, άν σου δοθή παρόμοια αφορ- μή.
Ή στενοχώρια γιά τά σφάλματα μας είναι άσκοπη, όταν δέν προσπαθούμε νά τά διορθώσουμε. Είναι σάν νά κλαίμε έναν άρρωστο συνέχεια, χωρίς νά του προσφέρουμε βοήθεια γιά νά ανάρρωση

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΙΣΙΟΣ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΟΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ
ΗΛΙΑΣ  ΧΑΙΝΤΟΥΤΗΣ    14  ΔΕΚ 2012  

Ο κόσμος υποφέρει, χάνεται και δυστυχώς είναι αναγκασμένοι όλοι οι άνθρωποι να ζουν μέσα σ' αυτήν την κόλαση του κόσμου.

Ο κόσμος υποφέρει, χάνεται και δυστυχώς είναι αναγκασμένοι όλοι οι άνθρωποι να ζουν μέσα σ' αυτήν την κόλαση του κόσμου.


Φωτογραφία: Ο κόσμος υποφέρει, χάνεται και δυστυχώς είναι αναγκασμένοι όλοι οι άνθρωποι να ζουν μέσα σ' αυτήν την κόλαση του κόσμου. Νιώθουν οι περισσότεροι μια μεγάλη εγκατάλειψη, μια αδιαφορία
-ιδίως τώρα   από  παντού. Δεν έχουν από που να κρατηθούν. Είναι αυτό που λένε:
 “Ο πνιγμένος απ' τα μαλλιά του πιάνεται”.
 Αυτό δείχνει ότι ο πνιγμένος ζητάει από κάπου να πιασθή, να σωθή. Βλέπεις, το καράβι βουλιάζει και ο άλλος πάει να πιασθή από το κατάρτι. Κα, αφού το καράβι κινδυνεύει να βουλιάξη, δεν σκέφτεται ότι καιτο κατάρτι θα βουλιάξη. Πιάνεται από το κατάρτι και βουλιάζει πιο γρήγορα! 
Θέλω να πω ότι οι άνθρωποι ζητούν κάπου να ακουμπήσουν, από κάπου να πιασθούν. Και αν δεν έχουν πίστη να ακουμπήσουν σ' αυτήν,αν δεν εμπιστευθούν στον Θεό,  θα βασανίζωνται.Μεγάλη υπόθεση η εμπιστοσύνη στον Θεό!
 Τα χρόνια που περνούμε είναι πολύ δύσκολα και πολύ επικίνδυνα, αλλά τελικά θα νικήσει ο Χριστός. Θα δήτε πως θα εκτιμήσουν την Εκκλησία!!!!

Γεροντας ΠαισιοςΟ κόσμος υποφέρει, χάνεται και δυστυχώς είναι αναγκασμένοι όλοι οι άνθρωποι να ζουν μέσα σ' αυτήν την κόλαση του κόσμου. Νιώθουν οι περισσότεροι μια μεγάλη εγκατάλειψη, μια αδιαφορία
-ιδίως τώρα από παντού. Δεν έχουν από που να κρατηθούν. Είναι αυτό που λένε:
“Ο πνιγμένος απ' τα μαλλιά του πιάνεται”.
Αυτό δείχνει ότι ο πνιγμένος ζητάει από κάπου να πιασθή, να σωθή. Βλέπεις, το καράβι βουλιάζει και ο άλλος πάει να πιασθή από το κατάρτι. Κα, αφού το καράβι κινδυνεύει να βουλιάξη, δεν σκέφτεται ότι καιτο κατάρτι θα βουλιάξη. Πιάνεται από το κατάρτι και βουλιάζει πιο γρήγορα!
Θέλω να πω ότι οι άνθρωποι ζητούν κάπου να ακουμπήσουν, από κάπου να πιασθούν. Και αν δεν έχουν πίστη να ακουμπήσουν σ' αυτήν,αν δεν εμπιστευθούν στον Θεό, θα βασανίζωνται.Μεγάλη υπόθεση η εμπιστοσύνη στον Θεό!
Τα χρόνια που περνούμε είναι πολύ δύσκολα και πολύ επικίνδυνα, αλλά τελικά θα νικήσει ο Χριστός. Θα δήτε πως θα εκτιμήσουν την Εκκλησία!!!!

Γεροντας Παισιος
ΗΛΙΑΣ  ΧΑΙΝΤΟΥΤΗΣ  5 ΜΑΡ  2013 

Αποφάσεις ζωής


Πριν κάνεις κάτι, αποφάσισε να το κάνεις
σαν να είναι η πρώτη φορά,
σαν να είναι η τελευταία,
σαν να είναι η μοναδική φορά.
Έτσι θα εργάζεσαι αποτελεσματικότερα
καλύτερα και αγιότερα!
Καλή σας μέρα!
ΑΝΑΒΑΣΕΙΣ
 
http://enakathemera.blogspot.com/2012/04/blog-post_02.html

Καθρεπτίζοντας τη ψυχή μου .

.


Μέσα στην ψυχή μου βλέπω το μέγεθος της αμαρτωλότητάς μου
.
και ταπεινώνομαι μέχρι εδάφους ,

και θεωρώ τον εαυτό μου άθλιο και άνάξιον

για τό πλήθος των ευεργεσιών του Θεού ,

που προσφέρει σε μένα τον φτωχό δούλο του.
.Μέσα μου , η αμαρτωλότητά μου ,

με φέρει σε αίσθηση των παθών και αδυναμιών μου ,

που δακρύζω , για το πόσο λυπώ τον Κύριον ,

με την ραθυμία της ψυχής μου.


Ω! Θεέ μου του ελέους και της συγνώμης
δέξου το πλήθος των αμαρτιών μου ,
που ξεπερνούν τούς κόκκους της άμμου της θαλάσσης ,
.και Σε ικετεύω μην με αρνηθείς για την άστατη ζωή μου ,
αλλά ελέησόν με κατά το πλήθος του ελέους Σου.
.Η ζωή μου είναι μικρή , αλλά Σ' αγαπώ μέχρι δακρύων ,
και Σε παρακαλώ μέσα από τα βάθη της καρδιάς μου ,
να με ελεήσεις όπως ελέησες το ληστή και την πόρνη.
.Είμαι όλος ακάθαρτος, προσπίπτω με δέος
στον τίμιον Σταυρό σου , για να με συγχωρήσεις.
.
Δες , είμαι όλος πόνος στήν καρδιά , για τήν αμαρτωλότητα μου ,
αλλά δεν παύω να Σε αγαπώ θερμά.
.
Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με!
Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με!
Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με!
.
Η ψυχή μου είναι δοσμένη Σε Σένα ,
αλλά οι επιθυμίες μου με πολεμούν .
για να με διώξουν απο Σένα, Κύριε του ελέους.
.
Τρέχω κοντά Σου , σαν το ελάφι στη πηγή ,
για να ξεδιψάσει από τη δροσερή πηγή ,
του Ελέους και της Θεϊκής αγάπης Σου.
.Κύριε ελέησόν με!
Κύριε ελέησόν με!
Κύριε ελέησόν με!
.
Μην μου στερήσεις Κύριε ,
την άπειρη ευσπλαχνία Σου !
..
( Αρχιμανδρίτη Δαμιανού Ζαφείρη )

Αντιγραφή και επικόλληση απο το http://odevontas.blogspot.com